Κάτω από την βροχή

“Αλέξη! Αλέξη! Μπες μέσα!”, ακούστηκε μια οικεία γυναικεία φωνή και ο Αλέξης αναζήτησε την πηγή της με το βλέμμα. Τότε εντόπισε την συνάδελφό του μέσα σε ένα μπορντό αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού και κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
“Έλα μέσα, θα γίνεις μούσκεμα! Δίπλα μένουμε, θα σε αφήσω σπίτι σου”, του είπε γλυκά, τεντώθηκε και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.
“Μην σε βάζω σε κόπο. Θα περπατήσω, δεν έγινε και τίποτα”, της απάντησε μα εκείνη επέμεινε κι έτσι μπήκε μέσα. “Σε ευχαριστώ πολύ. Δεν ήταν ανάγκη”.
“Μα είναι δυνατόν να σχολάμε την ίδια ώρα, να πηγαίνουμε προς την ίδια κατεύθυνση και να μην λες κουβέντα ρε Αλέξη;”, είπε και χαμογέλασε η Βάλια.

Ο Αλέξης στην μικρή διαδρομή που διένυσαν την παρατήρησε προσεχτικά για πρώτη φορά.
Δούλευαν μαζί ένα εξάμηνο τώρα. Από την πρώτη μέρα ο ένας πρόσεξε τον άλλον, μα έμειναν στο πρώτο, έντονο, όλο υποσχέσεις κοίταγμά τους. Εκείνος πάλευε να ‘σώσει’ τη σχέση του κι εκείνη, παντρεμένη. Το κλίμα μεταξύ τους ήταν οικείο και συνεργάζονταν άψογα στη δουλειά. Αν και couch του, δεν του συμπεριφέρθηκε ποτέ υποτιμητικά κι εκείνος της μιλούσε με κάθε σεβασμό.

Τώρα καθόταν δίπλα της στο αυτοκίνητο. Στο ράδιο έπαιζαν χαλαρά μπιτάκια και έξω η βροχή έπεφτε δυνατή πάνω στο αυτοκίνητο. Πρόσεξε για πρώτη φορά τα μαύρα της μαλλιά, τα μεγάλα της καφέ μάτια, το λευκό της χαμόγελο, τα χείλη της… Όλα φαίνονταν να ‘δένουν’ αρμονικά πάνω στο πρόσωπό της.

Έπειτα, έδωσε βάση στην οδήγησή της. Έπιανε το τιμόνι με το ένα χέρι, με άνεση, ενώ το άλλο ήταν πάνω στις ταχύτητες. Τα πόδια της εναλλάσσονταν στα πεντάλ με σταθερό ρυθμό και τότε με την άκρη του ματιού του αντιλήφθηκε ότι δεν ακολουθούσαν τον δρόμο που οδηγούσε σπίτια τους.
“Βάλια, έπρεπε να στρίψεις τρία στενά πριν… Μπορείς να πάρεις αυτόν τον δρόμο από εδώ…”.
“…Αν θες να σε αφήσω όντως σπίτι, κάνω τώρα αναστροφή”, τον διέκοψε η Βάλια και ανάβοντας αλάρμ σταμάτησε σε μια εσοχή στα δεξιά του κεντρικού δρόμου. “Δεν αντέχω άλλο ρε Αλέξη!”, του είπε ξεφυσώντας και τον κοίταξε μέσα στα μάτια.

Σιωπή. Ακουγόταν μόνο ο δυνατός χτύπος από τις σταγόνες της βροχής στην οροφή.

Τα μάτια τους δεν ξεκολλούσαν. Σαν να προσπαθούσαν να μιλήσουν εκείνα για αυτούς.

Τα χείλη τους ενώθηκαν. Το φιλί ατελείωτο. Όλα όσα επακολούθησαν έγιναν αργά. Αργά έβγαλαν ο ένας τα ρούχα του άλλου, αργά εξερεύνησαν ο ένας το σώμα του άλλου, σαν να προσπαθούσαν να καταστήσουν την στιγμή ατελείωτη. Ακόμα κι όταν έγιναν ένα στα πίσω καθίσματα, έζησαν την στιγμή όσο περισσότερο μπορούσαν. Τα θολά τζάμια είχαν εξαλείψει κάθε ενοχή και τα κορμιά τους ακολουθούσαν το τέμπο των σταγόνων της βροχής…

Η βραδιά τελείωσε και έμειναν μέχρι το πρωί αγκαλιά μέσα στο αυτοκίνητο.
Κάνεις δεν το μετάνιωσε, μα δεν επαναλήφθηκε.
Επέστρεψαν στις ζωές τους.
Τα μάτια, όμως, τα μαρτυρούσαν όλα…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading