Η ψαρόσουπα…

Κρατούσε την πλαστική σακούλα στα χέρια της και περπατούσε. Περπατούσε με γρήγορο βήμα και το μυαλό της συνεχώς σκεφτόταν. Τα δάκρυα δεν άργησαν να μουσκέψουν τα μάγουλά της…

***
«Κατάλαβες τώρα;» φώναζε ο πατέρας της. «Έρχονται αυτοί και μας παίρνουν τις δουλειές, μένουν στα σπίτια μας, πίνουν καφέ στα μαγαζιά μας. Παλιάνθρωποι είναι! Μακριά από τέτοιους, ακούτε;».
Συχνή εικόνα να ωρύεται ο πατέρας της. Πάντα κάτι του έφταιγε. Αλλά τα τελευταία 2-3 χρόνια του έφταιγαν εκείνοι, οι ξένοι, οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί, οι πιο σκουρόχρωμοι, οι διαφορετικοί. Ήταν βλέπεις η δεκαετία του ’90 και είχε αρχίσει για τα καλά η μετανάστευση.

«Να μην τους κάνεις παρέα στο σχολείο! Μακριά! Και την τσάντα σου να την κλείνεις! Είναι πονηροί και κλέφtes!»
Φωνές που γίνονταν ζιζάνια έτοιμα να φυτευτούν στην ψυχή της μικρής Άννας, μα την τελευταία στιγμή τα ξερίζωνε. Φανταζόταν πως η μάνα της δεν θα την ήθελε όλη αυτή την πίκρα να φωλιάσει στην καρδιά της. Άλλωστε αυτά τα παιδιά δεν είχαν και κάτι διαφορετικό από εκείνη. Μαζί έπαιζαν στα διαλείμματα, μαζί μοιράζονταν τα φαγητά τους, γελούσαν με τα αστεία τους και συχνά μάθαιναν ο ένας στον άλλο νέες λέξεις.

Πολλές φορές σκεφτόταν πως θα μπορούσε να τους καλούσε και σπίτι να παίξουν, αν ζούσε η μαμά της. Γιατί με τον πατέρα της άκρη δεν έβγαζε. Ούτε και είχε νόημα να του μιλήσει και για τους φίλους της. Τον άκουγε σιωπηλά και διέγραφε τις άσχημες κουβέντες του από το μυαλό της.

Πέρασαν τα χρόνια, ο πατέρας γέρασε και φώναζε λιγότερο. Πλέον η Άννα τον επισκεπτόταν συχνά για να του μαγειρεύει. Δασκάλα έγινε η Άννα. Μια γλυκιά δασκάλα που δίδασκε την αγάπη μαζί με τα γράμματα σε όλα τα παιδιά. Ίδια και διαφορετικά. Κανένα δεν ξεχώριζε.
Όμως από τότε που ο πατέρας της βάρυνε και χρειαζόταν αποκλειστική, αναγκάστηκε να κάνει και κάποια ιδιαίτερα απογευματινά μαθήματα. Ήταν μέρες που δεν έβγαιναν τα κουκιά. Όχι για το κάτι έξτρα, μα ούτε για τα βασικά.

Μια τέτοια μέρα έψαχνε να δει τι να μαγειρέψει στον άρρωστο πατέρα της, για να δυναμώσει. Όλο ρύζι και όσπρια του έκανε εκείνη την εβδομάδα. Συννεφιασμένη πήγαινε στα μαθήματά της. Σε ένα από αυτά ήταν που της έδωσαν την τσάντα που κρατούσε.
«Πάρεις κυρία Άννα. Ψαράκι που ψαρέβαμε κτες. Φρέσκο είναι, να κάνεις σούπα του πατέρα σου. Ξέρω που είναι άρρωστο. Και γκο έχω άρρωστο μάνα» της είπε η μητέρα του παιδιού που έκανε μάθημα με ελληνικά σπαστά, μα γεμάτα με γλύκα και όλο το νοιάξιμο του κόσμου.

Δάκρυσε η Άννα. Αγκάλιασε την γυναίκα που τόσο απλά, τόσο ανθρώπινα ήθελε να της προσφέρει από το υστέρημά της.
Μπορεί να είχε δακρύσει, μα το πρόσωπό της ήταν τώρα φωτεινό.

***
«Έλα πατέρα, σου έκανα ψαρόσουπα, που σου αρέσει» είπε η Άννα και βάλθηκε να τον ταΐζει κουταλιά την κουταλιά.
Πού να ήξερε πως το σημερινό του φαΐ το είχαν εξασφαλίζει εκείνοι που κάποτε έβριζε, οι ξένοι, οι διαφορετικοί…

Άρτεμις Γ.Κ.

One response to “Η ψαρόσουπα…”

  1. Συγκίνηση από το κείμενο αμέτρητη !!! και θαυμασμό στη συγγραφέα !!!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading