Γραμμές στον ουρανό

Η εννιάχρονη Μύριελ καθόταν σε μια κούνια, λικνίζοντας νωχελικά το σώμα της μπρος πίσω. Απέναντί της, απλωνόταν μια τεράστια έκταση καλυμμένη με χώμα. Στο βάθος, σαν ακίνητος γίγαντας, έστεκε ένα γκρίζο, τετράγωνο κτίριο με πολυάριθμα παράθυρα, παραταγμένα σαν στρατιώτες έτοιμοι για μάχη.

Απειράριθμα πανομοιότυπα αγόρια με ξυρισμένα κεφάλια, πηγαινόερχονταν σέρνοντας με τα πόδια τους αλυσίδες με βαρίδια. Φορούσαν την ίδια ασπρόμαυρη ριγωτή φόρμα. Ένα κοράκι πέταξε από πάνω τους. Σήκωσαν όλα ταυτόχρονα το κεφάλι και το κοίταξαν. Το ίδιο έκανε και η Μύριελ. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με απειράριθμες λευκές γραμμές, όμοιες με εκείνες που ξερνούσαν τα αεροπλάνα όταν πετούσαν.

Ξαφνικά, ένα από τα παιδιά στράφηκε προς το μέρος της. Άρχισε να την πλησιάζει. Η Μύριελ σταμάτησε να κουνιέται και το κοίταξε με προσμονή. Το αγόρι στάθηκε απέναντί της κι έγειρε το κεφάλι στο πλάι. «Φτάνει;» τη ρώτησε τελικά. Το κορίτσι συνοφρυώθηκε. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε μια φωνή από ένα αόρατο μεγάφωνο. «Η μέρα έφτασε στο τέλος της. Θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση. Φροντίστε να προλάβετε να μπείτε μέσα πριν λήξει ο χρόνος. Δέκα – εννιά – οκτώ…».

Τα παιδιά προσπάθησαν να τρέξουν, αλλά οι αλυσίδες ήταν βαριές. Πολλά δεν κατάφεραν να φτάσουν μπροστά στη σιδερένια πόρτα του κτιρίου που είχε ανοίξει. Μόλις ο χρόνος τελείωσε, η γη σείστηκε, το έδαφος σκίστηκε και κατάπιε όσα ξέμειναν πίσω. Αμέσως άρχισε να σκοτεινιάζει.

Η Μύριελ σηκώθηκε και περιπλανήθηκε στην έρημη πλέον έκταση. Κοίταξε προς τα πολυάριθμα παράθυρα του κτιρίου που υψώνονταν μπροστά της. Το αγόρι που την είχε πλησιάσει πριν λίγη ώρα, στεκόταν πίσω από ένα και την κοιτούσε έντονα. Αν και ήταν ολόιδια μεταξύ τους, ήξερε πως ήταν εκείνο, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί. Απέστρεψε το βλέμμα. Κοίταξε προς τον ουρανό. Οι λευκές γραμμές, ξεχώριζαν σαν πινελιές από ξυλομπογιά, πάνω στο σκούρο μπλε φόντο. Μόνο που ήταν λιγότερες από πριν. Προσπέρασε το κτίριο και κατευθύνθηκε προς έναν κάκτο. Σήκωσε το χέρι και τρύπησε τον καρπό της με δύναμη σε ένα από τα αγκάθια. Αίμα άρχισε να ρέει μεμιάς. Λιποθύμησε.

***

 

Η επόμενη μέρα τη βρήκε πάλι εκεί, να κάθεται στην ίδια κούνια και να λικνίζεται με τον ίδιο ρυθμό. Το αγόρι την πλησίασε και πάλι. Αυτή τη φορά δεν της μίλησε αμέσως. Στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε επίμονα. «Ξέρεις ότι δεν πρέπει να βρίσκεσαι εδώ» της είπε τελικά. «Ούτε εσύ να μου μιλάς. Θα σε δει». «Μπορώ να σε βάλω μέσα» της είπε.

Η Μύριελ τον κοίταξε έντονα στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή, η φωνή που προειδοποιούσε για την αντίστροφη μέτρηση ακούστηκε ξανά. Το παιδί άρχισε να απομακρύνεται σέρνοντας τα βήματά του.

***

 

Ο Ρόμπερτ είχε μόλις τελειώσει τη διδασκαλία. Βγήκε από το κτίριο του σχολείου, στάθηκε στη μέση της αυλής, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα του. Χαμογέλασε στην εικόνα των παιδιών που έπαιζαν χαρούμενα γύρω του. Ξαφνικά συνοφρυώθηκε. Είδε τη μικρή Μύριελ να κάθεται μόνη σε ένα παγκάκι και να κουνά νωχελικά τα πόδια της μπρος πίσω. Στο χέρι της, ήταν δεμένο ένα κόκκινο μπαλόνι. Την πλησίασε και κάθισε δίπλα της. «Γεια σου, Μύριελ». Το κορίτσι δεν μίλησε. Σήκωσε τα χέρια της, άνοιξε τις παλάμες κι άρχισε να κλείνει ένα ένα τα δάχτυλά της, μετρώντας αντίστροφα. «Δέκα – εννιά – οχτώ…» «Μύριελ;» τη ρώτησε παραξενευμένος ο Ρόμπερτ. «Πέντε – τέσσερα…» «Μύριελ;» «Δύο – ένα».

Το κορίτσι κατέβασε τα χέρια, ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές και τον κοίταξε. «Γεια σας, κύριε Τζόουνς» είπε ήρεμα.

Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της. «Είσαι καλά, κορίτσι μου;» «Ναι» απάντησε εκείνη. «Μου έφερες το βιβλίο που σου δάνεισα; Το ζητάει ο γιος μου». «Το ξέχασα. Θα το φέρω αύριο. Με συγχωρείτε πρέπει να γυρίσω σπίτι».

Κατέβηκε από το παγκάκι και διέσχισε σχεδόν τρέχοντας τη μικρή αυλή του σχολείου. Λίγο πριν βγει στον δρόμο, το μπαλόνι που ήταν δεμένο στο χέρι της λύθηκε και υψώθηκε στον ουρανό. Ο Ρόμπερτ σήκωσε ασυναίσθητα το κεφάλι. Ένα αεροπλάνο πέρασε και άφησε πίσω του μια λευκή γραμμή, η οποία ξεθώριασε σχεδόν αμέσως.

Την επόμενη μέρα, η μικρή δεν εμφανίστηκε στο σχολείο. Μετά τη λήξη του ωραρίου ο δάσκαλος στεκόταν έξω από την πόρτα μιας μικρής μονοκατοικίας με αφρόντιστο κήπο. Τα χόρτα είχαν θεριέψει και οι σανίδες της βεράντας έτριζαν κάτω από τα βήματά του. Στο άνοιγμα, δεν άργησε να φανεί, μια μαυροφορεμένη γυναίκα, με τα μακριά, λευκά μαλλιά της μπλεγμένα σε μια άτσαλη πλεξούδα. Τον περιεργάστηκε αποκάλυπτα. «Ρόμπερτ Τζάντερ» είπε εκείνος κι έτεινε το χέρι του. «Είμαι ο δάσκαλος της Μύριελ. Μπορώ να περάσω;»

Η γυναίκα παραμέρισε. Ο Ρόμπερτ κοίταξε γύρω του. Μια έντονη μυρωδιά κλεισούρας και βραστού λάχανου πλανιόταν στον χώρο. Ζάρωσε ελαφρά τη μύτη του. Στράφηκε προς τη γυναίκα που τον κοιτούσε με προσμονή. «Μπορώ» ξερόβηξε «να μιλήσω με τη Μύριελ, κυρία…» «Μπέθανι» απάντησε κοφτά. Η φωνή της ήταν βραχνή και τραχιά. «Είναι αδιάθετη». «Χρειάζομαι ένα βιβλίο που της έχω δανείσει». «Κοιμάται και δεν θέλω να την ξυπνήσω».

Έμειναν σιωπηλοί για λίγο. Ο Ρόμπερτ έκανε μεταβολή να φύγει, μα το μετάνιωσε αμέσως. Γύρισε ξανά προς το μέρος της. «Είναι και κάτι άλλο» είπε τελικά. «Μπορούμε να πάμε κάπου να μιλήσουμε;»

Η γυναίκα έκανε μεταβολή και άρχισε να διασχίζει ένα στενό χολ. Ο Ρόμπερτ το θεώρησε σαν κατάφαση και την ακολούθησε. Βρέθηκαν σε ένα μικρό, τετράγωνο σαλόνι, με σκονισμένα έπιπλα, πολλά καλυμμένα με κιτρινισμένα σεμεδάκια. Η Μπέθανι κάθισε σε μια πολυθρόνα με ξεφτισμένο κάλυμμα. Το έπιπλο έτριξε κάτω από το βάρος της. Ο άντρας τη μιμήθηκε και βολεύτηκε απέναντί της σε έναν στενό καναπέ αγνοώντας τις σούστες που πίεζαν το σώμα του. Αναδεύτηκε για λίγο στη θέση του. Η γυναίκα στριφογύρισε την πλεξούδα με τα δάχτυλά της και τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Πρόκειται για τη Μύριελ» άρχισε εκείνος. Η Μπέθανι συνέχισε να τον κοιτάζει με το ίδιο αδιάφορο βλέμμα. «Πρόσεξα μια περίεργη συμπεριφορά από μέρους της. Είναι αφηρημένη. Μοιάζει σαν… μοιάζει σαν να κοιμάται με ανοιχτά τα μάτια, και κάθε φορά, αρχίζει να μετράει αντίστροφα και μετά συνέρχεται. Έχετε παρατηρήσει κάτι αντίστοιχο;» «Όχι». «Νομίζω πως ίσως χρειάζεται να επισκεφθεί κάποιον ψυχολόγο» συνέχισε ο Ρόμπερτ.

Η γυναίκα έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Θα το έχω υπόψη μου, δάσκαλε» του είπε τελικά και σηκώθηκε. Εκείνος κατάλαβε πως η συζήτηση είχε φτάσει στο τέλος και τη μιμήθηκε. Καθώς τον οδηγούσε στην έξοδο, ήταν σίγουρος πως είδε το πρόσωπο της Μύριελ να εξαφανίζεται στον επάνω όροφο. Φεύγοντας, κοίταξε από το παράθυρο. Πρόσεξε την Μπέθανι να ανεβαίνει ήρεμη την ξύλινη σκάλα.

***

 

Ο εννιάχρονος Τσάρλι βρισκόταν μέσα σε ένα δωμάτιο με λευκούς τοίχους. Καθόταν στο πάτωμα σε μια γωνιά και λίκνιζε το σώμα του μπρος πίσω. Το κρανίο του ήταν ξυρισμένο και γεμάτο ουλές. «Φτάνει» μουρμουρούσε. «Φτάνει… φτάνει τόσο…» Έπιασε το κεφάλι με τις δυο παλάμες του και το πίεσε. «Φτάνει, θέλω να φύγετε. Να σβήσουν όλες οι γραμμές από τον ουρανό. Φτάνει»

***

 

Ο Ρόμπερτ κοιτούσε επίμονα το άδειο θρανίο του κοριτσιού. Η σχολική μέρα έφτασε στο τέλος της μα η Μύριελ δεν είχε φανεί. Χρειαζόταν το βιβλίο άμεσα. Ήταν το αγαπημένο του γιου του και το ζητούσε διακαώς. Λίγη ώρα αργότερα χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού της. Καμία απάντηση. Κοίταξε από το παράθυρο. Τα φώτα ήταν σβηστά.

Συνοφρυώθηκε. Σκέφτηκε να φύγει, αλλά ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένστικτό του, του έλεγε να επιμείνει. Έσπρωξε την πόρτα. Δεν κατάφερε να την ανοίξει. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη, τύλιξε το χέρι, έσφιξε τη γροθιά κι έσπασε το παράθυρο. Παραμέρισε τα γυαλιά, και σύρθηκε μέσα. Η ίδια απαίσια μυρωδιά, εισχώρησε με μανία στα ρουθούνια του. «Μύριελ;! Κυρία Φέρινγκτον;» Καμία απάντηση. Έψαξε αρχικά το ισόγειο. Αποφάσισε να ανέβει στον επάνω όροφο. Τα δωμάτια ήταν όλα άδεια. Εκτός από… προχώρησε στο τέλος του διαδρόμου. Άνοιξε την πόρτα, κι αντίκρισε την Μπέθανι, λιπόθυμη. Αίμα έτρεχε από μια πληγή στο κεφάλι της. Δίπλα της, καθόταν η Μύριελ κουλουριασμένη και κουνούσε ρυθμικά το σώμα της. Έτρεξε κοντά της. «Μύριελ! Τι συνέβη;» «Μου επιτέθηκε…» κατάφερε να προσφέρει μέσα στους λυγμούς της. Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του. «Πρέπει να καλέσουμε ένα ασθενοφόρο. Έλα».

Πριν προλάβει να αντιδράσει, κάποιος τον άρπαξε από τον λαιμό. Τη στιγμή που πάλευε να αναπνεύσει, είδε από τον καθρέφτη την Μπέθανι να τον σφίγγει όλο και πιο πολύ. Η Μύριελ βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Τότε η γυναίκα τον παράτησε και πήγε να τρέξει ξοπίσω της. Ο Ρόμπερτ την άρπαξε από τη μέση. Έπεσαν και οι δύο στο πάτωμα. Σκοτάδι τον τύλιξε.

***

 

Η Μύριελ βρισκόταν πάλι στην παιδική χαρά. Τα αγόρια συνέχιζαν να περιφέρονται με βλέμμα απλανές, περιμένοντας να ανοίξει η πύλη. Το ίδιο παιδί που της είχε μιλήσει την προηγούμενη φορά, την πλησίασε και πάλι. «Κάθε φορά που χάνονται κάποιοι από εμάς, οι γραμμές λιγοστεύουν» σήκωσε το χέρι του και της έδειξε προς τον ουρανό. «Κάποια στιγμή, θα εξαφανιστούν όλες». Η μικρή τον κοίταξε αμίλητη. «Θέλεις να μπεις μέσα;» τη ρώτησε. Εκείνη ένευσε. «Μόλις αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, κρύψου πίσω μου. Θα μπούμε μαζί. Δεν θα σε δει».

Η Μύριελ υπάκουσε. Σύντομα βρισκόταν μέσα στο κτίριο. Στάθηκε ακίνητη και παρακολούθησε τα παιδιά να την προσπερνούν, περπατώντας αργά χωρίς να της δίνουν σημασία. Κατευθύνονταν προς το τέλος του διαδρόμου και ανέβαιναν τις φαρδιές σκάλες. Τους ακολούθησαν. Βρέθηκαν σε έναν ακόμα πιο μακρύ διάδρομο γεμάτο με ανοιχτές πόρτες. Δεν ήξερε πώς, αλλά ήταν σίγουρη ότι ήταν όσες και τα παιδιά. Κάθε φορά που έμπαινε ένα μέσα, εκείνη έκλεινε ορμητικά. «Θα περιμένω να μπουν όλα και μετά θα μπω κι εγώ. Μόλις κλείσει και η τελευταία πόρτα δεν πρόκειται να ασχοληθεί μαζί σου. Το μόνο που τον νοιάζει, είναι να μας κρατάει μέσα στα δωμάτια. Η προσοχή του είναι στραμμένη εκεί. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» της επεσήμανε το αγόρι.

Όταν πλέον είχε μείνει μόνη, πλησίασε μια πόρτα. Δεν υπήρχε χερούλι. Ούτε παράθυρο για να μπορεί να κοιτάξει μέσα. Έκανε ένα κύκλο γύρω από τον εαυτό της και περιεργάστηκε τον χώρο. Ο διάδρομος είχε πλέον ερημώσει. Στο τέρμα του ένα φως αχνόφεγγε κάτω από μια κλειστή πόρτα. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί.

***

 

Ο Τσάρλι λίκνιζε γρήγορα το σώμα του μπρος – πίσω. «Μέσα» μουρμούριζε πρέπει να μείνετε μέσα. Η πόρτα του δωματίου του άνοιξε.

***

 

Όταν ο Ρόμπερτ συνήλθε, διαπίστωσε πως ήταν δεμένος σε μια καρέκλα. Απέναντί του, καθόταν η γιαγιά της Μύριελ. Πίεζε το κεφάλι της στο σημείο που είχε χτυπήσει, με ένα ματωμένο μαντήλι. «Πού είναι η μικρή;» ρώτησε με σφιγμένα δόντια. «Γιατί με έδεσες;»

Εκείνη έκυψε προς το μέρος του και κατέβασε το μαντήλι. Το αίμα είχε στεγνώσει στην πληγή. «Για να με ακούσεις». «Να ακούσω…» «Η Μύριελ» προσπάθησε να προφέρει «δεν είναι σαν όλα τα παιδιά». Ο Ρόμπερτ σώπασε. «Πάντα είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον αδερφό της Τσάρλι. Είναι δίδυμοι. Ο μικρός είχε… έχει» διόρθωσε «μια κάποιου είδους ψυχική ασθένεια. Συνεχώς έλεγε πως οι σκέψεις του τού μιλούν, τον διατάζουν να κάνει φρικτά πράγματα. Τις παρομοίαζε με πανομοιότυπα παιδιά με ξυρισμένο κεφάλι που εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει δεμένα με αλυσίδες σε μια αχανή έκταση. Τις άφηνε ελεύθερες για λίγη ώρα, και μετά προσπαθούσε να τις κλείσει και πάλι μέσα στο σεντούκι του μυαλού του για να μην κάνουν κακό. »Μέχρι που… κάποια στιγμή, δεν τα κατάφερε. Πρώτο του θύμα, ήταν ένα σπουργίτι. Το έκλεισε τόσο σφιχτά στη χούφτα του, που το κακόμοιρο έπαθε ασφυξία και πέθανε. Ισχυρίστηκε πως το έπνιξε από την πολλή αγάπη. Ότι δεν κατάλαβε τι συνέβη. Σειρά είχε ένα σκυλάκι. Κατάφερε πάλι να καμουφλάρει την πράξη του. Όταν όμως μια συμμαθήτριά του τραυματίστηκε σχεδόν θανάσιμα, κατάλαβα πως έπρεπε να παραδεχτώ την αλήθεια. Οι σκέψεις του, κατάφεραν να ξεφύγουν. »Όμως… υπήρχε κάτι που είχα παραβλέψει. Το κατάλαβα όταν μου είπες πως η Μύριελ έμοιαζε να είναι χαμένη στον δικό της κόσμο και ξαφνικά άρχισε να μετράει αντίστροφα. Βλέπεις… κι ο Τσάρλι μετρά αντίστροφα κάθε φορά. Και τότε συνειδητοποίησα, πως όταν συνέβαινε κάτι κακό, η Μύριελ βρισκόταν πάντα κάπου εκεί κοντά». «Ο Τσάρλι προσπαθούσε να περιορίσει τις κακές σκέψεις και η Μύριελ να τις βγάλει προς τα έξω» συμπέρανε εύστοχα ο Ρόμπερτ. «Ακριβώς». «Και τώρα; Ξέρετε πού μπορεί να έχει πάει;» Η γυναίκα ένευσε.

***

 

Η Μύριελ πλησίασε τον Τσάρλι. «Γεια σου, αδερφούλη». Ο μικρός γούρλωσε τα μάτια και την κοίταξε με απόγνωση. «Μέσα» την παρακάλεσε. «Πρέπει να μείνουν μέσα».

Εκείνη του χαμογέλασε. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε απαλά το μέτωπο. Έπειτα έκλεισε τα μάγουλά του στις παλάμες της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έσπρωξε με δύναμη το κεφάλι του στον τοίχο. Τον χτύπησε ξανά και ξανά και ξανά. Ένα κόκκινο ρυάκι έβαψε το αψεγάδιαστα λευκό χρώμα. Το σώμα του αδερφού της, έγειρε άψυχο στο πλάι. Η Μύριελ βγήκε στον διάδρομο και κοίταξε γύρω της. Την ίδια στιγμή, οι πόρτες άνοιξαν με έναν δυνατό κρότο και τα πανομοιότυπα παιδιά, ξεχύθηκαν στον διάδρομο.

***

 

Ο Ρόμπερτ και η Μπέθανι, στέκονταν έξω από έναν από τους υψηλότερους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης. Δίπλα στο κτίριο, δέσποζε μια μεγάλη μεταλλική ταμπέλα με το όνομα Lethargica.

***

 

Οι Τίμον Γκούντγουιλ, διευθυντής της Lethargica και Ράιαν Ντέμπορ, δεξί του χέρι, βρίσκονταν στο γραφείο του πρώτου, στον τελευταίο όροφο του κτιρίου. Ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα.

Ο Τίμον αφού τσέκαρε την κάμερα στον υπολογιστή του, πίεσε ένα κουμπί κάτω από το γραφείο. Οι συρτές πόρτες παραμέρισαν για να κλείσουν σε κλάσματα δευτερολέπτου μόλις μπήκαν μέσα οι επισκέπτες. «Κυρία Φέρινγκτον, σε τι…» «Ο Τσάρλι;» απαίτησε να μάθει η γυναίκα πλησιάζοντας φουριόζα. «Στο δωμάτιό του…» πήγε να πει ο Τίμον. «Είσαι σίγουρος;» «Τι…» «Τσέκαρε!»

Ο Τίμον έψαξε τις οθόνες από τις κάμερες στις οποίες είχε πρόσβαση μέσω του υπολογιστή του. Μια εικόνα με ένα άδειο δωμάτιο γέμισε όλη την οθόνη. Ξεροκατάπιε. «Πώς…»

Η Μπέθανι στάθηκε δίπλα του και κοίταξε κι εκείνη. «Μου είπατε πως ήταν ασφαλής. Ότι τον φυλούσατε υπό δρακόντια μέτρα ασφαλείας». «Ηρεμήστε» πήρε τον λόγο ο Ράιαν «να δούμε τι συνέβη».

Κοίταξαν όλοι μαζί τις εικόνες από τις κάμερες. Παρατήρησαν τη Μύριελ να μπαίνει ανενόχλητη, να κατευθύνεται στο δωμάτιο του Τσάρλι χωρίς να την εμποδίζει κανείς κι έπειτα να αποχωρεί μαζί με τον αδερφό της.

Η Μπέθανι τους κοίταξε με δολοφονικό βλέμμα. «Τι έχετε να πείτε τώρα;» «Κοιτάξτε» παρενέβη πάλι ο Ράιαν. «Ράιαν Ντέμπορ» στράφηκε προς τον Ρόμπερτ δίνοντας το χέρι. Εκείνος ανταπέδωσε τη χειραψία μουδιασμένος. «Γνωρίζατε τους κινδύνους. Σας είχαμε επισημάνει πως έπρεπε να νοσηλευτεί προληπτικά και η εγγονή σας».

Η Μπέθανι δεν μίλησε. «Καθίστε» συνέχισε ο Ράιαν.

Εκείνοι υπάκουσαν.

«Πώς συνέβη όλο αυτό;» ρώτησε η γυναίκα πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Η Μύριελ» άρχισε ο Τίμον «μοιραζόταν μια ιδιαίτερη σύνδεση με τον δίδυμο αδερφό της. Είχαμε συνεχώς συνδεδεμένο τον εγκέφαλό του με τη συσκευή τεχνητής νοημοσύνης που του επέτρεπε να περιπλανιέται μέσα στον εικονικό του κόσμο, προσπαθώντας να εξουδετερώσουμε τις άσχημες σκέψεις του». Βλέποντας το μπερδεμένο βλέμμα του Ρόμπερτ, αποφάσισε να γίνει πιο επεξηγηματικός. «Γνωρίζετε για τη Lerthargica;» τον ρώτησε. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Πρόκειται για μια κλινική που μελετά τις δυνατότητες του ανθρώπινου νου, των ονείρων και της τεχνητής νοημοσύνης. Ξέρετε τι παθαίνουν οι άσχημες σκέψεις όταν τις απωθούμε;» απευθύνθηκε τώρα και στους δυο. «Όταν τις κρύβουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας; Όταν τις φυλακίζουμε, νομίζοντας πως έτσι μπορούμε να υποκριθούμε πως δεν υπήρξαν ποτέ; Πως δεν τις σκεφτήκαμε ποτέ; Βρίσκονται σε ένα έρημο, αχανές μέρος, σέρνοντας αλυσίδες και βαρίδια, δίνοντάς μας μια λανθασμένη αίσθηση ασφάλειας, ότι το κακό που θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε έχει μείνει πίσω. Μόνο που οι σκέψεις, μένουν εκεί και καραδοκούν, μέχρι να βρουν την κατάλληλη στιγμή, το κατάλληλο ερέθισμα που θα τις κάνει να ξυπνήσουν, να πετάξουν τα δεσμά τους και να ξεχυθούν μαζί με όλο το σκοτάδι που μπορεί να κουβαλούν μαζί τους. Γι’ αυτό ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από αυτές, είναι να τις δολοφονήσουμε».

«Αυτό εκμεταλλεύτηκε η Μύριελ. Μόνο που έκανε το αντίθετο» πήρε τον λόγο ο Ράιαν. «Εισχώρησε μέσα στον εικονικό κόσμο του Τσάρλι και εξουδετέρωσε το κομμάτι του μυαλού του που προσπαθούσε να σκοτώσει τις άσχημες σκέψεις. Τότε ο μικρός ξύπνησε στο κρεβάτι που τον είχαμε συνδεδεμένο, με όλες τις άσχημες σκέψεις να τον κατακλύζουν και… συνέβη αυτό που αντικρίσατε». «Πώς εισχώρησε;» απαίτησε να μάθει εκείνη. «Με τηλεπάθεια» της απάντησε απλά. «Όπως κατάφερε να κάνει τους υπαλλήλους να την αφήσουν να περάσει». «Μα δεν… το κατάλαβα… εμένα γιατί δεν…» πάσχισε να καταλάβει η γυναίκα. «Προφανώς ήλεγχε κι εσάς κάποιες φορές» της εξήγησε.

Τότε ο Ρόμπερτ θυμήθηκε τις περίεργες, κοφτές απαντήσεις που του έδινε την πρώτη φορά που την επισκέφτηκε. Πώς όμως θυμόταν τα λόγια που της είπε για την αντίστροφη μέτρηση, αν ήταν υπό την επήρεια της Μύριελ; «…αλλά όχι, απόλυτα» συνέχισε ο Ράιαν «για να μην την υποψιαστείτε. Γι’ αυτό σας επέτρεπε να έχετε έλεγχο του εαυτού σας. Μέχρι να καταφέρει αυτό που ήθελε. Να απελευθερώσει την κακή πλευρά του αδερφού της». Έτσι εξηγείται ότι τα θυμόταν… σκέφτηκε ο Ρόμπερτ. «Και τώρα;» ζήτησε να μάθει η γυναίκα. «Πού είναι;» «Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε».

Σηκώθηκε όρθια. «Καλέστε την αστυνομία!» «Κυρία Φέρινγκτον, πρέπει να κινηθούμε προσεκτικά» προσπάθησε να την ηρεμήσει ο Τίμον. «Αν πούμε στην αστυνομία αυτά που συνέβησαν, κανείς δεν θα μας πιστέψει. Ηρεμήστε. Θα βρεθεί λύση». Εκείνη ξεφύσησε. Κάθισε πάλι στην καρέκλα της. «Σας ακούω».

***

 

Την ίδια στιγμή, δυο δίδυμα παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, περπατούσαν σε έναν έρημο επαρχιακό δρόμο. Ένας σκύλος φάνηκε να πλησιάζει προς το μέρος τους. Το ζώο στάθηκε μπροστά τους κουνώντας την ουρά. Ο Τσάρλι γονάτισε δίπλα του. Η Μύριελ τον πλησίασε και του έδωσε έναν σουγιά. Ο μικρός, έκοψε με γρήγορες κινήσεις τον λαιμό του.

Ο ήχος ενός αυτοκινήτου που πλησιάζει τα έκαναν να σταθούν στην άκρη του δρόμου. Το όχημα σταμάτησε δίπλα τους. Η πίσω πόρτα άνοιξε μεμιάς. Τα παιδιά, σαν υπνωτισμένα, μπήκαν μέσα.

Ο οδηγός, που φορούσε ένα μπορντό γιλέκο, μαύρο παπιγιόν και παντελόνι, ξεκίνησε να οδηγεί. Κοίταξε από το παρμπρίζ τον γαλανό ουρανό που ήταν γεμάτος με λευκές γραμμές. Χαμογέλασε και μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμψε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

One response to “Γραμμές στον ουρανό”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading