Περπατούσε αργά, χαζεύοντας τα γιορτινά φωτάκια που μόλις είχαν ανέβει και στόλιζαν τους δρόμους της πόλης. Ήταν μόλις τέλη Νοεμβρίου, αλλά ειδικά φέτος, ήταν σαν να βιάζονταν όλοι να φέρουν νωρίτερα τα Χριστούγεννα, τα εποχικά καταστήματα είχαν ανοίξει νωρίτερα από κάθε άλλη φορά και υπήρχε μια γενική αδημονία για να νιώσουν… κάτι.
Όχι πως τους κατηγορούσε. Και η ίδια βρισκόταν σε μια κατάσταση μόνιμης ανησυχίας, όχι για κάτι συγκεκριμένο, αλλά για κάτι απροσδιόριστο το οποίο της δημιουργούσε την συνεχή αίσθηση ότι κάτι λείπει.
Βέβαια, δεν βοηθούσε το γεγονός πως για μια ακόμη χρονιά θα ήταν μόνη, χωρίς σύντροφο να αγκαλιάσει και να φιλήσει, όχι μόνο στην αλλαγή μιας δύσκολης χρονιάς, αλλά και για να κάνει σχέδια, να μιλήσει για τους φόβους της, τις ελπίδες της και τα όνειρά της, κάτι που φαινόταν τόσο φυσικό για όλους εκτός από την ίδια. Τα λόγια, ποτέ δεν της έρχονταν εύκολα. Δεν είχε μάθει ποτέ να εκφράζει τα συναισθήματά της και ήξερε ότι αυτό ήταν μεγάλο εμπόδιο στην ήδη δύσκολη επικοινωνία με άλλους ανθρώπους.
Τα Χριστούγεννα ήταν ακόμη η αγαπημένη της εποχή, αν και από τότε που έχασε τους γονείς της, δεν μπορούσε να τα νιώσει όπως παλιά. Κάτι μέσα της είχε πεθάνει και δεν θα επανερχόταν ποτέ, παρά μόνο ίσως, όταν θα έκανε τα δικά της παιδιά. ΑΝ έκανε παιδιά. Η σκέψη της προκάλεσε μια ξαφνική θλίψη, παρόλο που στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν ήθελε να φέρει σε αυτόν τον κόσμο παιδιά, τα οποία ήταν σίγουρο ότι θα υπέφεραν.
Περπατώντας αργά, είδε ότι πλησίαζε το αγαπημένο της βιβλιοπωλείο και χάρηκε που είχαν ήδη στολίσει. Της άρεσε πολύ να μπαίνει μέσα μετά τη δουλειά και να χαζεύει τα χρωματιστά εξώφυλλα και τις νέες κυκλοφορίες, αλλά και τις προσφορές που πάντα υπήρχαν σε αφθονία. Επίσης, υπήρχε χώρος να καθίσεις και να διαβάσεις. Το είχαν στολίσει με όμορφες, καταπράσινες γιρλάντες και με φωτάκια σε όλη την τζαμαρία. Λάτρευε τα φωτάκια! Την έκαναν να αισθάνεται παιδί ξανά.
Από μέσα ακουγόταν απαλή μουσική. Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά, λέγοντας στον εαυτό της ότι δεν θα έκανε υπερβολές (δεν την έπαιρνε, μέχρι την άλλη εβδομάδα που πληρωνόταν) και μόλις μπήκε, μύρισε το γλυκό άρωμα των βιβλίων και ένιωσε αμέσως καλύτερα. Είδε στο βάθος του μαγαζιού έναν Άη Βασίλη, όχι διακοσμητικό αλλά ολοζώντανο να μιλάει με δυο παιδάκια και να τους δίνει από ένα μπισκότο. Γυρίζοντας προς το ράφι με τα κλασσικά, το μάτι της έπεσε σε ένα γνωστό εξώφυλλο. Χαμογέλασε και πήγε κοντά. Τζέην Έυρ, της Σάρλοτ Μπροντέ. Το αγαπημένο της βιβλίο, όλων των εποχών. Της το είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς της όταν ήταν 16 χρονών και το είχε λατρέψει. Και ήταν αυτή η έκδοση, με φωτογραφίες της συγγραφέως και λεπτομέρειες από την ζωή της. Η δική της είχε αφιέρωση “Από τον μπαμπά, με αγάπη”. Αμέσως, ένιωσε δάκρυα να κυλάνε και τα σκούπισε όπως όπως, μη θέλοντας να την δούνε.
“Χο, χο, χο” άκουσε ξαφνικά και γύρισε. Ο Άη Βασίλης ήταν εκεί και της έτεινε το χέρι του, κρατώντας ένα μπισκότο και χαμογελώντας.
Τελικά, θα στόλιζε σήμερα…
Παναγιώτα Σούρλα
