Ξύπνησε κι ένιωθε σα να είχε τρακάρει με φορτηγό, σα να πέρασε από πάνω της οδοστρωτήρας. Πονούσαν ακόμα και οι τρίχες από τα μαλλιά της. Πόσο θα ήθελε να ήταν ένας εφιάλτης όλο αυτό που έζησε προχθές και χθες. Δυστυχώς όμως έπρεπε να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα του θανάτου της μαμάς της…
Δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό της η εικόνα της στο φέρετρο. Η μανούλα της, η αεικίνητη μέχρι και την τελευταία στιγμή, που δεν ήξερε από όχι, που πάντα έκανε τα χατίρια παιδιών και εγγονιών είτε είχε διάθεση είτε όχι, ήταν εκεί, παγωμένη, μέσα σε ένα άψυχο κουτί. Βλέποντάς την, στο νου της ήρθαν τα λόγια της λίγο καιρό πριν. “Όρθια να φύγω, να μη σας τυραννήσω, να μη πέσω στο κρεβάτι και σας γίνω βάρος”. Και τότε και τώρα η απάντηση της Όλγας θα ήταν η ίδια “και ‘γω; Να μην προλάβω να σε αποχαιρετήσω;”. Αυτό την έκαιγε. Δεν πρόλαβε να την αποχαιρετήσει, να της πει πως ήταν η καλύτερη μαμά που θα μπορούσε να ζητήσει από τον Θεό. Τότε η μαμά της, την είχε κοιτάξει στα μάτια, της χάιδεψε τα μαλλιά και της είχε πει “είσαι το καλύτερο παιδί που θα μπορούσε να ζητήσει μια μαμά κι εσύ και η αδερφή σου. Είστε κοντά μου όλη μου τη ζωή”. Πόσο θα ήθελε να της χάιδευε και τώρα τα μαλλιά… Αντί για αυτό, η Όλγα, χάιδευε τη μανούλα της, για στερνή φορά, λίγο πριν κλείσει το καπάκι και δεν ξαναδεί ποτέ την όψη της.
Τελικά, ο Θεός την αγάπησε πολύ αυτή την γυναίκα. Έτσι όπως ήθελε, έτσι την πήρε. Όρθια μέχρι την τελευταία στιγμή. Ήταν όλοι μαζί, παίζανε ξερή το προηγούμενο βράδυ. Γελούσαν γιατί ο μπαμπάς της, με μαεστρία πάλι “έκλεβε” και κέρδιζαν οι γονείς τις κόρες τους. Κοιμήθηκε τη νύχτα και το πρωί δεν ξύπνησε. Ο μπαμπάς της, παρεξενεμένος που πέρασε η ώρα και η γυναίκα του δεν είχε έτοιμο το πρωινό τους καφεδάκι, πήγε στο κρεβάτι και την βρήκε νεκρή. Πενήντα οχτώ χρόνια παντρεμένοι, μαζί στα εύκολα και στα δύσκολα. Πενήντα οχτώ χρόνια, μια ζωή ολάκερη. Και τώρα έπρεπε να συνεχίσει μόνος, μέχρι να έρθει και η δική του ώρα, που θα ανταμώσουν ξανά.
Κόσμος πολύς στο τελευταίο αντίο. Η Όλγα, στα χαμένα. Άλλοι της μιλούσαν, άλλοι την φιλούσαν, άλλοι της έπιαναν τα χέρια, μα εκείνη δεν έβλεπε και δεν άκουγε κανέναν. Μόνο θολούρα στο μυαλό, πόνο στη ψυχή, νέκρωση στα συναισθήματα. Αυτά κουβαλούσε μέσα της. Όταν έριχνε χώμα με την χούφτα της πάνω στο φέρετρο που ήδη είχε μπει στα έγκατα της γης, μαζί με τους ποταμούς δακρύων άφησε ένα πονεμένο “μαμά μου” να πάρει μαζί του το χώμα.
Τελείωσαν όλα αυτά τα “πρέπει” βάση θρησκείας, τριήμερα, εννιάμερα, σαν να λειτουργούσε στον αυτόματο. Σιωπηλή, με τα μαύρα ρούχα που επιβάλλει ο κόσμος μα κυρίως ο ψυχισμός της. Και στεκόταν τώρα μόνη, χωρίς κανέναν δίπλα της, καθισμένη κάτω, με τα δάχτυλά της να σκαλίζει το φρέσκο χώμα στον άφτιαχτο ακόμα τάφο. “Μαμά μου, πού πήγες; Πού με άφησες; Όλοι μου λένε, έλα, είσαι πενήντα τρία χρονών γυναίκα, έχεις τον άντρα σου, τον γιό σου, την αδερφή σου, τον μπαμπά σου, σύνελθε. Όλοι μου λένε ότι ήσουν πλήρης ημερών, ότι άλλοι δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα ογδόντα τρία όπως εσύ. Όλοι μου λένε ότι θα είσαι φύλακας άγγελός μου από ‘κει ψηλά. Ξέρεις κάτι μαμά; Τίποτα από όλα αυτά που μου λένε δεν με κάνει να νιώσω καλύτερα. Σε ήθελα εδώ, δίπλα μου, όπως όλα αυτά τα χρόνια. Ήθελα να σε αγκαλιάζω κι όχι να κάθομαι κατάχαμα να αγγίζω το χώμα που σε σκέπασε τόσο άψυχα πριν μέρες”.
Οι μέρες κυλούσαν. Δεν είχε βρει τον εαυτό της η Όλγα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όλων. Ο άντρας της βράχος δίπλα της, ο γιος της την κοιτούσε μες στα μάτια, η αδερφή της, παρόλο που πονούσε το ίδιο, ήταν δίπλα της, ο μπαμπάς της, ένα ράκος, όμως της συμπαραστεκόταν. Όλους τους λάτρευε, καθένας ξεχωριστά ήταν πολύτιμος στη ζωή της, μα κανείς δεν ήταν η μαμά της. Κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να την αντικαταστήσει.
Την δέκατη τρίτη μέρα απουσίας της μαμάς της, η Όλγα ξύπνησε με δέκατα. Το κεφάλι της έτοιμο να εκραγεί. Πήρε το κινητό της στο χέρι και πάτησε πάνω στην επαφή, “μανούλα μου”. Με την πρώτη φορά που χτύπησε, σα να ξύπνησε από λήθαργο, σταμάτησε την κλήση, ακούμπησε το κινητό πάνω στο μέτωπό της, έκλεισε τα μάτια της με μια έκφραση απογοήτευσης και ψιθύρισε “τι κάνω;”. Σε ποιον θα γκρίνιαζε τώρα ότι είναι αδιάθετη; Ποιος θα της έλεγε όλα τα γιατροσόφια; “Να κάνεις πολλά τσαγάκια, να ντύνεσαι ζεστά, να έρθεις, να σου κάνω κοτοσουπίτσα να ρουφήξεις, μαλακτική, να ζεσταθεί το μέσα σου, πούντιασες Όλγα μου”. Και τί δε θα ‘δινε να ακούσει στην άλλη γραμμή την μαμά της.
Οι μέρες συνέχισαν να κυλούν. Ο χρόνος, απτόητος, δεν νοιάζεται για το αν και πώς συνεχίζουν αυτοί που μένουν πίσω. Η Όλγα έχασε το χαμόγελό της, την λάμψη στα μάτια, την καλή της ενέργεια. Πήγαινε στη δουλειά της, φρόντιζε τους άντρες της, το σπιτικό της, επισκεπτόταν κάθε μέρα τον μπαμπά της, συναντιόταν με την αδερφή της, τα ανίψια της, τις φίλες της, μα τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ένα κομμάτι της έλειπε. Ένα κομμάτι της, αιμορραγούσε. Ένιωθε έναν μανδύα ερημιάς να την τυλίγει.
Η απουσία της μαμάς της ηχηρή.
Δεν ήταν εκεί όταν ήταν κρύα τα χέρια της, να ανοίξει τα δικά της χέρια η μαμά της και να τα βάλει στις μασχάλες της, να ζεσταθούν.
Δεν ήταν εκεί να βάλει τις παλάμες της σα κύκλο, γύρω από το στόμα της και να βγάζει ζεστά χνώτα, να της ζεστάνει την παγωμένη πλάτη.
Δεν ήταν εκεί να ρωτάει “χρειάζεσαι κάτι; Έχεις κρεμμύδια; Πατάτες; Ψωμί; Να σου φέρει κάτι ο μπαμπάς;”.
Δεν ήταν εκεί να παίρνει δυο και τρεις φορές τηλέφωνο την ημέρα, απλά για να ακούσει ότι όλοι είναι καλά.
Δεν ήταν εκεί να ετοιμάσει αυγόφετες, κρέπες και πισία με τυρί ή κασέρι και να τα μοιράσει σε παιδιά και εγγόνια.
Δεν ήταν εκεί να γελάει δυνατά, να ρωτάει τα ίδια και τα ίδια και να απολογείται, “καλέ, δεν ακούω, γέρασα, μιλήστε πιο δυνατά”.
Δεν ήταν εκεί να ανοίγει τα χέρια και να τους αγκαλιάζει όλους έναν έναν, να τους φιλάει και να τους λέει “πολύ σε αγαπάω”.
Δεν ήταν εκεί να ζητάει να την τρίψουν τους ώμους, τον αυχένα, την πλάτη που το απολάμβανε.
Δεν ήταν εκεί να ζητήσει κανένα γλυκό, που πολύ το λαχτάρησε.
Δεν ήταν εκεί να λέει να πάνε για κανένα καφέ, γιατί ο μπαμπάς μας, δεν την πάει, φεύγει όλο στους φίλους του.
Δεν ήταν εκεί να τους ενημερώνει για όλα τα νέα της σόου μπιζ, ποιοι διάσημοι χώρισαν, σε ποιες σειρές πρωταγωνιστούν, έβλεπε Σταματίνα, μάθαινε τα πάντα.
Δεν ήταν εκεί να κάνει λαχανοντολμάδες και ιμάμ μπαϊλντί, τις σπεσιαλιτέ της και να δίνει και στις κόρες ταπεράκι.
Δεν ήταν εκεί να λέει “τα τάπερ μου να μου γυρίσετε καλέ”.
Δεν ήταν εκεί να παίρνει το μέρος των εγγονιών. Τρία εγγόνια, κανένα δεν είχε το όνομά της ή του άντρα της. Ποτέ δεν έκαναν θέμα για το όνομα. Τα λάτρευαν ούτως ή άλλως. Από μικρά, που οι κόρες δούλευαν, τα μεγάλωσε, δύο από την μεγάλη της κόρη και ένα από την Όλγα. Τα κακομάθαινε, δεν υπήρχε χατίρι που να μη το έκανε. Την μάλωναν και οι κόρες και οι γαμπροί, μα εκείνη, ανένδοτη. Και τα εγγόνια την λάτρευαν. Ήταν η γιαγιά Θεοδώρα, η μία και μοναδική.
Δεν ήταν εκεί να ανησυχεί, σε κάθε πόνο των παιδιών της, σε κάθε στεναχώρια, σε κάθε δάκρυ.
Δεν ήταν εκεί, να τους βρίσκει όλους όμορφους, είτε έβαζαν κιλά, είτε δεν τους πήγαινε ένα ρούχο, είτε τα μαλλιά τους ήταν χάλια. Εκείνη έβλεπε πάντα με τα μάτια της αγάπης.
Δεν ήταν εκεί να γίνεται καταφύγιο για όλους. Το λιμάνι, που ξέρεις ότι θα καταλαγιάσει με ζεστό, γλυκό, χουχουλιάρικο τρόπο, κάθε καταιγίδα στην ψυχή σου ή στο σώμα σου.
Δεν ήταν εκεί η μυρωδιά της, εκείνη η μοναδική, που δεν την βρίσκει πουθενά πια, πέρα από το νυχτικό και μια ζακέτα που φορούσε λίγο πριν τους αφήσει. Εκείνη η μυρωδιά, που σε τύλιγε σαν ζεστή κουβέρτα.
Δεν ήταν εκεί, να προφέρεις την λέξη “μαμά”, την πιο όμορφη, σπουδαία, μαγική, καταπραϋντική, ιαματική, λέξη της ελληνικής γλώσσας.
Πόσο της είχε λείψει της Όλγας αυτό το “μαμά” , που ακόμα κι όταν δεν το συνδύαζε με το “σ’ αγαπώ”, ήταν σίγουρη ότι η κυρία Θεοδώρα το εκλάμβανε, το ένιωθε.
Μπορεί να μη πρόλαβε να την αποχαιρετήσει, να της πει τελευταία φορά “σ’ αγαπώ”, μα ήταν κοντά της κάθε μέρα, της το έλεγε συχνά, την αγκάλιαζε, την φιλούσε, της έλεγε ευχαριστώ για όσα πρόσφερε καθημερινά και συνειδησιακά ήταν ανάλαφρη. Δεν έκανε τα λάθη φίλων της, που πίστευαν ότι υπάρχει χρόνος, που το άφηναν για αύριο κι αυτό το αύριο δεν ήρθε ποτέ και οι τύψεις έγιναν συνοδοιπόροι.
Το βάρος ήταν συναισθηματικό. Δεν χορταίνεις ποτέ από την μαμά σου, όσο χρονών κι αν είσαι. Κι εκείνη, πενήντα τρία χρονών και η έλλειψη της μαμάς της αβάσταχτη. Το κενό τεράστιο. Ίσως φταίει που πάντα ήταν “μαμόθρευτο”, έτσι την αποκαλούσαν όλοι. Μα η Όλγα, το έπαιρνε σαν κομπλιμέντο, δεν την ένοιαζε.
Ένα χρόνο μετά, στο μνήμα, γεμάτο λουλούδια, περιποιημένο, καθαρό από τις πολύ συχνές επισκέψεις όλης της οικογένειας, αφού έφυγαν οι συγγενείς και φίλοι που παραβρέθηκαν στο μνημόσυνο, η Όλγα έμεινε μόνη, όπως συνήθιζε, όπως ήθελε. Άναψε το κεράκι, κάθισε στο μάρμαρο, άγγιζε την φωτογραφία της μαμάς της, της χαμογελούσε και έβαλε στο κινητό, τον αγαπημένο της τραγουδιστή, το τραγούδι που μια ζωή την θυμόταν να σιγοψιθυρίζει. “Πάει καιρός που το φεγγάρι δεν περνάει από δω, το τοπίο είναι χακί, τρώει την καρδιά σου. Σε λευκό χαρτί την νύχτα, ξαναγράφω σ’ αγαπώ, στη σκοπιά παραμιλάω τ’ όνομά σου. Αχ Αννούλα του χιονιά, δεν θα είμαι πια μαζί σου, στου Δεκέμβρη τις εννιά, που έχεις Άννα την γιορτή σου”.
Ένας χρόνος και η πληγή της απώλειας έσταζε αίμα, για όλα εκείνα που μόνο μια μαμά μπορεί να είναι, που μόνο στην μαμά σου μπορείς να βρεις. Στο κινητό της όλο αυτόν τον χρόνο, ήχο κλήσης είχε αυτό το τραγούδι, για να το ακούει από κει πάνω η μαμά της. Έτσι, ακούγοντάς το, άφησε πίσω της το μνήμα, αφήνοντας κι ένα φιλί στον αέρα, να ταξιδέψει μέχρι εκεί ψηλά. “Σ’ αγαπώ μαμά, θα έρθω ξανά σύντομα, πάντα θα μου λείπεις”.
Χρυσούλα Καμτσίκη
