Ρόζη

Η Άννα ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, που έμενε μόνη της σε ένα ισόγειο διαμέρισμα. Είχε μείνει χήρα τα τελευταία δέκα χρόνια και ο μόνος άνθρωπος που είχε πλέον στον κόσμο ήταν ο μοναχογιός της Τάσος, ένας άνθρωπος πολύ εγωπαθής και συμφεροντολόγος. Κρατούσε επαφές με τους γονείς του μέχρι να πεθάνει ο πατέρας του, με σκοπό να του αφήσει τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει στο λογαριασμό του, αλλά και το σπίτι όπου έμεναν. Όταν κληρονόμησε το σπίτι, έδιωξε τη μητέρα του για να εγκατασταθεί ο ίδιος κι ας ήξερε ότι τα βγάζει δύσκολα πέρα οικονομικά. Εκείνη μη έχοντας άλλη επιλογή, έφυγε και νοίκιασε το πιο φθηνό διαμέρισμα που βρήκε. Από τότε, ο Τάσος δεν ενδιαφέρθηκε στιγμή για τη μητέρα του, μιας και δεν είχε κάποιο όφελος, επομένως δεν τον ενδιέφερε να τη στηρίξει στις δυσκολίες που έχει η απώλεια, αλλά και τα γεράματα. «Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί» έλεγε από μικρός και όπως αποδείχθηκε, την αγαπημένη του παροιμία την εφάρμοζε δίχως εξαιρέσεις.

Η ζωή της Άννας ήταν μουντή, μοναχική, δίχως ίχνος χαράς, μέχρι εκείνο το πρωινό. Το πρωινό, που άκουσε ένα περίεργο χτύπημα στην πόρτα της… Την άνοιξε και αντίκρισε ένα λευκό γατάκι, να χτυπάει με τα ποδαράκια του. Αμέσως του έβαλε να φάει λίγο κοτόπουλο που της είχε μείνει από την προηγούμενη μέρα και αυτό ξεκίνησε να το απολαμβάνει γουργουρίζοντας. Έπειτα, άρχισε να τρίβεται στο φουστάνι της. Η Άννα το κοίταξε με αγάπη και άρχισε να κάνει συνειρμούς.

Θυμήθηκε τη γατούλα που είχε όταν ήταν παιδί, τη Ρόζη. Είχε έρθει ένα πρωί στον κήπο του σπιτιού της ενώ έπαιζε με τη μπάλα της. Ένα τόσο δα μικρό λευκό γατάκι που έτρεξε αμέσως προς το μέρος της, το χάιδεψε και άρχισε να την ακολουθεί όπου πήγαινε… Λένε πως η γάτα σε επιλέγει, πριν τη διαλέξεις εσύ και αυτό ακριβώς έγινε με τη Ρόζη. Όταν η Άννα μίλησε στους γονείς της για την επιθυμία να βάλει στο σπίτι τη νέα της φίλη, είχαν ενστάσεις. Δεν ήθελαν ζώα στο σπίτι. Παρόλα τα κλάματα και τη γκρίνια της Άννας, ήταν ανένδοτοι. Της είπαν αν θέλει το γατάκι τόσο πολύ, να το κρατήσει στην αυλή και να το φροντίζει. Μη έχοντας άλλη επιλογή, συμφώνησε. Την ονόμασε Ρόζη, από το αγαπημένο της χρώμα, το ροζ. Από τότε, η Ρόζη έγινε η καλύτερη της φίλη και καταπράυνε τη μοναξιά που ένιωθε διαρκώς. Ήταν μοναχοπαίδι και το σπίτι που ζούσε στο βουνό ήταν απομονωμένο, δεν είχε παιδιά στη γειτονιά να παίζει. Η Ρόζη καθόταν στο παράθυρο και της έκανε παρέα όταν παρακολουθούσε παιδικά, έπαιζε μαζί της με το μπαλάκι, έτρεχε όλο χαρά παίζοντας κυνηγητό στον κήπο. Είχε ζωντανέψει την καθημερινότητά της. Κάθε πρωί ανυπομονούσε να βγει στην αυλή και να την καλημερίσει πριν πάει σχολείο. Μα, ένα πρωινό δεν τη βρήκε εκεί. «Έχει πάει κάπου κοντά και θα γυρίσει», σκέφτηκε, αλλά… ούτε το μεσημέρι είχε επιστρέψει. Την έψαχναν για μέρες μαζί με τους γονείς της, όμως δε τη βρήκαν πουθενά. Ίσως κάποιος την πήρε ή της συνέβη κάτι κακό. Ήταν απαρηγόρητη, θρηνούσε και την περίμενε για πάρα πολύ καιρό…

Έχοντας κατακλυστεί από όλες αυτές τις αναμνήσεις, άνοιξε την πόρτα και έβαλε μέσα τη γατούλα. Το πήρε αμέσως απόφαση, θα την υιοθετούσε και θα την ονόμαζε και αυτή Ρόζη. Μόνο που αυτή τη φορά η Ρόζη της, θα ήταν προστατευμένη από όλους τους κινδύνους. Πράγματι ο δεσμός που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ ισχυρός. Καθόταν δίπλα της στον καναπέ όταν έβλεπε ειδήσεις, ανέβαινε στο κρεβάτι της και την ξυπνούσε νιαουρίζοντας κάθε πρωί, την έκανε να αντλήσει δύναμη και να σηκώνεται από την καρέκλα για να παίζει μαζί της… Όταν την έβλεπε να σκέφτεται τον γιο της και να δακρύζει, την κοίταζε στα μάτια και την έγλειφε τρυφερά. Κάπως έτσι για ακόμη μια φορά, ένα γατάκι έγινε η «σανίδα σωτηρίας» που πιάστηκε μέσα στη μοναξιά της, προσφέροντάς της την ανιδιοτελή αγάπη που τόσο της έλειπε.

Ζήσανε μαζί πολλά χρόνια κι «έφυγαν» αγκαλιασμένες την ίδια μέρα…

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading