«Καλά, θυμάσαι τότε στο σχολείο; Τι φασάρα εκείνα τα χρόνια!»
«Άσε μας ρε Ίριδα!»
«Μα γιατί ρε; Σχολείο κάθε πρωί, μετά φροντιστήριο…»
«Και μετά διάβασμα μέχρι το πρωί για τις γ@μω-πανελλήνιες!»
«Ρε Ντίνα, πώς γίνεται να είσαι τόσο γκρινιάρα; Εγώ απλά σου είπα ‘τι ωραία που ήταν τότε’ και εσύ τρελάθηκες!»
«Ε μα, γίνεται να μην τρελαθώ; Έφαγα όλο το αγγούρι τότε και συνεχίζω και τώρα… Φοιτητική ζωή έλεγαν και μ@λαkieς. Δες με! Όλο τρέχω! Το πρωί σχολή, μετά δουλειά, μετά λίγο σπίτι, μετά άλλη δουλειά και μετά ύπνος. Ωραία ζωή!»
«Έχεις εμένα όμως! Την καλύτερή σου φίλη!»
«Ναι! Έχω εσένα!», της είπε η Ντίνα και της χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο.
***
Κολλητές από μικρές. Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαν στο ίδιο σχολείο και ήταν διπλανές μέχρι το γυμνάσιο. Στο λύκειο η Ντίνα αποφάσισε να αλλάξει σχολείο και η Ίριδα έπεσε να πεθάνει που θα έχανε την κολλητή της. Ευτυχώς, τα τηλέφωνα και τα μηνύματα έδιναν και έπαιρναν και κάπως εκμηδένιζαν την απόσταση. Η Ίριδα έκανε τη ζωή της στο παλιό σχολείο και η Ντίνα προσπαθούσε να ενσωματωθεί στην παρέα τις λίγες ελεύθερες ώρες που είχε. Και αυτό, για να είναι μαζί με την Ίριδα.
Τη δεύτερη χρονιά του λυκείου, άρχισαν και οι σχέσεις. Η Ίριδα κεραυνοβολήθηκε με έναν εξωσχολικό και μεγαλύτερο τύπο, τον οποίο ποτέ δεν συμπάθησε η Ντίνα και η Ντίνα άρχισε να δείχνει την προτίμησή της για τα άτομα του ιδίου φύλου, κάτι το οποίο δεν ενδιέφερε καν τη Ίριδα. Το μόνο που ήθελαν ήταν να ήταν καλά μαζί.
Την τρίτη χρονιά, ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι γονείς της Ίριδας αποφάσισαν να πάρουν διαζύγιο και ο πατέρας της Ντίνας έφυγε για το εξωτερικό γιατί του προσέφεραν μια καλύτερη θέση εργασίας. Και όπως ήταν φυσικό, να τα κλάματα! Να η απελπισία! Να η παραίτηση από το διάβασμα! Το σχολείο και το φροντιστήριο πήραν την κάτω βόλτα. Οι σχέσεις τους πήγαιναν κατά δια0λου. Το μόνο που ήθελαν ήταν η μια την άλλη. Όλη μέρα, κάθε μέρα.
Άλλαξαν τελείως οι ζωές τους. Κάθε βράδυ έμενε η μια στο σπίτι της άλλης. Κάθε μέρα ήταν μαζί και μόνο έτσι έπαιρναν δύναμη μα… πλησίασαν οι πανελλήνιες απειλητικά και το άγχος τους όλο και δυνάμωνε. Ένα βράδυ, δέκα μέρες πριν τις εξετάσεις, αποφάσισαν να βγουν να διασκεδάσουν με την υπόλοιπη παρέα. Θα ήταν ελάχιστες οι φορές που θα συνέβαινε κάτι παρόμοιο στο μέλλον και είπαν να το εκμεταλλευτούν. Αμ δε! Οι σχέσεις είχαν άλλες απόψεις…
‘Αμάν ρε Ίριδα που μόνο με τους φίλους σου θέλεις να βγαίνεις! Δεν σε έχω δει καθόλου! Όλο με την Ντίνα είσαι. Ανάθεμα και αν σου έχει πει έναν καλό λόγο για μένα. Με μισεί η τύπισσα, δεν το καταλαβαίνεις;’. Και φυσικά ‘Τι θα γίνει Ντίνα; Πάλι με εκείνη θα βγεις; Δηλαδή έλεος! Ζωή δεν έχει; Όλο μαζί είστε! Αν δεν ήξερα ότι τα έχει με γκόμενο θα νόμιζα ότι σε γουστάρει! Τελευταία φορά, μ’ ακούς;’.
«Καλά, ε! Θα τη χωρίσω! Είναι τέρμα ζηλιάρα και όλο με πιέζει!»
«Μη νομίζεις ότι εγώ περνάω καλύτερα! Αυτός όλο νεύρα έχει και όλο μιλάει άσχημα! Δεν αντέχω!»
«Και τι θα κάνουμε ρε Ίρις; Στο τέλος θα με βάλει να διαλέξω!»
«Το ίδιο φοβάμαι και δεν μπορώ να το διαχειριστώ μαζί με τις εξετάσεις! Μακάρι να είχα τον τρόπο να ήμουν μαζί σου συνέχεια και να μην ενοχλεί κανέναν, αλλά δεν μπορώ! Η δικιά σου θα νομίζει ότι όντως τα έχουμε και ο δικός μου θα με πρήζει ρωτώντας με ασταμάτητα αν σε γουστάρω…»
Η Ντίνα έπιασε μια τούφα από τα μακριά μαλλιά της Ίριδας και την έφερε πίσω από το αυτί της. Είχε μια μυρωδιά το δέρμα της που την ανατρίχιαζε αλλά ποτέ ως τώρα δεν είχε δώσει σημασία…
«Άλλαξες άρωμα;», τη ρώτησε
«Όχι, όχι! Το αφρόλουτρό μου είναι που μυρίζει έτσι. Να, μύρισε!», της είπε η Ίρις και τραβώντας με μια κίνηση τα μαλλιά της στο πλάι, άφησε εκτεθειμένο τον λαιμό της στην Ντίνα να τη μυρίσει.
Η Ντίνα έγειρε προς το μέρος της και ταξίδεψε κατά μήκος του λαιμού της. Η Ίρις αναστέναξε, αλλά η Ντίνα αμέσως τραβήχτηκε λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
«Είσαι καλά; Τι έπαθες;», τη ρώτησε η Ίριδα.
«Τίποτα! Τίποτα! Πάω να πάρω ένα ποτό και έρχομαι!»
Η Ντίνα έτρεξε κατευθείαν στο μπάνιο και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Αποκλείεται να συνέβαινε αυτό! Αποκλείεται να έβλεπε την Ίριδα διαφορετικά. Ήταν, είναι και θα είναι η καλύτερή της φίλη, αλλά γιατί ένιωσε αυτή την ανατριχίλα ξαφνικά; Γιατί μόλις αντίκρισε τον λαιμό της, κάτι μέσα της τρελάθηκε; Έριξε πολύ νερό στο κεφάλι της μπας και μπορέσει να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και ποτέ μα ποτέ δεν ξανασκέφτηκε κάτι τέτοιο για την Ίριδα.
Πέρασε ο καιρός και έδωσαν πανελλήνιες. Πέρασαν και οι δύο στην ίδια πόλη αλλά σε διαφορετικό τμήμα. Συγκατοίκηση το πρώτο βήμα. Βρήκαν ένα μεγάλο σπίτι και έμειναν μαζί για να μοιράζονται τα έξοδα. Τον πρώτο καιρό πολύς κόσμος μπαινόβγαινε στο σπίτι. Σύντροφοι και των δύο που άλλαζαν σαν τα πουκάμισα. Καμιά από τις δύο δεν ήξερε τι ακριβώς συνέβαινε στο μυαλό τους. Ξεσπούσαν και οι δύο πάνω στην ερωτική τους ζωή.
Τα πρώτα Χριστούγεννα ως φοιτήτριες τα πέρασαν στην πόλη που σπούδαζαν ώστε να είναι με φίλους και γνωστούς. Είχαν οργανώσει ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι τους, στο οποίο το αλκοόλ έρρεε άφθονο με αποτέλεσμα η Ίριδα να γίνει τύφλα. Τόσο πολύ που η Ντίνα χρειάστηκε να τη σύρει μέχρι το δωμάτιο ώστε να την βάλει να κοιμηθεί μπας και το πρωί ήταν καλύτερα. Την ώρα που της έβγαζε τα παπούτσια, η Ίριδα με μια δύναμη που κανένας δεν ήξερε πού τη βρήκε, τράβηξε την Ντίνα πάνω της και τη φίλησε στα χείλη. Η Ντίνα τα έχασε…
«Ρε… Μήπως τελικά εμείς οι δύο πρέπει να είμαστε μαζί;», είπε η Ίριδα μες στο μεθύσι της και πάνω που η Ντίνα απέκτησε τα λογικά της και ετοιμάστηκε να απαντήσει, η Ίρις κοιμήθηκε τόσο βαριά που ούτε κανόνια δεν την ξυπνούσαν. Η Ντίνα έμεινε στήλη άλατος προσπαθώντας να επεξεργαστεί αυτό το φιλί, αλλά δεν τα κατάφερε.
Και ο καιρός περνούσε και ποτέ μα ποτέ καμιά από τις δύο δεν έκανε κουβέντα για εκείνο το φιλί. Η Ίριδα το είχε ξεχάσει το επόμενο πρωί και η Ντίνα δεν έκανε ποτέ νύξη για συζήτηση, αλλά το σκεφτόταν κάθε μέρα. Κάθε ρημάδα μέρα. Κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της και κάθε φορά που την έβλεπε. Άχνα όμως δεν έβγαζε…
***
«Ει! Τι σκέφτεσαι;», τη ρώτησε η Ίριδα βλέποντάς την να ξεφυσάει
«Τίποτα! Τίποτα!»
«Ρε γιατί λες ψέματα; Σε ξέρω και μάλιστα πολύ καλά!», της είπε η ίριδα και την αγκάλιασε σφιχτά. Η Ντίνα πετάχτηκε σαν ελατήριο. Τι να της έλεγε; Ότι τη σκεφτόταν όλη μέρα; Ότι μετά από εκείνο το βράδυ στην Γ’ λυκείου άλλαξε ολόκληρη η κοσμοθεωρία της για εκείνη; Ότι μετά από εκείνο το μεθυσμένο φιλί πριν ένα χρόνο έχει χάσει τον ύπνο της; Τι να της έλεγε που δεν θα την τρόμαζε και δεν θα την έχανε;
«Ντίνα, τι έγινε; Με τρομάζεις! Έχεις ασπρίσει καλέ!»
«Ιριδάκι μου, σε παρακαλώ! Μη με πιέζεις! Δεν αντέχω! Μα τω Θεώ όλα κρέμονται από ένα τόσο δα μικρό σχοινάκι. Πήγαινε σε παρακαλώ να ετοιμαστείς να πας στη σχέση σου και άσε με!»
«Ρε τι σου συμβαίνει; Με τρομάζεις!»
«Πήγαινε!».
Η Ντίνα βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο και η Ίριδα ηττημένη πήγε να ετοιμαστεί για το ραντεβού της.
«Ντίνααααααααα! Έλα λίγο που σε χρειάζομαι!», φώναξε η Ίριδα από το δωμάτιό της και η Ντίνα έχοντας πλήρη άγνοια πετάχτηκε από τη θέση της και έτρεξε στο δωμάτιο. Τη βρήκε ημίγυμνη να προσπαθεί να κουμπώσει ένα φουστάνι δίχως επιτυχία.
«Με κουμπώνεις;», της είπε και τράβηξε τα μαλλιά της στο πλάι αφήνοντας εκτεθειμένη την πλάτη της. Η Ντίνα κοκκάλωσε και κατάπιε γιατί νόμιζε πως είχε στεγνώσει ο λαιμός της. «Καλέ; Με κουμπώνεις; Θα αργήσω και ο άλλος θα γκρινιάζει!», της είπε η Ίριδα ξανά μα εκείνη δεν έκανε βήμα. «Ρε Ντίνα;», γύρισε επιτέλους και την κοίταξε. Ήταν κάτωχρη και τρομοκρατημένη. «Ντίνα μου;», της είπε και έκανε ένα βήμα να την πλησιάσει.
«ΜΗΝ ΤΟΛΜΉΣΕΙΣ!», της φώναξε και η Ίριδα κοκκάλωσε.
«Το ξέρεις ότι πριν από έναν χρόνο, στο χριστουγεννιάτικο πάρτι μας, -ναι εκείνο που έγινες τύφλα, με φίλησες και μου είπες ότι εμείς οι δύο έπρεπε να είμαστε μαζί; Επίσης το ξέρεις πως τη χρονιά που δίναμε πανελλήνιες, σε εκείνο το πάρτι του καραγκιόζη που είχαμε πάει, συνειδητοποίησα ότι ίσως να μην σε βλέπω σαν φίλη και φρίκαρα; Ότι όλες οι τύπισσες που έφερνα εδώ ήταν για να μην σκέφτομαι εσένα με άλλον και ότι εδώ και έναν χρόνο δεν τολμάω να σε πλησιάσω γιατί φοβάμαι ότι η καρδιά μου θα βγει από το στήθος μου; Όχι δεν τα ξέρεις και νιώθω τόσο ηλίθια αυτή τη στιγμή, αλλά έπρεπε να τα βγάλω από μέσα μου. Και όχι, δεν θα σου κουμπώσω το φουστάνι! Και… μ@λάk@ δεν αντέχω αλήθεια…».
Τα είχε πει όλα με μια ανάσα και είχε σωριαστεί στο πάτωμα κρύβοντας το πρόσωπό της από ντροπή. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της μα δεν τα σταμάτησε. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει… Υπέφερε… Έπρεπε να της τα πει και ας ήξερε πως ίσως την έχανε. Έπρεπε κάπως να ηρεμίσει η ψυχή της. Η Ίριδα από την άλλη, έφερε τα χέρια στη μέση και άρχισε να χτυπάει το πόδι της στο πάτωμα.
«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!», είπε τόσο δυνατά που τρόμαξε τη Ντίνα. «ΜΑ ΤΩ ΘΕΩ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΑΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΣ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΖΕΙΣ ΤΡΕΛΙΤΣΑ! ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΕΙ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ ΠΕΙ ΚΟΥΒΕΝΤΑ; ΚΟΝΤΕΨΑ ΝΑ ΤΡΕΛΑΘΩ! ΝΟΜΙΖΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΟΥ ΑΡΕΣΩ ΚΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΕ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΞΑΝΑΦΙΛΗΣΩ ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΤΑΡΑΚΟΥΝΗΘΕΙΣ! ΑΜΑΝ ΒΡΕ ΠΟΥΛΑΚΙ ΜΟΥ! ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΒΓΑΛΕΣ! ΗΜΑΡΤΟΝ!».
Η Ντίνα την κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια μεν, γεμάτα δάκρυα δε!
«Ορίστε;», της είπε μέσα στα αναφιλητά της.
«Τι ‘ορίστε;’; Είναι δυνατόν να μην θυμάμαι ότι σε φίλησα; Πας καλά; Από το σχολείο το προσπαθούσα, αλλά έπεφτα πάντα σε τοίχο. Ευτυχώς δηλαδή που είχε αλκοόλ ο άλλος πέρσι και πήρα λίγο θάρρος, αλλά και εσύ… εσύ μου έβγαλες την ψυχή! Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι σε γουστάρω; Τι έπρεπε να κάνω; Να στο πω; Ok! ‘Ντίνα σε γουστάρω!’. Βασικά όχι… ‘Είμαι καψούρα εδώ και χρόνια!’. Εντάξει;».
«Ρε με δουλεύεις; Γιατί αν με δουλεύεις, θα σε σπάσω στο ξύλο!».
«Δεν σε δουλεύω! Ok! Είχα σχέσεις με άλλους, αλλά κανένας δεν με ελκύει και δεν έχει κερδίσει την καρδιά μου όπως εσύ! Και ναι, φοβόμουν μη σε χάσω από φίλη, αλλά ξέρω ότι αυτό δεν γίνεται!».
Η Ντίνα σηκώθηκε και την πλησίασε. Πέρασε το χέρι της από τη μέση της Ίριδας και την τράβηξε κοντά της. Τόσο κοντά της που ασυναίσθητα τα χείλη τους κόλλησαν αστραπιαία. Καμία δεν έκανε κίνηση να χωριστούν. Ίσα ίσα που αφέθηκαν και βάθυναν αυτό το φιλί. Αυτό το φιλί που περίμεναν με λαχτάρα και οι δύο τόσα χρόνια.
«Ναι, Ιριδάκι μου! Δεν θα με χάσεις από φίλη, μην αγχώνεσαι!», της είπε η Ντίνα και τη φίλησε ξανά.
«Αυτό έλειπε!», απάντησε η Ίριδα και την έκλεισε στην αγκαλιά της.
Κατερίνα Μοχράνη
