Χιόνια στο καμπαναριό, μπελάδες στο συμπεθεριό…

Ο Άρης ήταν άνθρωπος της συνήθειας. Πόσο μάλλον στην ακριτική Ορεστιάδα, που είχε περιορισμένες επιλογές για περιποιημένο πρώτο καφέ της μέρας. Με συνοδεία αφράτου γεμιστού κουλουριού. Τεταρτούλα ήταν, επτά ακριβώς όταν κατέβηκε απ’ το αμάξι και κατευθύνθηκε στο φούρνο της γιαγιάς. Τρία άτομα ουρά, η κοπέλα μπροστά του μόλις ένιωσε τον άγνωστο πίσω της, γύρισε και του χαμογέλασε. Τι ήταν αυτό πρωί πρωί! Η γλύκα της, του έφθασε ίσα με το στομάχι του -και λίγο παρακάτω! Φρέντο σκέτο να του πουλούσανε σήμερα, θα τον έπινε μονορούφι. Κοντοκουρεμένη, με τις ξανθούλικες μπουκλίτσες της να πλαισιώνουν το πρόσωπό της, σα ζωγραφιά. Σχεδόν άβαφη, αγουροξυπνημένη, πανέμορφη με τις χειλάρες της, τις ματάρες της και λοιπά σε -άρες, που για δέκατα του δευτερολέπτου χάιδεψε με το βλέμμα ο Άρης. Την καμάρωνε μαγεμένος, πήρε τον διπλό εσπρέσσο της με ολίγη, τον ακούμπησε ελάχιστα στο μπράτσο του ενώ περνούσε κοντά του, αφήνοντάς τον σύξυλο με το ελαφρύ λουλουδένιο άρωμά της… και του μειδίασε ξανά!

Το πόσο βασανιστικά αργά νύχτωσε εκείνο το 24ωρο! Το επόμενο πρωί στήθηκε απ’ τις επτά παρά δέκα, έξω απ’ το κατάστημα, προσποιούμενος πως μιλά στο κινητό του. Μέχρι που την είδε. Φουριόζος δρασκέλισε το κράσπεδο και πρόλαβε να χωθεί μπροστά της. Κορδώθηκε σαν Άγγλος λόρδος, της άνοιξε ευγενικά την πόρτα να περάσει, υποκλινόμενος ελαφρά για να την κάνει να γελάσει. Η αύρα της λες και τον παρέσυρε, κρατήθηκε να μην την βουτήξει ως θερμόαιμος βαλκάνιος, την γείρει πάνω του και αρχίσει να την φιλά…

Το παιχνίδι τους κράτησε για την υπόλοιπη κουτσή βδομάδα. Σάββατο αν και δε δούλευε, αποφάσισε να πάει για καφέ την ίδια ώρα. Δεν την πέτυχε. Τη Δευτέρα θα της μίλαγε και θα της συστηνόταν, άλλωστε και αυτή έδειχνε την χαρά της που τον έβλεπε. Με το ζόρι μούγκριζε στο ταμείο ή κανέναν άλλον δεν κοιτούσε κατάματα στην μικρή ουρά που πάντα είχε το μαγαζί. Άσε που την Παρασκευή που άργησε επίτηδες λίγο ο Άρης, την βρήκε να χαζεύει τη βιτρίνα με τις σφολιάτες, λες και τον περίμενε, τον έψαχνε. Μες το μυαλό του την είχε βαπτίσει κιόλας, την αποκαλούσε «κουκλίτσα», η πρασινομάτα κουκλίτσα του με τα τοξωτά φρύδια! Θα κουτσοέβγαζε το Σαββατοκύριακο. Ειδικά το βράδυ, τον είχε καλέσει ο αδελφός του για φαγητό να γνωρίσει την νέα κοπέλα του. Τρεις μήνες ήταν μαζί. Δε βιάζονταν κιόλας ο Άρης, ο Χρήστος δε στέριωνε σχέση πάνω από εξάμηνο, είχε ψιλοβαρεθεί μόλις του τις σύστηνε, γινόταν μπουχός.

Ακριβής στα ραντεβού του, πήγε έκατσε στο μπαρ του εστιατορίου, αναμένοντας να φθάσει το ζεύγος. Παρήγγειλε και το νεγκρόνι του. Σκυμμένος στο κινητό του, τον σκούντηξε στην πλάτη ο αδελφός του και πετάχτηκε. Μεγαλύτερο όμως σοκ ήταν η συνοδός του. Η κουκλίτσα του, η δική του, ήταν αλλουνού! Και όχι κανενός άσχετου, της οικογένειας! Του παρουσίασε την Έμυ και οι σκέψεις που έκανε ο Άρης, τον αφήσανε ίσα να ψελλίσει ένα φειδωλό «χάρηκα», αφού το «ανταριάστηκα» δεν ενδείκνυται στην περίσταση. Οι συνειρμοί του ήταν, από πού να βγαίνει, απ’ το Αιμιλία, Αίμη ή απ’ το Εμμανουέλα, Έμμυ; Η μια θα μας βυζάξει τον μυελό με το καλαμάκι ή δεύτερη θα το βάλει μαδέρι θα το βγάλει πριονίδι, άσ’ το καλύτερα… Αν και Ε.Μ.Υ. έπρεπε να την λένε, αφού από λιακάδα είχε γίνει θύελλα που τον πήρε και τον πέταξε σε ξέρα! Ξεζουμισμένο θα λαχταρούσε, όχι μπολιασμένη μυγδαλιά!

Φάγανε μαγκωμένοι, ήπιανε σαστισμένοι, σηκωθήκανε μπουκωμένοι και φύγανε ζαβλακωμένοι. Ο αδελφός του απ’ το ροζέ, η Έμυ απ’ την κεραμίδα, ο  Άρης απ’ την καυτή πατάτα. Αχ, Έμυ, η ελπίδα και η χούφτα μου η μαραζωμένη, μουρμούριζε στην επιστροφή, τέτοια όνειρα έκανα εγώ για σένα! Εφιάλτης! Τι όνειρα να κάνω, που φεύγεις και σε χάνω, έπαιζε διαπασών το ραδιόφωνο…

Άλλαξε άρδην το μαγαζί από Δευτέρα, προτίμησε μια καντίνα στα τρία χιλιόμετρα παρακάτω, στο Φαρ Ουέστ, στις Καστανιές θα έφθανε. Να πίνει ντουκόχρωμα φτύνοντας κόκκους καφέ ο Πυθείος σε οίστρο και να βουτά παξιμάδι απ’ την κηδεία της συγχωρεμένης, παρά να ξανατρακάρει την Έμυ. Διότι αν έχεις το μέλι στα δάχτυλα, πού θα πάει, θα το γλείψεις και απ’ το συγκεκριμένο θα φαρμακωθούν πολλοί. Και κυρίως δεν ήθελε να φέρει την κοπέλα σε δύσκολη θέση, κατάλαβε πως και η ίδια δεν ένιωθε άνετα, με τόση σαρκική επιθυμία να πλανάται, σπίθες στον ηλεκτρισμένο αέρα.

Κύριος με Κ κεφαλαίο ο Άρης στις μετρημένες κοινές τους συναντήσεις. Ο Χρήστος στον κόσμο του. Και έτυχε στον μήνα πάνω, παραμονή Χριστουγέννων, ξεμείνανε σπίτι του Άρη να βλέπουνε ταινία, να πίνουνε ουίσκι, να τρώνε νάτσος, κουκουλωμένοι με τις κουβέρτες στον καναπέ και έξω να ρίχνει μπασλαμάτσες, δηλαδή χιόνι με τον κουβά. Αποκλεισμένοι, εγκλωβισμένοι, καταπιεσμένοι, παραβρασμένοι σε σιγανή φωτιά και με τον Χρήστο μεθυσμένο να ροχαλίζει… τα πόδια αρχίσανε να τρίβονται, τα χέρια να περιπλανιούνται, τα χείλη να ψάχνονται, τα κορμιά να ξεμουδιάζουν και τσουπ, μπήκε το κούτσουρο στο τζάκι, έγινε το μοιραίο!

Βαριά υπόσχεση δώσανε να μην ξανασυμβεί, τουλάχιστον μέχρι να χωρίσει η Έμυ με τον αδελφό του όπως σκόπευε. Δεν τα πηγαίνανε καλά τελευταία, όλο φασαρίες είχανε.

Πρωτοχρονιά στο καπάκι, ανταμώσανε σε ένα ξενυχτάδικο τυχαία οι παράνομοι, με διαφορετικές όμως παρέες. Ανακουφίστηκε ο Άρης, ούτε χιόνιζε, δεν κινδύνευε, χώρια που ο Χρήστος του είχε εκμυστηρευτεί πως τα μάζεψε και έφυγε απ’ το σπίτι του δυο βράδια πριν, «δεν τράβαγε άλλο αδελφέ!». Αχ, Έμυ, έλεγε από μέσα του ο Άρης, εμένα πάλι λάστιχο έχει γίνει. Αποτέλεσμα; Για πότε βρεθήκανε έξω και πίσω από το ξύλινο διαχωριστικό των καπνιστών να γλωσσορουφιούνται αχόρταγα, μες την καθόλου ρομαντική θολούρα, κανείς τους δεν κατάλαβε. Δυστυχώς όμως παρακατάλαβε ο… κερατάς! Που στραβού διαβόλου, πέρναγε με το αυτοκίνητο, μόλις ξεμυτίσανε χεράκι-χεράκι απ’ την τρύπα τους! Καθυστερημένα, ξεκαθυστερημένα, χωρισμένοι, ξεχωρισμένοι, ήταν θέαμα για σ-έξαλλη κλωτσοπατινάδα!

Την εναρκτήρια οργισμένη μπουνιά την δέχτηκε ο Άρης, του άξιζε, ήταν ο αμνός για θυσία! Αχ, Έμυ που τους ήπιες οικογενειακώς το αίμα, ενίοτε και το… σπ3ρμα! Με ή χωρίς χιόνια στο καμπαναριό, μαλλιοκούβαρα το χωριό! Ξάπλα στο πεζοδρόμιο, κιχ δεν έβγαλε ο φταίχτης, ούτε αντιγύρισε, αμυνότανε ίσα-ίσα! Αποτραβήχτηκε η Έμυ για τις ξώφαλτσες, ξεθύμανε ο Χρήστος και κάπως έτσι χωρίσανε οριστικά όλοι μαζί. Με αναμνηστικό τον μισοσπασμένο κυνόδοντα του Άρη! Ένα κομματάκι δόντι που εκσφενδονίστηκε στην άσφαλτο και καρφώθηκε στις πρασιές να παραμένει μάρτυρας στους αιώνες πως δε θα το ξανακάνουν!

Τέσσερα χρόνια κυλήσανε ήρεμα, ούτε χιόνια, ούτε γιορτές στα λευκά είχανε ματασυμβεί. Χώρια που ο Άρης είχε δημιουργήσει σχέση από κοντινή πόλη. Διδυμότειχο-Ορεστιάδα με δυο παπούτσια πάνινα, λιωμένα στο φρενόγκαζο, μέρα παρά μέρα. Παραμονή Χριστουγέννων έφευγε απ’ το σπίτι της, ξημέρωνε που πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Ότι ξεκίνησε να ρίχνει ψιλό ψιλό χιονόνερο, σταμάτησε στο μοναδικό περίπτερο να πάρει τσιγάρα. Χωμένη κάτω απ’ την τέντα του, περιμένοντας να περάσει ταξί, η… Αχ, Έμυ. Πού να την αφήσει εκεί, να πουντιάσει. Εννοείται την πήρε. Και όχι απλώς στο Φίατ του! Ευτυχώς λίγο το σήμα που δεν είχε στο κινητό, λίγο το τέταρτο που το έβαλε σε λειτουργία πτήσης, δεν κατάλαβε τίποτα η επίσημη, αν και τον κάλεσε τρεις φορές. Αυτές οι στιγμές που το άγχος συναγωνίζεται την απόλαυση και νικητή δεν έχει, έχουν ανεβάσει την αδρεναλίνη και το απαγορευμένο πάθος στα ύψη. Και στα τάρταρα κάθε φυσιολογικότητα που νόμιζες πως ζούσες! Έχουν κλείσει σπίτια, έχουν βουλιάξει συνειδήσεις, έχουν ξεσηκώσει αισθήσεις σε μακρινό πλανητικό σύστημα, που αγνοούσες την ύπαρξή του!

Εκείνη την παραμονή του 2015, ορκίστηκε ο Άρης να μην κυκλοφορήσει ποτέ έξω μοναχός του Χριστούγεννα με χιόνι, διότι οι συνέπειες ήταν ολέθριες, μη γίνουν φόνοι στο καμπαναριό!

Εκτός ελληνικών συνόρων θα ήταν σίγουρα ασφαλής. Γι’ αυτό και σχεδόν δεκαετία αργότερα, παντρεμένος πια, πήγε με την σύζυγό του, ταξίδι στο χιονισμένο Στρασβούργο. Κρύο, καιρός για δύο, στολισμοί εορταστικοί που ζεσταίνανε το βλέμμα, το ζεύγος έλπιζε πως θα ερχόταν πιο κοντά, η καθημερινότητα τούς είχε αποξενώσει. Στην βόλτα τους στην μικρή Γαλλία, ακούει την γυναίκα του να φωνάζει: «Α δεν το πιστεύω, Έμυ εσύ εδώ; Άρη να σου συστήσω την παλιά μου συμμαθήτρια, διπλανές στο Δημοτ….». Να πέσει στο ποτάμι να κοκκαλώσει το μεδούλι του αντί για το πουλί του, να εξαϋλωθεί στα ουράνια ο μακαρίτης με το κατάρτι, να χαντακωθεί στους υπονόμους σα τριχωτό αρούρι, να πηδήξει σαν τον λαγό-λάθος ζώο και κίνηση το έσχατο παράδειγμα… ταχύτερο μέσο διαφυγής αποδείχτηκε η μπυραρία παραδίπλα. Ιδανικό ξενέρωμα που μύριζε αποπνικτικά ανθρωπίλα, τηγανίλα και ξυνολάχανο ώστε να ξαλαφρώσει την φούσκα του και την φουντωμάρα του. Μεγάλη ζημιά, αντί για το σκυλί του Παβλόφ, αυτός είχε γίνει ο κούταβος της Έμυς, με χιόνια τις γιορτές, να κολλήσεις πάνω της σα βδέλλα πόσο θες!

Το παγερό αγιάζι έκανε τις δυο γυναίκες να αποχαιρετιστούν γρήγορα και ξεμύτισε ο Άρης. Η συμβία του τον ρώτησε πώς εξαφανίστηκε έτσι, αυτός δικαιολογήθηκε για προστάτη, κατούρημα και ποίκιλες ανδρικές χαζομάρες με ειδικές ποικιλίες πράσινης μπύρας και βαρβάτα εθιμοτυπικά. Του ανακοίνωσε περιχαρής -μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι- πως αύριο γύρω στις δέκα, είχε καλέσει την Έμυ στο ξενοδοχείο τους να πιούν καφέ, είχαν χαθεί για καιρό! Ας έκανε τον περίπατό του αυτός, δε θα αργούσανε και πολύ. Ή ας καθόταν αντάμα τους! Κάλλιο να του στραμπούλαγες τα παπάκια του με καρυοθραύστη, να τον έβαζες να κωλοκάτσει ολονυχτίς σε ένα μαγκάλι κάρβουνα, να τα μασά, να τα καταπίνει και να βγάζει μαύρους ατμούς απ’ τα ρουθούνια, παρά να του κατσικωθεί ο Βελζεβούλης στα σωθικά!

Αχάραγα σηκώθηκε, τσακίστηκε να φάει στα γρήγορα ένα τοστ και να φύγει, δεν ήθελε να παίζει με τις πιθανότητες. Μισάωρο περπάτημα και χώθηκε σε μια καφετέρια που άνοιγε μόλις. Εδώ στον πάγκο στην ακρούλα θα την έβγαζε κρυμμένος στο λαγούμι ως το μεσημέρι, ούτε θα κουνιόταν, μήτε καν έξω θα κοίταγε. Ήρθε η κοπέλα για παραγγελία, η μυρωδιά της του έφερε ανατριχίλα, δεν είχε ακόμα συνέλθει απ’ το εξωτερικό κρύο. Σήκωσε το βλέμμα του, έτοιμος να συλλαβίσει στα γαλλικά «Μπον ζουρ». Ξέχασε και τα ελληνικά, του έφθασε το σαγόνι στο πλακάκι, λίγο σαλάκι κύλησε, τα μάτια του γκουρλώσανε: αντίκρισε την Έμυ με τον δίσκο. Απαράλλακτο σύγκρυο, ίδια αναπόφευκτη τρέλα και για τους δυο. Στριμόκωλες ντουλάπες αυτές οι μικτές τουαλέτες στο εξωτερικό, αλλά όταν έχεις πάθος, παντού χωράς και παντού μελανιάζεις.

Η απόφαση της νέας χρονιάς είχε ληφθεί. Αυτή την φορά εκτός από σωματικά υγρά, που δεν το λες και πρωτότυπο, ανταλλάξανε τηλέφωνα.

Μες το επόμενο έτος, το 2024, ο Άρης πήρε το διαζύγιο και μετακόμισε στην Αλεξανδρούπολη. Η Έμυ επέστρεψε στην πατρίδα και είπανε να δώσουν μια ευκαιρία ξεκινώντας κανονική σχέση, όχι άλλες ξεπέτες. Είχαν μεγαλώσει κιόλας, δεν αντέχανε ρίσκα, σκαρφαλώματα, κυνηγητά, ξύλο και ζογκλερικά σμιξίματα. Δε γινόταν να τους ένωνε τόσο δυνατά σκέτο σ3ξ, ίσως τα κορμιά τους αναγνωρίζανε με τον καυτό τρόπο τους, δυο ναυαγισμένες ψυχές που έπρεπε να αλληλοσυμπληρωθούν.
Το σίγουρο είναι πως δε φοβούνται πλέον να κυκλοφορήσουν με χιόνια στο καμπαναριό, πάψανε οι μπελάδες για το συμπεθεριό…;!

Μαρίτσα Καρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading