Τα κιτρινισμένα γράμματα

Η Σοφί ήταν μία κοπέλα ρομαντική, περισσότερο από όσο έπρεπε. Ίσως σε αυτό συνετέλεσε το γεγονός ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα παλιό αρχοντικό της Καστέλας. Ίσως πάλι ότι την φρόντισε μία γυναίκα που ήταν λάτρης των γραμμάτων και της ποίησης. Η Σοφί γεννήθηκε μία ημέρα του Απρίλη, λίγο πριν το Πάσχα, σε μία κλινική στον Πειραιά. Ήταν ημέρα Τετάρτη όταν είδε για πρώτη φορά το φως, η άνοιξη είχε κάνει την εμφάνισή της, μόνο αυτή όμως, γιατί ο πατέρας της μικρής είχε εξαφανιστεί. Γιατί απλά ήταν ένας δειλός άντρας που δεν ήθελε να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στην Ελένη, την μητέρα της μικρής. Η Ελένη ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών, φυσικά δεν ήξερε πολλά από την ζωή, πόσο περισσότερο από τους άντρες. Ένας από αυτούς, ο Στέλιος, την είδε ένα πρωινό που γυρνούσε από την αγορά και την έβαλε στο μάτι. -Αυτή θα την κάνω δική μου, είπε στους φίλους του, το ίδιο βράδυ.
-Η μικρή δεν είναι για σένα, Στελάρα. Είναι από άλλο έργο, ντε. Δεν την βλέπεις; Περπατάει το κορίτσι και τα μάτια είναι καρφωμένα στο χώμα. Πού πας να μπλέξεις;
-Ξέρω εγώ τι θα κάνω. Όταν θέλω κάτι, το θέλω, εντάξει; τους απάντησε και κατέβασε μονορούφι το ποτήρι με το κρασί. Την επόμενη μέρα ο τύπος την περίμενε στην γωνία. Είχε πάρει το σοβαρό του και συγχρόνως το πιο αθώο του ύφος και το στόμα του έσταζε μέλι. -Να σας βοηθήσω με τις τσάντες, δεσποινίς. Η Ελένη ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Συνέχισε τον δρόμο της και τα μάγουλά είχαν γίνει κόκκινα από ντροπή. Έτσι πέρασε η πρώτη βδομάδα, ο Στέλιος το έπαιζε ευγενικός, η Ελένη, όπως ήταν συνεσταλμένη και ντροπαλή, δεν έβγαλε καμία λέξη από τα χειλάκια της. Ο Στέλιος τα είχε βρει σκούρα με το κορίτσι, οι φίλοι του του έλεγαν να παρατήσει τις προσπάθειες, εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. Μόλις είχε μπει η άνοιξη, ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους, οι πλατείες γέμισαν με παιδιά που έπαιζαν ανέμελα. Επιτέλους το κρύο είχε φύγει, στην θέση του ο ανοιξιάτικος, ανάλαφρος αέρας. Μία Κυριακή η Ελένη βγήκε και αυτή στην πλατεία με την αδελφή της. ‘Αχ, πόσο ωραία μυρίζουν οι νεραντζιές!‘, σκεφτόταν από μέσα της. ‘Να γινόμουν κι εγώ πουλί, να καθόμουν στα κλαριά τους και να μάζευα ήλιο, να γευόμουν λίγο από το νέκταρ τους!’. Μα τι σκεφτόταν το κορίτσι, να γινόταν πουλί! Αντί να ονειρεύεται κανένα αρσενικό, να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, εκείνη γέμιζε την καρδιά της με την ομορφιά από τα άνθη της νεραντζιάς και τα αυτιά της με το κελάϊδισμα των πουλιών. Δεν πέρασε λίγη ώρα και να ‘σου ο Στέλιος, είχε βγει στην γύρα μπας και γυρίσει να τον κοιτάξει καμιά γυναίκα, έτσι για να περάσει την ώρα του. Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει να απελπίζεται, η κατάκτηση αυτής της κοπελιάς τον είχε δυσκολέψει πολύ. Αλλά πού να το παραδεχτεί στους φίλους του; Ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό δεν το είχε ομολογήσει. Η Ελένη ήταν τόσο απλή και τόσο όμορφη. Τα μάτια της έλαμπαν, τα μαλλιά της πιασμένα σε μία κοτσίδα, τα χείλια της κόκκινα σαν το μπουμπούκι από τριαντάφυλλο που περιμένει να το κόψεις. Ο Στέλιος έμεινε να την κοιτάζει έκθαμβος από την ωραιότητά της και για δευτερόλεπτα ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήθελε όμως να παραδεχτεί την ήττα του. Δεν άργησε πολύ να πέσει το φρούριο, όπως έλεγε στους φίλους του. Η μικρή δεν είχε εμπειρία από τους ανθρώπους, οι άντρες την τρόμαζαν. Τους απέφευγε συστηματικά. Ο Στέλιος όμως της φάνταζε αλλιώς. Τον είδε μέσα από τα μάτια της ψυχής της, η καρδιά της σκίρτησε δυνατά και τον ερωτεύτηκε. Τα λόγια του ήταν μαγευτικά, τον άκουγε και νόμιζε ότι δεν πάταγε στην γη. Ήταν κι αυτός όμως ένας μάστορας του έρωτα! Τον γνώριζε καλά, στην περίπτωση όμως της Ελένης έπρεπε να αλλάξει τρόπο και μέθοδο. Διάβασε ποιήματα, κράταγε σημειώσεις για να της τα πει μετά στο αυτί της, εκεί στα κρυφά, στα σκοτεινά. Σε ένα από αυτά έγραψε: “Αχ και να σε κρατούσα στην αγκαλιά μου για πάντα, να φιλούσα τα χείλια σου και να τα κάνω να ματώσουν, να ξεμπλέξω τα μαλλιά σου και να τα αφήσω λιτά στον λαιμό σου τον λευκό, να σε φιλώ στα μάτια και να ακούω την ανάσα σου… Δικός σου Στέλιος Σαραντώνης”. Με αυτήν την υπογραφή ήθελε να δώσει ένα πιο επίσημο ύφος, σαν να υπέγραφε συμβόλαιο ζωής, να φανεί ότι για εκείνον ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο, ότι δεν την κορόιδευε. Η Ελένη τον πίστεψε και φυσικά δεν δεχόταν καμία συμβουλή από κανέναν. Μάταια η πιστή, παιδική της φίλη προσπαθούσε να την πείσει να τον αφήσει αυτόν τον “Ελεεινό”, όπως τον αποκαλούσε. Οι φίλοι του Στέλιου λυπόνταν για την καημένη την κοπέλα, “βρε αθεόφοβε δεν το λυπάσαι το κορίτσι; Τι θα γίνει αν αποκαλυφθεί το ποιόν σου; Τόσες γυναίκες κυκλοφορούν στην πιάτσα, αυτήν βρήκες να κοροϊδέψεις;”. Ο Στέλιος δεν άκουγε κανέναν, σαν να τον τράβαγε αυτή η αιθέρια ύπαρξη, να την είχε ερωτευτεί ούτε λόγος. Αλλά τι ήταν αυτό που τον τράβαγε σε αυτήν; Δεν κατάλαβε ποτέ ή μάλλον εγκαίρως. Ένα βράδυ που ήταν αγκαλιασμένοι, η Ελένη τον κοίταξε τρυφερά στα μάτια και του ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη της. Κεραυνός, πανωλεθρία και μετά σκοτάδι. Ζαλίστηκε ο Στέλιος και τα έχασε για λίγο. Μετά, δειλά δειλά, την κράτησε πάνω του και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα, το πιο ωραίο και το πιο τρυφερό που της είχε δώσει μέχρι τότε. Κάπως έτσι θα ήταν και το φιλί του Ιούδα. Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και την πήρε ένας γλυκός ύπνος στην αγκαλιά του. Ο Στέλιος σηκώθηκε σιγά σιγά, πήρε ένα φύλλο χαρτιού και άρχισε να της γράφει. Η αλήθεια είναι ότι είχε συγκινηθεί για λίγο, αλλά πατέρας δεν ήταν έτοιμος να γίνει ακόμη. Μάλλον δεν ήταν για αυτόν η πατρότητα. “Αγαπημένη μου, δεν θέλω με τίποτα να σε στεναχωρήσω, αλλά πρέπει να φύγω μακριά σου για λίγο καιρό. Όπως καταλαβαίνεις, δεν γίνεται να μείνω με σταυρωμένα τα χέρια, φεύγω στα καράβια, να δουλέψω και να έρθω με τις τσέπες γεμάτες και να σε κάνω ολόδική μου πια, εσένα και το μωρό. Μην ψάξεις καλύτερα, θα σου στέλνω εγώ γράμματα, να μαθαίνεις νέα μου κι εγώ τα δικά σου. Εύχομαι όταν γεννηθεί το μωρό να είμαι κοντά σου. Σου αφήνω λίγα χρήματα για τα πρώτα σου έξοδα. Δικός σου, Στέλιος”

Όταν ξύπνησε η Ελένη, δεν αισθάνθηκε κανένα χέρι να την αγκαλιάζει ούτε χείλια να την φιλούν γλυκά. Το βλέμμα της έπεσε κατευθείαν στο τραπέζι, το σημείωμα περίμενε να το διαβάσουν τα θλιμμένα της μάτια. Ούτε που κατάλαβε τι διάβαζε, σαν ένα πέπλο να είχε πέσει μπροστά της και να την εμπόδιζε. Όταν το τελείωσε, νόμιζε ότι θα λιποθυμούσε, ξάπλωσε στο κρεβάτι της κοιτάζοντας το ταβάνι για ώρες, μέχρι που κρύφτηκε ο ήλιος.

Το επόμενο πρωινό την βρήκε στην ίδια θέση, τι θα έκανε από εδώ και πέρα; Πώς θα πορευόταν; Και το μωρό; Πώς θα το γεννούσε μόνη, χωρίς άντρα; Χωρίς στήριγμα… Βρήκε το κουράγιο να βγει από το σπίτι, να τον ψάξει τον Στέλιο, κανείς δεν ήξερε ή μάλλον δεν άνοιγε το στόμα του. Πέρασε ο καιρός, ένας ολόκληρος χρόνος από την γνωριμία τους και εκείνη πια σαν ένα φάντασμα όρθιο, με τα μάτια θολά από το κλάμα, πέρασε την πόρτα του μαιευτηρίου για να γεννήσει το παιδί της, ένα κορίτσι που είδε το φως του ήλιου μία Τετάρτη του Απρίλη, λίγο πριν έρθει το Πάσχα.

Στην γέννα την βοήθησε η κυρία Ευγενία, η μαμή, μία γλυκύτατη ψαρομάλλα γυναίκα που ήξερε από γέννες. Η ίδια δεν είχε παιδιά, δεν έτυχε να παντρευτεί ποτέ της, όχι ότι δεν είχε αγαπήσει και δεν είχε αγαπηθεί, αλλά στάθηκε άτυχη στον έρωτα. Ο αγαπημένος της είχε φύγει για το μέτωπο και δεν είχε γυρίσει πίσω. Εκείνη έμεινε μόνη με τις αναμνήσεις της και δεν θέλησε ποτέ της να δεθεί με άλλον άντρα.

Το κοριτσάκι ήταν τόσο γλυκό και όμορφο σαν την μάνα της που στάθηκε πολύ άτυχη. Ήταν τόσο αδύναμη, η γέννα την είχε εξαντλήσει και έφυγε για το μεγάλο ουράνιο ταξίδι λίγες μέρες μετά. Πρόλαβε να δει το μωρό και να πει το όνομα που ήθελε να ακουστεί. Η Ευγενία δεν έφυγε λεπτό από πάνω της. Λίγο πριν το τέλος η Ελένη της έδωσε τα γράμματα που της είχε γράψει κατά καιρούς ο Στέλιος, με την ελπίδα ότι ίσως να τον έβρισκε κάποτε. Από εκείνη την μοιραία μέρα η Ευγενία στάθηκε μάνα και πατέρας για την μικρή, που την μεγάλωσε με τον πιο σωστό και όμορφο τρόπο. Η Ευγενία ήξερε πολλά γράμματα και το ίδιο ήθελε να μάθει και η Σοφί. Την ένιωθε σαν κόρη της, κι ας μην την είχε γεννήσει η ίδια.

Όταν έφτασε στην ηλικία των έξι χρόνων, της αποκάλυψε την αλήθεια για τους βιολογικούς της γονείς. Ευτυχώς ήταν μικρή και δεν κατάλαβε πολλά. Μόνο ότι η μητέρα της ήταν τόσο όμορφη, τόσο ντελικάτη, τόσο ραφινάτη. Για τον πατέρα τι να νιώσει; Κανείς δεν τον είχε δει από τότε. Μάταια τον έψαχνε η Ευγενία στις γειτονιές του Πειραιά, στα Ταμπούρια ή στα Καμίνια. Η λέξη ‘άφαντος’ του ταίριαζε γάντι, σαν να είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί.

Η Σοφί μεγάλωσε και άνθισε, έγινε μία κοπέλα όχι μόνο όμορφη, αλλά και πολύ έξυπνη. Το πάθος της ήταν το διάβασμα. Τα ρούφαγε τα βιβλία, κατάπινε τις λέξεις. Η Ευγενία κάθε πρώτη του μήνα που πληρωνόταν της αγόραζε και ένα βιβλίο που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Μέχρι να τελειώσει η βδομάδα η μικρή ήθελε κι άλλο. Τα είχε διαβάσει όλα, ακόμη και τα βιβλία των γειτονισσών. Αδυναμία της η ποίηση, κυρίως γραμμένη από γυναίκες. Για να ικανοποιήσει το πάθος της άρχισε τις επισκέψεις στην δανειστική βιβλιοθήκη. Πού την έχανες πού την έβρισκες, σκυμμένη πάνω από τα βιβλία, κι όταν δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι καθόταν με τις ώρες εκεί που αναπαυόταν η ψυχή της.

Το πάθος της για διάβασμα την βοήθησε να δεχτεί έστω για λίγο την απόρριψη του πατέρα της. “Αχ και να τον έβλεπα για λίγο, μόνο πέντε λεπτά, να μου πει, να μου εξηγήσει γιατί μας παράτησε. Αφού η μάνα μου τον αγαπούσε, έλιωνε για αυτόν. Τι φοβήθηκε; Εμένα, που δεν είχα γεννηθεί καν; Λίγο μόνο, θέλω να τον δω, λίγο”. Αυτά σκεφτόταν η Σοφί και η δυστυχία την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη πολλές φορές. Για αυτό διάβαζε τόσο πολύ, για να ξεχνιέται.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading