Πόσα ήθελα να σου πω ξανά και ξανά…

*Η ιστορία υπάρχει και σε μορφή audio στο τέλος του κειμένου *

Στην καρδιά του καλοκαιριού η Μαντώ καθόταν στο μπαλκόνι της και ρέμβαζε. Απολαμβάνοντας την πρωινή δροσούλα, πριν ξυπνήσουν τα παιδιά, βουτηγμένη στις σκέψεις της, μετρούσε τις ευλογίες της. Οι γιοι της ήταν πλέον έφηβοι και γίνονταν όλο και πιο ανεξάρτητοι. Ο Σωκράτης, ο άντρας της, σχεδίαζε να βγει στη σύνταξη, οπότε θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα στις υποχρεώσεις της καθημερινότητας.

Η Μαντώ ήταν εργαζόμενη μητέρα που δεν είχε καμιά εξωτερική βοήθεια στο μεγάλωμα των παιδιών. Ο Σωκράτης, τον καιρό που αυτά ήταν μικρά, είχε αναλάβει τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων του, οπότε δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά. Ανυπομονούσε λοιπόν η Μαντώ να έρθει αυτή η ώρα που θα είχε περισσότερο χρόνο για τον εαυτό της. Είχε ήδη ξεκινήσει γυμναστήριο, επισκεπτόταν πιο τακτικά το κομμωτήριο και το κέντρο αισθητικής, συμμετείχε σε δύο λέσχες ανάγνωσης, καθώς λάτρευε το διάβασμα και τη διάδραση με άλλους αναγνώστες, έβγαινε πού και πού για καφέ με τις φίλες της και γενικά έκανε πράγματα που την ευχαριστούσαν. Ένιωθε μια εσωτερική γαλήνη και ηρεμία. Η σχέση της δε με το Σωκράτη ήταν στα καλύτερά της. Φαινόταν και αισθανόταν υπέροχα!

Κάτι μικροενοχλήσεις του Σωκράτη παρ’ ολίγον να επισκίαζαν την ευτυχισμένη αυτή περίοδο, αλλά ευτυχώς δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Σε δύο ειδικούς είχε πάει ο άντρας της. Αμφότεροι είχαν αποκλείσει κακοήθεια. Απέδιδαν αυτόν τον ‘κόμπο στο λαιμό’ που ένιωθε, στο στρες και στη στεναχώρια που βίωσε λόγω του θανάτου στενού συγγενικού του προσώπου.
Η Μαντώ καθησυχάστηκε. Αφού το είπαν οι γιατροί, έτσι ήταν. Ο Σωκράτης, αγχώδης εκ φύσεως, έπρεπε απλώς να ηρεμήσει και να χαλαρώσει. Η Μαντώ μάλιστα είχε σχεδιάσει διακοπές τον Αύγουστο με αυτό ακριβώς το σκοπό, να απολαύσει ο άντρας της την καλοκαιρινή ραστώνη χωρίς έγνοιες και άγχος.

Κάτι όμως τον ‘έτρωγε’ το Σωκράτη. Ενώ οι εξετάσεις είχαν βγει καθαρές, η ενόχληση εξακολουθούσε να υπάρχει. Εκτός από τον ‘κόμπο’, σαν να ένιωθε μια αλλοίωση της φωνής του και σαν να είχε μια μικρή δυσκολία στην κατάποση. Ξαναεπισκέφτηκε το γιατρό του, ο οποίος του είπε ότι ‘ήταν ιδέα του’ και ότι ήταν μια χαρά. Και πάλι όμως, η δυσανασχέτηση υπήρχε. Δεν είπε τίποτα στη Μαντώ, δεν ήθελε να την ανησυχήσει. Το εκμυστηρεύτηκε όμως στον καλύτερό του φίλο που του συνέστησε να επισκεφτεί το νοσοκομείο. Εκεί θα του έκαναν περισσότερες, πιο ενδελεχείς και εξειδικευμένες εξετάσεις.
«Μαντώ, δεν πήγα σήμερα στη δουλειά. Είμαι στο νοσοκομείο. Ήρθα για περαιτέρω εξετάσεις. Δεν στο’ πα να μην ανησυχήσεις. Θα με κρατήσουν μέσα. Θέλουν να σιγουρευτούν για κάτι. Δε χρειάζεται να έρθεις εσύ. Να μείνεις με τα παιδιά.», της είπε στο τηλέφωνο.
«Τι λες χριστιανέ μου; Σοβαρολογείς; Πήγες στο νοσοκομείο χωρίς να μου πεις τίποτα; Και γιατί θα σε κρατήσουν μέσα; Τι σου είπαν; Ποιοι γιατροί σε είδαν;», ρώτησε αγωνιώντας η γυναίκα.
«Νευρολόγοι. Μάλλον, λέει, έχω κάτι που λέγεται ‘νόσος του κινητικού νευρώνα’. Θέλουν όμως να το σιγουρέψουν. Σε κλείνω τώρα. Έρχονται οι γιατροί. Θα τα πούμε μετά. Σε φιλώ.», απάντησε βιαστικά και αρκετά ανήσυχα ο άντρας της.
“Nόσος του κινητικού νευρώνα. Πρώτη φορά το ακούω. Κάτσε να το γκουγκλάρω”, μονολόγησε η Μαντώ.

Η Μαντώ, που μόλις λίγα λεπτά πριν ατένιζε τον καταγάλανο καλοκαιρινό ουρανό, σκεφτόμενη πόσο ευτυχισμένη ήταν με την οικογένειά της και κάνοντας σχέδια για υπέροχες και αξέχαστες καλοκαιρινές διακοπές με τον αντρούλη της, κοκκάλωσε.

Η Μαντώ, που μόλις διάβασε στο διαδίκτυο για την άγνωστη σ’ αυτή ασθένεια, άρχισε να βουρκώνει και να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Αποτύπωνε στο μυαλό της τις λέξεις –κλειδιά της αρρώστιας αυτής
…σπάνια εκφυλιστική νόσος, ανίατη, προκαλεί ατροφία των μυών, οδηγεί σε παράλυση και αναπνευστική ανεπάρκεια, έχει χαμηλό προσδόκιμο ζωής…
Η Μοίρα την κοίταζε ειρωνικά και ο Θεός γελούσε με αυτή την κοινή θνητή που είχε το θράσος να νιώθει ευτυχία και να κάνει σχέδια.

Δε μπορεί, κάποιο λάθος είχε γίνει. Δε γινόταν ο Σωκράτης, ο δικός της ο Σωκράτης, ο άντρας της, που έστυβε την πέτρα και ήταν αεικίνητος, που δε στεκόταν λεπτό και όλο κάτι μαστόρευε, που ήταν χρυσοχέρης και μπορούσε να φτιάξει τα πάντα, να είχε αυτό το πράγμα. Ήταν αδύνατον, αδύνατον!

«Είστε πάνω από 80% σίγουρος ότι πρόκειται περί αυτής της ασθένειας;», ρώτησε όλο αγωνία τον επικεφαλής γιατρό.
«Δυστυχώς είμαι 99% σίγουρος», της απήντησε ο έμπειρος και εξειδικευμένος νευρολόγος.
«Μάλιστα, ο σύζυγός σας έχει την χειρότερη και πιο σπάνια μορφή της νόσου. Φοβάμαι ότι έχει ελάχιστο χρόνο ζωής.», πρόσθεσε κατηφής.

Η Μαντώ άκουσε τα τελευταία αυτά λόγια του γιατρού αλλά δεν τους έδωσε πολλή σημασία, δεν λιποψύχησε, ούτε παραιτήθηκε από την ελπίδα. Κρεμάστηκε από αυτό το 1% της πιθανότητας του λάθους. Αφού ανάκτησε την αυτοκυριαρχία της, ‘σήκωσε μανίκια’. Έτρεξε τον άντρα της για δεύτερη, τρίτη, τέταρτη γνώμη, σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, σε καθηγητές. Τα πρόσωπα διαφορετικά. Η διάγνωση ίδια.

Ο Σωκράτης πάλεψε γενναία πάνω από ένα χρόνο. Η Μαντώ στάθηκε δίπλα του κερί αναμμένο. Ο άντρας αυτός τη σήκωσε όταν είχε πέσει, της κράτησε είκοσι ολόκληρα χρόνια το χέρι και πορεύτηκαν μαζί, έκαναν οικογένεια, έμειναν μαζί στα ‘δύσκολα’, πάλεψαν για τη σχέση τους και δεν εγκατέλειψαν ο ένας τον άλλον όταν η φθορά της καθημερινότητας, τα προβλήματα και οι υποχρεώσεις απειλούσαν την αρμονία του ζευγαριού.
Μέσα στην απελπισία και τη λύπη της, η Μαντώ έπρεπε να σταθεί βράχος στα δύο της παιδιά. Αυτή έχασε τον άντρα της, αλλά κι αυτά τον πατέρα τους σε μία τρυφερή ηλικία που τον είχαν ανάγκη. Ο Σωκράτης, εξάλλου, ήταν ένας πολύ στοργικός και δοτικός μπαμπάς που ήταν πάντα δίπλα τους. Το πλήγμα ήταν μεγάλο γι’ αυτές τις ψυχούλες και το ‘φευγιό’ του πατέρα τους θα είναι πάντα ένα ανοιχτό τραύμα γι’ αυτά.

Πολλές φορές η Μαντώ του είχε πει του Σωκράτη ότι τον αγαπούσε, πως ήταν ‘ο άνθρωπός της’, ότι επιθυμούσε να γεράσουν μαζί, να παντρέψουν τα παιδιά, να δούνε εγγόνια, να ταξιδέψουν, να αποσυρθούν στο μικρό τους εξοχικό σπιτάκι που ‘κουμαντάρεται’ κι εύκολα. Με το εφάπαξ ο Σωκράτης θα έπαιρνε και μια βαρκούλα που λιμπιζόταν χρόνια, αλλά τότε υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. Ακόμα και να του γκρινιάξει ήθελε, που όλο δούλευε, όλο έβαζε μπροστά τις ανάγκες των άλλων, που αγχωνόταν να ήταν όλα στην εντέλεια. Γιατί τέτοιος ήταν ο Σωκράτης, ΚΥΡΙΟΣ στα όλα του.

Η Μαντώ κοιτάζει τη φωτογραφία του άντρα της.
«Αχ βρε Σωκράτη μου, πόσα ήθελα να σου πω ξανά και ξανά…».

Αναστασία Λαζαράκη

One response to “Πόσα ήθελα να σου πω ξανά και ξανά…”

  1. Όλα τα καλά, να τα λέμε… ξανά και ξανά…. επειδή δεν έχουμε κάνει συμβόλαιο… κανείς…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading