-Η μικρή δεν είναι για σένα, Στελάρα. Είναι από άλλο έργο, ντε. Δεν την βλέπεις; Περπατάει το κορίτσι και τα μάτια είναι καρφωμένα στο χώμα. Πού πας να μπλέξεις;
-Ξέρω εγώ τι θα κάνω. Όταν θέλω κάτι, το θέλω, εντάξει; τους απάντησε και κατέβασε μονορούφι το ποτήρι με το κρασί. Την επόμενη μέρα ο τύπος την περίμενε στην γωνία. Είχε πάρει το σοβαρό του και συγχρόνως το πιο αθώο του ύφος και το στόμα του έσταζε μέλι. -Να σας βοηθήσω με τις τσάντες, δεσποινίς. Η Ελένη ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Συνέχισε τον δρόμο της και τα μάγουλά είχαν γίνει κόκκινα από ντροπή. Έτσι πέρασε η πρώτη βδομάδα, ο Στέλιος το έπαιζε ευγενικός, η Ελένη, όπως ήταν συνεσταλμένη και ντροπαλή, δεν έβγαλε καμία λέξη από τα χειλάκια της. Ο Στέλιος τα είχε βρει σκούρα με το κορίτσι, οι φίλοι του του έλεγαν να παρατήσει τις προσπάθειες, εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. Μόλις είχε μπει η άνοιξη, ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους, οι πλατείες γέμισαν με παιδιά που έπαιζαν ανέμελα. Επιτέλους το κρύο είχε φύγει, στην θέση του ο ανοιξιάτικος, ανάλαφρος αέρας. Μία Κυριακή η Ελένη βγήκε και αυτή στην πλατεία με την αδελφή της. ‘Αχ, πόσο ωραία μυρίζουν οι νεραντζιές!‘, σκεφτόταν από μέσα της. ‘Να γινόμουν κι εγώ πουλί, να καθόμουν στα κλαριά τους και να μάζευα ήλιο, να γευόμουν λίγο από το νέκταρ τους!’. Μα τι σκεφτόταν το κορίτσι, να γινόταν πουλί! Αντί να ονειρεύεται κανένα αρσενικό, να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, εκείνη γέμιζε την καρδιά της με την ομορφιά από τα άνθη της νεραντζιάς και τα αυτιά της με το κελάϊδισμα των πουλιών. Δεν πέρασε λίγη ώρα και να ‘σου ο Στέλιος, είχε βγει στην γύρα μπας και γυρίσει να τον κοιτάξει καμιά γυναίκα, έτσι για να περάσει την ώρα του. Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει να απελπίζεται, η κατάκτηση αυτής της κοπελιάς τον είχε δυσκολέψει πολύ. Αλλά πού να το παραδεχτεί στους φίλους του; Ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό δεν το είχε ομολογήσει. Η Ελένη ήταν τόσο απλή και τόσο όμορφη. Τα μάτια της έλαμπαν, τα μαλλιά της πιασμένα σε μία κοτσίδα, τα χείλια της κόκκινα σαν το μπουμπούκι από τριαντάφυλλο που περιμένει να το κόψεις. Ο Στέλιος έμεινε να την κοιτάζει έκθαμβος από την ωραιότητά της και για δευτερόλεπτα ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήθελε όμως να παραδεχτεί την ήττα του. Δεν άργησε πολύ να πέσει το φρούριο, όπως έλεγε στους φίλους του. Η μικρή δεν είχε εμπειρία από τους ανθρώπους, οι άντρες την τρόμαζαν. Τους απέφευγε συστηματικά. Ο Στέλιος όμως της φάνταζε αλλιώς. Τον είδε μέσα από τα μάτια της ψυχής της, η καρδιά της σκίρτησε δυνατά και τον ερωτεύτηκε. Τα λόγια του ήταν μαγευτικά, τον άκουγε και νόμιζε ότι δεν πάταγε στην γη. Ήταν κι αυτός όμως ένας μάστορας του έρωτα! Τον γνώριζε καλά, στην περίπτωση όμως της Ελένης έπρεπε να αλλάξει τρόπο και μέθοδο. Διάβασε ποιήματα, κράταγε σημειώσεις για να της τα πει μετά στο αυτί της, εκεί στα κρυφά, στα σκοτεινά. Σε ένα από αυτά έγραψε: “Αχ και να σε κρατούσα στην αγκαλιά μου για πάντα, να φιλούσα τα χείλια σου και να τα κάνω να ματώσουν, να ξεμπλέξω τα μαλλιά σου και να τα αφήσω λιτά στον λαιμό σου τον λευκό, να σε φιλώ στα μάτια και να ακούω την ανάσα σου… Δικός σου Στέλιος Σαραντώνης”. Με αυτήν την υπογραφή ήθελε να δώσει ένα πιο επίσημο ύφος, σαν να υπέγραφε συμβόλαιο ζωής, να φανεί ότι για εκείνον ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο, ότι δεν την κορόιδευε. Η Ελένη τον πίστεψε και φυσικά δεν δεχόταν καμία συμβουλή από κανέναν. Μάταια η πιστή, παιδική της φίλη προσπαθούσε να την πείσει να τον αφήσει αυτόν τον “Ελεεινό”, όπως τον αποκαλούσε. Οι φίλοι του Στέλιου λυπόνταν για την καημένη την κοπέλα, “βρε αθεόφοβε δεν το λυπάσαι το κορίτσι; Τι θα γίνει αν αποκαλυφθεί το ποιόν σου; Τόσες γυναίκες κυκλοφορούν στην πιάτσα, αυτήν βρήκες να κοροϊδέψεις;”. Ο Στέλιος δεν άκουγε κανέναν, σαν να τον τράβαγε αυτή η αιθέρια ύπαρξη, να την είχε ερωτευτεί ούτε λόγος. Αλλά τι ήταν αυτό που τον τράβαγε σε αυτήν; Δεν κατάλαβε ποτέ ή μάλλον εγκαίρως. Ένα βράδυ που ήταν αγκαλιασμένοι, η Ελένη τον κοίταξε τρυφερά στα μάτια και του ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη της. Κεραυνός, πανωλεθρία και μετά σκοτάδι. Ζαλίστηκε ο Στέλιος και τα έχασε για λίγο. Μετά, δειλά δειλά, την κράτησε πάνω του και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα, το πιο ωραίο και το πιο τρυφερό που της είχε δώσει μέχρι τότε. Κάπως έτσι θα ήταν και το φιλί του Ιούδα. Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και την πήρε ένας γλυκός ύπνος στην αγκαλιά του. Ο Στέλιος σηκώθηκε σιγά σιγά, πήρε ένα φύλλο χαρτιού και άρχισε να της γράφει. Η αλήθεια είναι ότι είχε συγκινηθεί για λίγο, αλλά πατέρας δεν ήταν έτοιμος να γίνει ακόμη. Μάλλον δεν ήταν για αυτόν η πατρότητα. “Αγαπημένη μου, δεν θέλω με τίποτα να σε στεναχωρήσω, αλλά πρέπει να φύγω μακριά σου για λίγο καιρό. Όπως καταλαβαίνεις, δεν γίνεται να μείνω με σταυρωμένα τα χέρια, φεύγω στα καράβια, να δουλέψω και να έρθω με τις τσέπες γεμάτες και να σε κάνω ολόδική μου πια, εσένα και το μωρό. Μην ψάξεις καλύτερα, θα σου στέλνω εγώ γράμματα, να μαθαίνεις νέα μου κι εγώ τα δικά σου. Εύχομαι όταν γεννηθεί το μωρό να είμαι κοντά σου. Σου αφήνω λίγα χρήματα για τα πρώτα σου έξοδα. Δικός σου, Στέλιος”
