Δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Σε λίγο ξημέρωνε. Η μέρα που θα τον αποχωριζόταν, 23/09/1992.
Καθόταν στην καρέκλα δίπλα στο σακίδιο του γιου της και τον χάζευε που κοιμόταν σαν άγγελος. Μη χειρότερα! Πότε έγινε δεκαοχτώ και τον κάλεσε η πατρίδα; Όταν θα τον ξαναέβλεπε, θα ήταν με την στολή εξόδου. Μα πώς είναι δυνατόν να τον πάρουν μακριά της, στο κρύο, στο αγιάζι, να φυλάει σκοπιές, να καθαρίζει τους θαλάμους, τις τουαλέτες, αυτές τις Πόπες, Καλλιόπες πώς τις λένε, να πετάει τα σκουπίδια στο πλοίο της αγάπης; Άκουσον, πλοίο της αγάπης το απορριματοφόρο! Να πλένει τους δίσκους στα μαγειρεία, την γνωστή DJ αγγαρεία. Πολύ θα ήθελε να ξέρει ποιος εφηύρε τις ονομασίες, γελάσαμε και απόψε!
Καλέ είναι μια σταλιά το μωρό της, δεν έχει φύγει ποτέ από κοντά της, πέρα από την πενταήμερη στο σχολείο. Για να μη θυμηθεί κι εκείνο τώρα, που ο λυκειάρχης με το ζόρι της έδωσε το τηλέφωνο του ξενοδοχείου στη Ρόδο. Και πώς θα ήξερε η δόλια μάνα αν το παιδάκι της έφτασε σώο και αβλαβές; Με τηλεπάθεια; Αλλά πού να καταλάβουν αυτοί! Άντρες παιδί μου, γουρούνια! Όχι το παιδάκι της, οι άλλοι. Και σάμπως δεν ήταν αγενής ο ξενοδοχοϋπάλληλος όταν πήρε να ρωτήσει αν είχαν φτάσει; “Όχι κυρία μου, δεν έφτασαν ακόμα, σας το είπα και τις προηγούμενες είκοσι φορές που πήρατε!”. Που κακός χρόνος να μην τον έβρει! Όσες φορές θέλει παίρνει μια μάνα που ανησυχεί! Και τώρα, το παιδάκι της, το παίρνουν από την αγκαλιά της…
567 χιλιόμετρα θα τους χωρίζουν. Θα την παίρνει άραγε κανένα τηλέφωνο να της λέει πώς περνάει, αν τρώει, αν το φαγητό είναι ωραίο; Καλά, σα της μανούλας δεν θα είναι! Αχ, πετσί και κόκαλο θα γυρίσει, δεν θα τρώει, είναι σίγουρη! Αν τον πειράξει κανείς; Αχ και να πειράξουν έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά του, θα τους φάει τα λαρύγγια! Αν κρυώνει… Θεό τον έκανε να πάρει πολλά φανελάκια μαζί του. “Όχι ρε μάνα, θα μας δώσουν εκεί, δεν πάω και στην Αλάσκα!”. Οχιά, ήθελε να του απαντήσει, αλλά γρουσουζιά, να μαλώνουν τελευταίες μέρες πριν φύγει. Δεν θα κάνει παιδιά; Ευχή και κατάρα θα του δώσει, αγόρι να κάνει, τα ίδια να πάθει από το παιδί του, να δει την γλύκα. Αλλά ποιος ακούει την μάνα;
Αχ το παιδάκι της, που της το παίρνει η μάνα πατρίδα… Ο γιος της φαντάρος! Και πώς θα του πηγαίνει η στολή του λεβέντη της! Κούκλος θα είναι με τα φανταρίστικα!
Ξημέρωσε. Όταν δεν θέλεις, ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα… Δεν τον άφηνε από την αγκαλιά της. Έκλαιγε με λυγμούς.
-Να προσέχεις παιδάκι μου, να φοράς το φυλαχτό σου, να μη με ξεχάσεις, να…
-Μάνα δεν πάω στον πόλεμο.
-Ίδιος ο μπαμπάς σου, αναίσθητος.
-Άντε μάνα, τα λέμε.
-Ο Θεός, η Παναγιά και όλοι οι Άγιοι μαζί σου πασά μου, τζιέρι μου, σπλάχνο μου.
Ο γιος της ήδη είχε εξαφανιστεί από το οπτικό της πεδίο κι εκείνη ακόμα εκεί, ως γνήσια Ελληνίδα μάνα, με τα τρία της δάχτυλα σχημάτιζε στον αέρα το Σύμβολο του Σταυρού.
Χρυσούλα Καμτσίκη
