Ο θόρυβος από τις εργασίες στην δίπλα οικοδομή ξύπνησε για ακόμη μια Κυριακή την Ελένη. Κοίταξε το ρολόι και όταν είδε τον μικρό δείκτη στο 8 και τον μεγάλο στο 12, ξεφύσηξε αγανακτισμένα. Σκέπασε το κεφάλι της με το μαξιλάρι, αλλά ο ήχος από τα κομπρεσέρ και οι φωνές δεν καλύφθηκαν ούτε στο ελάχιστο. Αποφάσισε, έτσι, να σηκωθεί και να ξεκινήσει τη μέρα της από νωρίς.
“Από το να μου σπάσουν τα νεύρα, ας καθαρίσω το σπίτι καλύτερα!”, είπε και σηκώθηκε. Πήγε στη κουζίνα, έφτιαξε τον καφέ της και αποφάσισε να τον πιει στο μπαλκόνι, μιας και ο καιρός ‘κρατούσε’ ακόμη. Ευτυχώς οι εργασίες γίνονταν στο οικοδομικό τετράγωνο που ήταν ‘πλάτη’ με την πολυκατοικία που έμενε εκείνη, έτσι δεν θα είχε πρόβλημα με τη σκόνη ή τη φασαρία.
Έβαλε μια ελαφριά ζακέτα, πήρε την κούπα της, τα τσιγάρα της και έκατσε στην καρέκλα. Άναψε ένα και φύσηξε τον καπνό. “Τι να φτιάχνουν άραγε; Σίγουρα δεν πάει για σπίτι γιατί έχει δύο πατώματα και μεγάλους χώρους”, σκεφτόταν και έκανε σχέδια σε περίπτωση που ήταν μαγαζί με ρούχα ή εστιατόριο.
“Σωκράτη!”, ακούστηκε μια δυνατή φωνή που έβγαλε την Ελένη από τις σκέψεις της, όμως της θύμισε κάτι πολύ οικείο από το παρελθόν της…
Έψαξε με το βλέμμα της, μα δεν είδε κανέναν στον δρόμο μπροστά κι όμως η φωνή ακουγόταν τόσο κοντά. “Ε, Σωκράτη! Έλα να πεις στους μεταφορείς πού θα αφήσουν τα όργανα!”.
Τότε ένα μεγάλο φορτηγό πέρασε από τον πλαϊνό δρόμο και η περιέργεια της Ελένης την οδήγησε στο τέλος του μπαλκονιού. 5 άτομα μετέφεραν τεράστια όργανα γυμναστικής στο ισόγειο, το οποίο είχε ολοκληρωθεί.
“Α γυμναστήριο θα γίνει; Μια χαρά”, μονολόγησε η Ελένη και τελείωσε το τσιγάρο της. Το έσβησε στο μικρό τασάκι που κρατούσε στο άλλο χέρι και τους χάζευε που τακτοποιούσαν τα πράγματα. Ενώ το βλέμμα της ήταν αχανές, κατάλαβε ότι κάποιος την ‘καρφώνει’. Τότε γύρισε το κεφάλι αισθητά προς τα δεξιά και είδε δύο μαύρα μάτια να την κοιτάζουν. Ένιωσε πολύ άβολα και αμέσως απομακρύνθηκε και μπήκε μέσα.
Κοντοστάθηκε για λίγο, μα με το χτύπο του σταθερού το ξέχασε κιόλας.
Στην άλλη γραμμή ήταν ο σύντροφός της, ο Θοδωρής. Το προηγούμενο βράδυ είχε βγει με φίλους κι έτσι δεν κοιμήθηκαν μαζί. Ήθελε, όμως, να την δει και της πρότεινε να φέρει πρωϊνό στο σπίτι της.
“Έχει τόση φασαρία από τις εργασίες δίπλα. Καλύτερα να έρθω εγώ από εκεί και παραγγέλνουμε, τι λες;”, αντιπρότεινε η Ελένη
“Όπως θες”, της απάντησε ο Θοδωρής και έκλεισαν το τηλέφωνο ανανεώνοντας το ραντεβού σε μια ώρα.
Η Ελένη ανέβαλε τη φασίνα και ετοιμάστηκε για να πάει στον φίλο της. Μετά από μισή ώρα ήταν έτοιμη. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ανοίγοντας την εξώπορτα είδε μπροστά από το αμάξι της μια μεγάλη μηχανή.
“Πω πώς θα ξεπαρκάρω τώρα; Ο ένας κολλημένος πίσω και ο άλλος με τη μηχανή πάνω στο αυτοκίνητο! Φταίω εγώ να του την πετάξω κάτω;”, έλεγε δυνατά η Ελένη και κοιτούσε τριγύρω μήπως βρει ποιανού ήταν.
Περνώντας τον δρόμο απέναντι για να φτάσει στο αυτοκίνητό της, εμφανίστηκε απέναντί της ο Σωκράτης!
Κοιτάχτηκαν στα μάτια χωρίς να πουν τίποτα. Εκείνος αυστηρός, γύρω στα 35, ψηλός, με μεγάλες πλάτες, γυμνασμένα χέρια, τατουάζ σε κάθε διακριτό σημείο, μελαχρινός, με πυκνό μαλλί, μεγάλα μάτια και γωνίες στο πρόσωπο. Η Ελένη απέναντί του κατακόκκινη από θυμό. Αισθητά πιο κοντή από αυτόν, αδύνατη, με μεγάλα πράσινα μάτια, ζυγωματικά, ζουμερά χείλη και μακρύ μαύρο μαλλί, πιασμένο αλογοουρά.
Τότε πήρε μια βαθιά ανάσα και του είπε “Θα πάρετε την μηχανή σας, σάς παρακαλώ για να βγω;”
Εκείνος μαλάκωσε με το άκουσμα της φωνής της. Πήρε το βλέμμα του από πάνω της και καβάλησε τη μηχανή. Ξανακοιτάχτηκαν και μετά ο καθένας πήρε τον δρόμο του.
Κατά τη διαδρομή προς το σπίτι του Θοδωρή, η Ελένη είχε σπάσει το κεφάλι της να καταλάβει τι τής θυμίζει αυτός ο άντρας. Από τη μια την τρόμαζε το ύφος του και από την άλλη η τελευταία τους ματιά τής ξύπνησε πάλι εικόνες από το παρελθόν…
“Αποκλείεται!”, είπε δυνατά και πάρκαρε δύο τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι του. Έσβησε τη μηχανή, πήρε τα πράγματά της από τη θέση του συνοδηγού, βγήκε από το αμάξι, το κλείδωσε και ξεκίνησε να περπατά τον δρόμο αντίθετα με τη φορά των αυτοκινήτων. Δεν έκανε 5 βήματα και μια μεγάλη μηχανή σταμάτησε μπροστά της. Εκείνη φώναξε από την τρομάρα της και έκανε στην άκρη. Το ίδιο και η μηχανή πάνω στην οποία επέβαινε ο Σωκράτης.
“Είσαι με τα καλά σου;”, σχεδόν ούρλιαξε και ο Σωκράτης της έκλεισε το στόμα με τη μεγάλη του παλάμη και την έσπρωξε προς τα πίσω, μέχρι που η πλάτη της ακούμπησε σε ένα ντουβάρι. Γούρλωσε τα μάτια. Ήταν τόσο φοβισμένη. Τι θα της κάνει; Πώς θα ξεφύγει από κάποιον με τα διπλάσια κιλά και ύψος;
“Ελένη, ο Σωκράτης είμαι. Ο Σωκράτης σου”, της είπε και τότε εκείνη έριξε κάθε αντίσταση. “Θα φωνάξεις;”, τη ρώτησε
Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και τότε απομάκρυνε το χέρι του από το πρόσωπό της.
“Ο Σωκράτης από το Λύκειο; Ο Σωκράτης που έφυγε εκτάκτως για Γερμανία με τους γονείς του; Ναι, εσύ είσαι! Ο Σωκράτης μου!”, είπε με τρεμάμενη φωνή και τα μάτια της εξέταζαν όλο του το πρόσωπο. Άπλωσε τα χέρια της και ακούμπησε τα μάγουλά του. “Έπρεπε να το καταλάβω νωρίτερα… Αυτά τα μάτια… Πώς γύρισες; Γιατί εδώ; Γιατί τώρα;” Τα ερωτήματα της ήταν ατελείωτα
Ο Σωκράτης της χαμογέλασε.
“Δεν είχα σκοπό να γυρίσω. Στη Γερμανία δουλεύω ως tattoo artist και μου έγινε μια πολύ καλή πρόταση από έναν φίλο να ανοίξουμε το γυμναστήριο που είδες μαζί. Ήταν παλιά ταβέρνα και την πούλησαν σε πολύ χαμηλή τιμή. Στο ισόγειο θα είναι γυμναστήριο και στον όροφο τατουατζίδικο. Χρειαζομουν μια καλή δικαιολογία για να γυρίσω στην Ελλάδα. Δεν άντεχα άλλο εκεί. Έτσι δέχτηκα αμέσως. Πού να φανταστώ ότι ο Θεός θα μου στείλει διπλή χαρά. Αντάμωση με την Ελλάδα και με εσένα!”
“Δηλαδή τυχαία βρέθηκες δίπλα στο σπίτι μου;”
“Πιο τυχαία δεν γίνεται”, απάντησε και γέλασαν και οι δύο δυνατά. “Ήμουν σίγουρος ότι υπάρχει άντρας στη ζωή σου και γι’ αυτό σε ακολούθησα… Ελένη, άλλαξα πολλές γυναίκες στη Γερμανία. Με όποια και να ξάπλωνα, η φαντασίωσή μου ήσουν εσύ. Παράτα τα όλα και έλα να το πιάσουμε από την αρχή”.
Η Ελένη είχε ξεχάσει τελείως και πού βρισκόταν και τον Θοδωρή! Τα λόγια του Σωκράτη την επανέφεραν στην πραγματικότητα!
“Ο Θοδωρής…”, ψέλλισε “…δεν του αξίζει.”
“Η μοίρα μας ένωσε ξανά Ελένη. Το περίμενες ποτέ;”
“Όχι… Να ήξερες πόσες φορές πέρασες από το μυαλό μου. Μέχρι και στα social σε έψαξα και δεν σε βρήκα…”
“Τώρα με έχεις μπροστά σου. Ελένη μου…”
Ήταν τα τελευταία λόγια πριν το παθιασμένο τους φιλί.
Στο Λύκειο η σχέση τους βασιζόταν στα φιλιά και τα αγγίγματα. Μόλις επέτυχαν στις πανελλήνιες, ο Σωκράτης τής ανακοίνωσε ότι λόγω μετάθεσης του πατέρα του σε βάση στο εξωτερικό, θα έπρεπε να φύγουν μόνιμα για Γερμανία. Και το κλάμα που έριξαν και οι δύο ήταν ατελείωτο. Και τώρα τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια τους ήταν χαράς.
“Άστα όλα κι έλα μαζί μου”, της είπε ο Σωκράτης μόλις ξεκόλλησαν τα χείλη τους
Η Ελένη βρισκόταν στο μεγαλύτερο αδιέξοδο της ζωής της! Ο Θοδωρής από τη μια που είχαν σχέση τόσα χρόνια, αλλά ποτέ δεν τον είχε ερωτευτεί πραγματικά. Απλά ταίριαξαν οι μοναξιές τους. Και από την άλλη ο Σωκράτης.
“Πάμε μια βόλτα με τη μηχανή. Θα καθαρίσει το μυαλό σου. Μια βόλτα μόνο”, της πρότεινε ο Σωκράτης και η Ελένη ακολούθησε.
Έφτασαν χαμηλά στην Γλυφάδα. Περπάτησαν, αγκαλιάστηκαν,
Παρά το κινητό που χτυπούσε μανιασμένο, η Ελένη ζούσε το εφηβικό της όνειρο.
Είχε φτάσει πια αργά το απόγευμα και γύρισαν στο διαμέρισμά της. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, ήταν αδύνατον να κρατηθούν άλλο!
“Σε θέλω”, της είπε ο Σωκράτης και άρχισε να της αφαιρεί ένα ένα τα ρούχα. Το ίδιο μιμήθηκε και η Ελένη με τα δικά του. Εξέτασαν για λίγο οπτικά ο ένας το γυμνό κορμί του άλλου. Είχαν την ανάγκη, έστω σε δευτερόλεπτα, να καλύψουν τα χρόνια που ήταν μακριά.
Ο Σωκράτης την άρπαξε στην αγκαλιά του, εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω του και στον τοίχο δίπλα από την πόρτα έγιναν ένα. Κοφτές ανάσες, βογκητά και δύο καυτά σώματα. Δεν έμειναν εκεί. Εκμεταλλεύτηκαν όλη τη νύχτα και έκαναν έρωτα ξανά και ξανά. Μέχρι που τα ξημερώματα κοιμήθηκαν αγκαλιά στο κρεβάτι.
Το επόμενο πρωί ο Θοδωρής είχε φτάσει έξω από την πόρτα της. Χτύπαγε μανιασμένα την πόρτα. Είχε μπερδευτεί τόσο πολύ. Το αμάξι της ήταν κοντά στο σπίτι του κι εκείνη άφαντη. Μέχρι και να καλέσει την αστυνομία σκέφτηκε!
“Ο Θοδωρής!”, είπε με γουρλωμένα μάτια η Ελένη. “Πρέπει να ανοίξω. Να του εξηγήσω. Σε παρακαλώ μείνε εδώ!”, είπε στον Σωκράτη κι εκείνος με ένα νεύμα την καθησύχασε.
Ντύθηκε όπως – όπως και άνοιξε την πόρτα. Ο Θοδωρής στεκόταν μπροστά της. Γεμάτος θυμό και αγωνία. Τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια του είχαν θολώσει χαμηλά και τα χέρια του έτρεμαν. “Τι με κοιτάς σαν χαμένη; Είσαι με τα καλά σου; Πού είσαι εξαφανισμένη από χτες; Θέλεις να με τρελάνεις; Είσαι με άλλον;”.
Η τελευταία ερώτηση είχε τεθεί αρκετές φορές αυτό το διάστημα… Η Ελένη είχε αποφασίσει να κοιτάξει επιτέλους τον εαυτό της, να χάσει τα περιττά κιλά και να πάει γυμναστήριο, με αποτέλεσμα να έχει αλλάξει πλήρως η εξωτερική της εμφάνιση. Και ο Θοδωρής αντί να την συγχαρεί, της έκανε συνεχώς παρατηρήσεις και έβαζε με το νου του ότι αυτές οι αλλαγές γίνονται γιατί υπάρχει άλλος.
“Πρέπει να μιλήσουμε, αλλά όχι τώρα. Σε μια ώρα σπίτι σου. Θα περάσω να πάρω και το αμάξι μου.”
“Έχεις μεγάλο θράσος! Δεν έχουμε να πούμε τίποτα! Σε βαρέθηκα! Βαρέθηκα τα γυμναστήριά σου και τις διατροφές σου και τη νέα σου δουλειά και όλα!”
Η Ελένη τον κοίταζε αποσβολωμένη.
“Το είχα καταλάβει ότι τόσο καιρό σε ενοχλεί που κάνω πράγματα για μένα. Που προχωράω. Που βελτιώνομαι. Η ανασφάλειά σου μύριζε από χιλιόμετρα. Ούτε σeX δεν κάναμε γιατί νόμιζες ότι θα με ενοχλήσει το βάρος σου. Α ρε Θοδωρή… Η στασιμότητα σε βαλτώνει. Κι αυτό έπαθες κι εσύ και η σχέση μας. Όχι ότι βασίστηκε ποτέ σε τίποτα παραπάνω από μια καλή συντροφιά… Μπορείς να φύγεις. Τελειώσαμε.”, του είπε η Ελένη και πήγε να κλείσει την πόρτα
“Τι είπες μ@ρη;” ούρλιαξε ο Θοδωρής και της τράβηξε τα μαλλιά. Σήκωσε το χέρι του να την χτυπήσει και τότε ένιωσε ένα δυνατό σφίξιμο στον καρπό του. Ο Σωκράτης είχε ακούσει τα πάντα.
“Αν την ακουμπήσεις τώρα ή ξανά θα σε λιώσω!”, του είπε με εκείνο το αυστηρό βλέμμα που τρόμαζε μέχρι και την Ελένη. Ο Θοδωρής ζάρωσε. Η δειλία ήταν εμφανέστατη στο βλέμμα του. Άφησε τα μαλλιά της και εξαφανίστηκε τρέχοντας.
“Είσαι καλά;”, την ρώτησε και εκείνη χάθηκε στην αγκαλιά του
“Δεν πίστευα ποτέ ότι δεν θα ξέρω ποιόν έχω δίπλα μου… Κι αν δεν ερχόσουν εσύ ξανά στη ζωή μου, θα την χαράμιζα… Α ρε Σωκράτη, γιατί έφυγες;”
“Δεν ήταν στο χέρι μας τότε. Τώρα είμαι εδώ και θα μείνω εδώ. Μαζί σου. Με τον παντοτινό μου έρωτα.”
Αγγελική Ανδριοπούλου
