Από όταν μπορούσαν να έχουν μνήμες, ήταν αχώριστοι. Γεννημένοι την ίδια χρονιά, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα. Τα σπίτια τους με απόσταση εκατό μέτρων, οι μαμάδες τους παιδικές φίλες κι εκείνες, οι μπαμπάδες τους ταίριασαν αμέσως. Μαζί, στα πρώτα τους βήματα, μαζί με τις κούκλες και τα αυτοκινητάκια, να προσπαθούν να τα συνταιριάξουν σε κοινά παιχνίδια, μαζί στις αλάνες, στη γειτονιά, στο νηπιαγωγείο. Όπου ήταν ο ένας, από πίσω κάπου θα εμφανιζόταν κι ο άλλος. Κάτι σαν δίδυμα αδέρφια, κάτι σαν καλύτεροι φίλοι. Στο δημοτικό, πάντα στο ίδιο θρανίο, παντού μαζί στα διαλείμματα. Το διάβασμα γινόταν μια στο σπίτι του ενός, μια στο σπίτι του άλλου. Όλα τα σχολικά χρόνια, πάντα μαζί.
Οι μαμάδες τους, η Αλίκη και η Τάνια, κρυφή ελπίδα είχαν να γίνουν κάποτε τα παιδιά τους ζευγάρι. Δεν τους πίεζαν, ούτε καν σαν πείραγμα το ανέφεραν. Ήξεραν πως η εφηβεία είναι δύσκολη. Κλέβει για λίγο μυαλά, καρδιές, χαρακτήρες. Φέρνει φουρτούνες ορμονών, καταιγίδες συμπεριφορών, πλημμύρες συναισθημάτων. Ο Κωστής είχε πάντα τον ρόλο του προστάτη. Ούτε κουνούπι επέτρεπε να την πειράξει. Η Ελένη είχε πάντα τον ρόλο του συμβουλάτορα. Ζητούσε τη γνώμη της για τα πάντα. Από το πώς να συνδυάσει τα ρούχα του, μέχρι πως να πει κάτι που ήθελε σε κάποιον. Ήξερε ο ένας τον άλλο σαν κάλπικη δεκάρα. Μιλούσαν με τα χέρια, με τις κινήσεις. Κάθε έκφραση του προσώπου τους, ο άλλος την μετέφραζε. Δεν χρειάζονταν οι λέξεις. Δεν υπήρχε τίποτα ερωτικό μεταξύ τους, έτσι υποστήριζαν, έτσι αντιμετώπιζαν τα βλέμματα δυσπιστίας των άλλων, που όλοι, θαρρείς σε μια αόρατη συμμαχία, έπιαναν κάτι στον αέρα, κάτι στις ματιές των δύο νεαρών παιδιών.
Ετοιμάζονταν για πανελλήνιες. Σε ένα μήνα έδιναν εξετάσεις. Τελευταίο γκάζι στις μηχανές τους. Ένας μήνας σκληρής μελέτης ακόμα και για τους δυο. Τα όνειρά τους, είχαν κοινό σημείο την ιατρική, με διαφορές όμως. Γιατρός ήθελε η Ελένη να περάσει. Κτηνίατρος όλη του τη ζωή λαχταρούσε ο Κωστής. Φυσικά, ο ένας βοηθούσε τον άλλο στα μαθήματα μέχρι αξημέρωτα. Ένα βράδυ στο τέλος του Μαΐου, που πέρασαν ώρες κλεισμένοι στο δωμάτιο διαβάζοντας παρέα, ο Κωστής την κοίταξε.
– Πάμε μια βόλτα να ξεσκάσουμε;
– Λες; Ουφ, η αλήθεια το χρειαζόμαστε.
Πήγαν στο παρκάκι της γειτονιάς τους, που όταν ήταν μικρά έκαναν κούνια και τσουλήθρα. Καθισμένοι σε διπλανές κούνιες, μιλούσαν.
– Πολύ ωραία βραδιά.
– Μυρίζει άνοιξη Κωστή.
– Θα ήθελα να ξυπνήσω αύριο και να έχουν τελειώσει οι εξετάσεις. Δεν αντέχω άλλο.
– Έλα μωρέ χαζέ. Τώρα είμαστε στην τελική στροφή. Αγάντα.
– Πάμε μια κόντρα, όπως παλιά;
– Τι; Ποιος θα πάει πιο ψηλά; Φύγαμε!
Κι έδωσε μια δυνατά με τα πόδια στο έδαφος για να πάρει φόρα.
– Εεε κλέβεις! Δεν μετρήσαμε!
Μα η Ελένη ήδη είχε πάρει φόρα και η κούνια της πήγε ψηλά. Ο Κωστής δεν κουνήθηκε. Καθόταν ακίνητος και την χάζευε, με τα χέρια της ανοιχτά, να μη κρατάει τις αλυσίδες, τα μαλλιά της να ανεμίζουν, τα μάτια της κλειστά, με μια έκφραση απόλαυσης στο πρόσωπό της. Ο αέρας την άγγιζε κι εκείνη αφηνόταν στο χάδι του. Όταν άνοιξε τα μάτια της μετά από κάποια λεπτά, απόρησε.
– Τι με κοιτάς ρε έτσι; Τι έπαθες;
– Σε θαυμάζω.
– Άντε, πάνε να δουλέψεις κανέναν άλλον, ναι;
– Αλήθεια λέω. και ο τόνος της φωνής του δήλωνε την αλήθεια του. Ξαφνικά, είχε αλλάξει ύφος. Την κοιτούσε αλλιώς ή της φάνηκε;
Η κούνια σιγά σιγά έχανε ύψος. Τα βλέμματά τους καρφωμένα το ένα στο άλλο. Όταν σταμάτησε δίπλα του, ο Κωστής άπλωσε το χέρι του και της ίσιωσε τα μαλλιά, που ήταν μπροστά στο πρόσωπό της. Τα δάχτυλά του περίτεχνα, ευγενικά, χάθηκαν ανάμεσα στα μαλλιά της μέχρι που τελικά, άγγιξαν το μάγουλό της. Η Ελένη ηλεκτρίστηκε, ανατρίχιασε. Την πλησίασε χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Τα χέρια του την τύλιξαν, την έσπρωξαν πιο κοντά του. Τα χείλη του μια ανάσα απόσταση από τα δικά της.
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και ήταν έτοιμη να γευτεί το φιλί του. Αντί γι’ αυτό άκουσε την φωνή του.
– Είσαι σίγουρη πως το θέλεις όσο κι εγώ;
Εκεινη σα μαγεμένη, άνοιξε τα μάτια.
– Όλη μου τη ζωή το περίμενα.
Το φιλί τους έσταζε μέλι. Οι ανάσες τους έγιναν μία κοινή. Πόση αναμονή ετών φύλαγε μέσα του, τούτο το φιλί…
– Είσαι όλος μου ο κόσμος Ελένη.
– Κι εσύ ο δικός μου Κωστή.
Η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλη.
Η Ελένη βρέθηκε στο πανεπιστήμιο της Κρήτης, στο Ηράκλειο, να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα και ο Κωστής, το δικό του, στην Καρδίτσα. Τίποτα δεν μπορούσε να τους απομακρύνει. Ούτε καν η μισή Ελλάδα που ήταν ανάμεσά τους. Έπιασαν δουλειά και οι δύο για να έχουν δικά τους λεφτά, να μπορούν να βγάζουν εισιτήρια και να βρίσκονται στο ένα ή στο άλλο μέρος ή Αθήνα, μειώνοντας την απόσταση. Μιλούσαν κάθε μέρα ώρες πολλές, έστελναν μηνύματα. Ήταν τόσο ερωτευμένοι. Το πάλεψαν πολύ. Μα η σχέση εξ αποστάσεως δεν είναι για όλους. Τελικά ο έρωτας τους δεν ήταν ανίκητος.
Τελειώνοντας το δεύτερο έτος, το καλοκαίρι, επιστρέφοντας στην πόλη τους, στη γειτονιά τους, η Ελένη του είπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι. Δεν μπορούσε να μην μοιράζονται την καθημερινότητά τους, να μη τον αγγίζει, να μη τον βλέπει. Ο Κωστής το ένιωθε καιρό πριν. Δεν ήταν η Ελένη του αυτή τους τελευταίους μήνες.
Δεν προσπάθησε με λόγια να τη πείσει. Το έβλεπε στο βλέμμα της. Η απόσταση την απομάκρυνε και ψυχικά. Την αγκάλιασε σφιχτά, την φίλησε τρυφερά και της επιβεβαίωσε πως θα είναι πάντα δίπλα της αν χρειαστεί. Την φιλία τους δεν θα την διέλυε καμία χιλιομετρική απόσταση.
Η Ελένη ήταν θλιμμένη για πολύ καιρό. Κοίταζε φωτογραφίες τους, αναπολούσε την κοινή ζωή τους, έκλαιγε, του έστελνε μηνύματα εξηγώντας του πώς ένιωθε.
Ο Κωστής ήταν ψύχραιμος. Σα κάτι να του σιγούρευε ότι αυτό δεν ήταν το τέλος μεταξύ τους. Σα να έβλεπε το μέλλον κι εκεί οι δυο τους δεν ήταν χωριστά.
Ο χρόνος, αυτός ο αδυσώπητος για άλλους, ο καλύτερος γιατρός για τους υπόλοιπους, το σίγουρο είναι ότι φέρνει ισορροπίες, ίσως και την λήθη. Η Ελένη κολακευμένη αρχικά από το φλερτ του Μηνά, κρατούσε τις αποστάσεις της. Η επιμονή του, ο τρόπος του, έκαμψαν κάθε αντίστασή της. Το επόμενο καλοκαίρι από κείνο του χωρισμού τους, η Ελένη δεν γύρισε στην πόλη της, στην γειτονιά της, στον Κωστή. Ζούσε τον έρωτά της στην όμορφη Κρήτη, μακριά από βλέμματα που ήθελε να αποφύγει. Τι άλλο να ζητούσε;
Ο Κωστής ήξερε κι ας μη του είπε τίποτα η Ελένη. Την φανταζόταν στην αγκαλιά του, να γελάνε μαζί, να την φιλάει, να κάνουν έρωτα και ο πόνος από την ψυχή του, ξεχείλιζε και στο σώμα του. Άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά του, να βγάζει εξανθήματα σε όλο του το δέρμα, να τον πονάει το στομάχι.
Αρχές Σεπτέμβρη, τα κακά μαντάτα σόκαραν και τις δύο οικογένειες. Η Ελένη, είχε ένα τροχαίο και οι γονείς της έφυγαν άρον άρον για Κρήτη. Ο σύντροφός της οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού μηχανή του. Ήταν μετά από νυχτερινή διασκέδαση. Είχε πιει και έτρεχε. Έχασε τον έλεγχο της μηχανής σε μια στροφή, σύρθηκαν για πολλά μέτρα και καρφώθηκαν σε ένα παρκαρισμένο φορτηγό. Ο νεαρός οδηγός την γλύτωσε με τέσσερα κατάγματα πλευρών, καθώς και κακώσεις πνευμοθώρακα. Η Ελένη δεν στάθηκε το ίδιο τυχερή. Ακρωτηριάστηκε το αριστερό της χέρι από τον αγκώνα.
Το χειρουργείο κράτησε ώρες. Οι δικοί της έφτασαν την επομένη νωρίς το πρωί. Ήταν κατάχλωμη, με εκδορές στο πρόσωπο.
Όταν συνήλθε κι άνοιξε τα μάτια της, αντίκρυσε την μαμά της.
– Μαμά μου… δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.
– Σςςςςς. Ησύχασε αγάπη μου. Ησύχασε.
– Ο Μηνάς;
– Ο Μηνάς είναι καλά μωρό μου. Αύριο ίσως βγει κιόλας.
– Συγνώμη μαμά.
– Για ποιο λόγο μου ζητάς συγνώμη παιδί μου;
– Για τον πόνο που σου προκαλώ να με βλέπεις έτσι.
– Θέλω να είσαι δυνατή. Είσαι εδώ, κοντά μου κι αυτό μου φτάνει.
Η Ελένη δεν μπορούσε να συνηθίσει την νέα της εικόνα. Δεν ήξερε πώς θα συνέχιζε την ζωή της έτσι. Της φαινόταν βουνό και το ανέβαινε μόνη. Ο Μηνάς δεν άντεξε. Δεν άντεξε εκείνος που δεν θα έπρεπε να είχε πιει, που δεν θα έπρεπε να τρέχει, που δεν θα έπρεπε να την είχε εγκαταλείψει μόλις είδε την κατάστασή της. Έφυγε, χωρίς να της εξηγήσει έστω πώς ένιωθε. Απλά, εξαφανίστηκε. Πόσο εύκολο είναι τελικά, να αφήνεις μόνο τον άνθρωπο που μέρες πριν του έλεγες ότι τον αγαπάς. Αγάπη, τι δύσκολο πράγμα, τελικά…
Μαζί με το χέρι της, η Ελένη ένιωθε ακρωτηριασμένη και ψυχικά. Κάθε μέρα ζούσε με το “αν”. Αν δεν είχε δεχτεί να ανέβει στη μηχανή, αφού ήξερε ότι είχε πιει. Αν δεν τον γνώριζε. Αν είχε μείνει με τον Κωστή. Τώρα πονούσε διπλά που του φέρθηκε έτσι. Ίσως της άξιζε που την παράτησε ο Μηνάς. Εδώ είχε εγκαταλείψει εκείνη τον Κωστή, που τους ένωνε μια ζωή ολάκερη. Ξεκίνησε επισκέψεις σε ψυχολόγο, θέλοντας να βοηθηθεί, να αποδεχτεί τον νέο της εαυτό, την προδοσία την δική της προς τον Κωστή, την προδοσία του Μηνά προς αυτήν, την νέα πραγματικότητα. Ήταν ένα κορίτσι σχεδόν είκοσι δύο χρονών, με όνειρα να γίνει παιδίατρος, με όλη τη ζωή μπροστά της να κάνει αυτό της γνωστής ρήσης, να στύψει την πέτρα και να βγάλει ζουμί. Της έλειπε ένα χέρι όμως και δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Έπεσε σε κατάθλιψη. Ακόμα και ο ψυχολόγος της προκαλούσε θυμό. Είχε άρνηση για όλα. Δεν έβγαινε από το σπίτι της. Να βγει για ποιο λόγο; Όλοι θα την κοιτούσαν με λύπηση. Δεν ήθελε κανέναν. Ούτε την ίδια της την ζωή. Είχε καταστραφεί η ζωή της. Ο Κωστής έπαιρνε τηλέφωνο πολλές φορές, έστελνε μηνύματα ότι ήθελε να την δει, μα καμία απάντηση. Άφησε λίγες μέρες να περάσουν και πήγε στο σπίτι της. Η μαμά της χτύπησε την πόρτα του δωματίου της και της είπε πως είχε έρθει ο Κωστής. Την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της, της είπε ότι δεν ήθελε να δει κανέναν και κλείδωσε την πόρτα. Ο Κωστής όμως δεν έφυγε. Έκατσε κάτω στο πάτωμα ακουμπώντας την πλάτη στην πόρτα κι άρχισε να της μιλάει.
“Μέχρι πότε σκοπεύεις να με αποφεύγεις; Μέχρι πότε σκοπεύεις να μοιρολατρείς; Έγινε το κακό. Δεν γυρίζει ο χρόνος πίσω. Θα είναι η αφετηρία για μια νέα αρχή, με αυτά τα δεδομένα. Η Ελένη που ξέρω δεν το βάζει κάτω. Θυμάσαι όταν ήμασταν μικροί; Ήσουν πάντα πιο θαρραλέα από μένα σε όλα. Έχεις για όλα σωστή κρίση. Άφησε τον εαυτό σου να ξεσπάσει και να αποδεχτείς πια την νέα κατάσταση. Με το να κρύβεσαι τι αλλάζει; Θα βγεις να σε δω που σε πεθύμησα;”.
Καμία απάντηση, καμία κίνηση από το δωμάτιο. Με τα χέρια του άρχισε να χτυπάει τη πόρτα ρυθμικά, σαν ντραμς και να σιγοψιθυρίζει το αγαπημένο τους τραγούδι. “Δεν είν’ τα λόγια σου σπουδαία, λόγια απλά καθημερινά, μα είναι η αγάπη που τα κάνει όλα αληθινά. Η αγάπη όλα τα υπομένει, η αγάπη όλα τα ελπίζει, δίνει ζωή στην οικουμένη κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει”…
Έμεινε μαζί της, έξω από την πόρτα της πολλές ώρες. Το ίδιο έκανε κάθε μέρα. Ώρες έξω από την πόρτα της, καθισμένος στο πάτωμα, της μιλούσε, της θύμιζε τα παλιά, της υποσχόταν τα μελλούμενα, της τραγουδούσε.
Η Ελένη δεν αντιδρούσε. Δεν έβγαζε μιλιά. Μόνο τον άκουγε και άφηνε τα δάκρυά της να καίνε τα μάγουλά της. Καθόταν κι αυτή κάτω στο πάτωμα κι ακουμπούσε την πόρτα. Μια πόρτα τους χώριζε και στην συνείδησή της, η προδοσία της. Μετά την πρώτη μέρα που ήρθε και της μίλησε καθισμένος κάτω, έξω από το δωμάτιό της, τον περίμενε πώς και πώς. Είχε ανάγκη την παρουσία του, την φωνή του, τα λόγια του. Λειτουργούσε καταπραϋντικά μέσα της. Ήταν ο ψυχολόγος της, ο παντοτινός φίλος της, ο εραστής της, ο άνθρωπος της. Εκείνος που δεν κιότεψε στα δύσκολα. Εκείνος που παρόλη την άρνησή της να τον δει, να του μιλήσει, να του ανοίξει την πόρτα, ήταν φρουρός της, κέρβερος έξω από την πόρτα της. Όταν έφευγε, λίγα λεπτά μετά, άνοιγε την πόρτα και έπαιρνε βαθιές εισπνοές, ρουφώντας το άρωμά του, να εισχωρήσει στο αίμα της.
Δεν γύρισε στο πανεπιστήμιο ο Κωστής. Έμεινε μαζί της. Για την ακρίβεια, έξω από την πόρτα του δωματίου της. Κανείς δεν προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη. Δεν άφηνε πολλά περιθώρια η στάση του. Ήξεραν όλοι τι σήμαινε για κείνον η Ελένη. Κανένα πανεπιστήμιο και κανένα όνειρό του δεν ήταν πιο πολύτιμο από κείνη. Τον είχε ανάγκη κι ας μη το παραδεχόταν κι ας μη του μιλούσε. Τον άκουγε όμως. Το ήξερε ότι τα λόγια του θα βρουν τη θέση τους στο μυαλό και την καρδιά της.
30 Νοέμβρη, Αγίου Ανδρέα, έπιασε από νωρίς την θέση του ο Κωστής.
“Θυμάσαι, σαν σήμερα; Πόσα χρόνια έχουν περάσει; Παιδιά ήμασταν. Τετάρτη δημοτικού. Τρέχαμε να γλυτώσουμε από τον κυρ Γιώργο, που κόψαμε τα ρόδια από το δέντρο του, μπουρδουκλώθηκα, έπεσα και έσχισα την παλάμη μου. Θυμάσαι πως είχα φοβηθεί με το αίμα που έτρεχε; Κι εσύ, ατάραχη, έβγαλες την κορδέλα από τα μαλλιά σου και την τύλιξες στην πληγή, στο χέρι μου. Παρατήσαμε και τα ρόδια που τόσο σου αρέσουν και τρέξαμε στο σπίτι, στην μαμά μου. Πριν μας ανοίξει την πόρτα, με φίλησες στο μάγουλο και μου είπες να μη φοβάμαι. Η μαμά μου έντρομη, έβαλε το χέρι μου κάτω από το νερό, με μάλωνε φυσικά ταυτόχρονα και συ δεν έφυγες από δίπλα μου. Δύο ράμματα έμειναν να μου θυμίζουν εκείνη τη μέρα, την μάνα μου να προσεύχεται στον Άγιο Ανδρέα που με βοήθησε να μη πάθω τίποτα χειρότερο και το φιλί σου που δεν το ξέχασα ποτέ…”.
Την σιωπή που υπήρχε τα επόμενα λεπτά, τάραξε το άνοιγμα της πόρτας και το “ωχ” του Κωστή καθώς έπεφτε ανάσκελα στο πάτωμα μπροστά στα πόδια της. Έμεινε εκεί ανάσκελα να την κοιτάζει όρθια από πάνω του.
– Θα σηκωθείς; Όπως βλέπεις δεν έχω δύο χέρια να σε σηκώσω.
– Και τι πειράζει;
Με αυτά τα λόγια και με ένα σάλτο το νεαρό αγόρι βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την Ελένη.
– Όχι μόνο πειράζει…, είπε η Ελένη και κατέβασε το βλέμμα. Ο Κωστής, με τα δάχτυλά του, άγγιξε το πηγούνι της και σήκωσε ξανά το κεφάλι της, να συναντηθούν οι ματιές τους.
– Μαζί θα το περάσουμε. Και θα τα καταφέρεις. Δεν θα επιτρέψω να παραιτηθείς από τα όνειρά σου. Δεν είναι ικανό αυτό που συνέβη να σε διαλύσει, μ’ ακούς; Είσαι πιο δυνατή από αυτό. Και με το χέρι του ακούμπησε το σημείο ακρωτηριασμού, ενώ το μανίκι της μπλούζας της κρεμόταν άδειο. Η Ελένη τραβήχτηκε, μα τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε. Της έβγαλε την μπλούζα. Η Ελένη δακρυσμένη χαμήλωσε ξανά το βλέμμα.
– Όχι. Όχι. Μη σκύβεις το κεφάλι. Δεν υπάρχει λόγος. έσκυψε και φίλησε το ακρωτηριασμένο σημείο. Συνέχισε στον ώμο της, στον λαιμό της κι έφτασε στα χείλη της. Πόσο του είχε λείψει να την φιλάει, να την αγγίζει. Η Ελένη, σα ναρκωμένη ακολουθούσε τον ρυθμό του. Τα δάκρυά της ασταμάτητα, ανεξέλεγκτα. Ο Κωστής την φιλούσε παντού, στα δάκρυα, στα μάγουλα, στο μέτωπο, στα χείλη.
– Δεν σου φέρθηκα όπως σου άξιζε.
– Σςςςς. Μη μιλάς, φίλα με.
– Όχι Κωστή. Ήμουν απαράδεκτη. Ενώ εσύ όσα έλεγες τότε, τα εννοούσες. Εγώ σε κρέμασα στην πρώτη δυσκολία. Βλέπεις, τα ήθελα όλα. Δεν μου έφτανε που υπήρχες στη ζωή μου, ήθελα την καθημερινότητα, φέρθηκα εγωιστικά. Θα με συγχωρέσεις;
– Σε έχω συγχωρέσει ήδη έρωτά μου αγιάτρευτε. Βασανάκι μου γλυκό. Ήμουν σίγουρος ότι μαζί θα ξαναείμαστε.
– Κι αν δεν είχε συμβεί αυτό; και κοίταξε το χέρι της.
– Άσε στην άκρη τα “αν”. Μη βασανίζεσαι. Δική μου θα γινόσουν πάλι κι ας μας βομβάρδιζαν όλα τα “αν” του κόσμου.
– Δεν σε ξεπέρασα ποτέ. Δεν σταμάτησα ποτέ να σε αγαπώ.
– Αυτά θέλω να ακούω.
Την πήρε αγκαλιά και στριφογύριζαν μαζί μέχρι που από τα γέλια τους, απόκτησαν κοινό. Η μαμά της Ελένης με το χέρι στο στόμα από την συγκίνηση, την χαρά, την ευγνωμοσύνη, έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα.
Η Ελένη φορούσε προσθετικό μέλος, με αυτονομία στη κίνηση του αγκώνα, του καρπού, των δαχτύλων, όταν χρειαζόταν. Δεν αισθάνθηκε ποτέ ξανά άσχημα για το άνω άκρο που δεν είχε. Τελείωσε το πανεπιστήμιο με άριστα, άνοιξε ιατρείο και στα παιδιά που την επισκέπτονταν, αρχικά τους τραβούσε την προσοχή σκόπιμα, με το προσθετικό χέρι της. Προτιμούσε να το δείχνει η ίδια και να προλαβαίνει την παιδική περιέργεια. Ήταν μια εξαιρετική παιδίατρος, τα παιδιά την λάτρευαν, το ιατρείο παντού είχε ζωγραφιές τους, όπου η Ελένη φρόντιζε όλες να έχουν μια θέση.
Ο Κωστής άνοιξε κτηνιατρείο και έσωζε, προστάτευε, μάζευε όλα τα αδέσποτα που είχαν ανάγκη, φρόντιζε να τους βρίσκει οικογένειες και τους αφιέρωνε καθημερινά μεγάλο κομμάτι της ζωής του.
Ο γάμος τους έγινε όπως τον ονειρευόταν η γυναίκα της ζωής του. Σε ένα ξωκκλήσι στη θάλασσα. Με τους πολύ δικούς τους μόνο. Λίγοι συγγενείς και φίλοι βρέθηκαν στο μυστήριο και μετά όλοι μαζί, πάρτι στη παραλία, ξυπόλητοι, με μια κιθάρα συνοδεία, τραγουδώντας όλοι μαζί αγαπημένα τραγούδια. Με καρεκλίτσες και τραπεζάκια με μεζέδες στο χέρι και άφθονο ποτό. Γελούσαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, έβγαιναν φωτογραφίες. Χωρίς τίποτα στημένο, χωρίς επαγγελματίες φωτογράφους. Απλά και λιτά όπως όλη η φιλοσοφία ζωής τους. Οικονομικά, μπορούσαν πια να έχουν μεγαλύτερο και ομορφότερο σπίτι, καλύτερο αυτοκίνητο, ακριβά ρούχα. Δεν χαράμιζαν όμως εκεί τα λεφτά τους. Ταξίδευαν πολύ, βοηθούσαν κόσμο που είχε ανάγκη, αγόρασαν ένα κτήμα, έβαλαν μέσα ξύλινα σπιτάκια και φρόντιζαν τα αδέσποτα που βρίσκονταν στον δρόμο τους, μέχρι να δοθούν για υιοθεσία, συχνά επισκέπτονταν δομές, γηροκομεία, ορφανοτροφεία και πρόσφεραν πέρα από οικονομική βοήθεια, εθελοντική εργασία. Πάντα μαζί, πάντα χέρι χέρι. Κι ας ήταν το ένα πρόσθετο, ψεύτικο. Η ζωή δεν έχει ποτέ τίποτα δεδομένο. Σε μια στιγμή μπορεί να ανατραπούν όλα. Η αγάπη είναι αυτή που μένει. Η αγάπη είναι η ουσία. Αγάπη, τι εύκολο πράγμα τελικά.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Κράτα μου το χέρι αν τολμάς”
Πολύ καλό, συγκινητικό!