«Σοβαρά τώρα; Με καλέσατε γι’ αυτόν τον λόγο;» είπε η Μαρίζα και το στόμα της σφίχτηκε σε μία σκληρή γραμμή.
«Φυσικά! Μάνα μας εί…» αναφώνησε εκνευρισμένος ο Στέλιος.
«Δεν είναι μάνα μας!» τον έκοψε αγριεμένη η Μαρίζα υψώνοντας τον τόνο της φωνής της.
«Έλεος, ρε Μαρίζα! Τα έχουμε πει αυτά εκατό χιλιάδες φορές! Η Ευτυχία μας μεγάλωσε σα δικά της παιδιά και αν δεν είναι η μάνα που μας γέννησε, είναι η μάνα που μας αγκάλιασε, που μας αγάπησε και μας συμπεριφέρθηκε καλύτερα από πολλές μανάδες που…» αντέτεινε ο Στέλιος.
«Η μάνα μας, δε μας παράτησε! Πέθανε!» ούρλιαξε η Μαρίζα και το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Η συζήτηση τελειώνει εδώ! Κάντε ό,τι θέλετε, δε με αφορά! Θέλετε να τη βάλετε σε γηροκομείο, βάλτε τη! Θέλετε να…»
«Θέλουμε να μας βοηθήσεις!» παρενέβει η Σοφία. «Η μάνα μου δεν πρόκειται να πάει στο γηροκομείο, απλά με τη δουλειά μου χρειάζομαι κάποιον να έρχεται τα πρωινά μέχρι να βρω μία γυναίκα. Και αν δεν το κάνεις γι’ αυτή, θα το κάνεις για ‘μένα! Γιατί εσύ μας πιπιλάς το μυαλό τόσα χρόνια ότι δε χρειαζόμασταν την Ευτυχία και έχουμε εσένα να είσαι μάνα και αδερφή! Ε, λοιπόν, τώρα σε χρειάζομαι!» ούρλιαξε ξαφνικά τόσο δυνατά η Σοφία που δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Η Μαρίζα κόλλησε, δεν είχε τι να πει. Έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές και τα ακροδάχτυλά της ξάσπρισαν από την πίεση. Ο Στέλιος και η Σοφία την είχαν στριμώξει για τα καλά. Κοίταζε τα αυστηρά πρόσωπά τους και προσπαθούσε να σκεφτεί οτιδήποτε που θα μπορούσε να τη γλιτώσει από την αγγαρεία, αλλά η αποφασιστικότητα στο βλέμμα τους την αποσυντόνιζε και οι σκέψεις της σκόρπιζαν ανολοκλήρωτες. Ο Στέλιος είχε πάρει τα γαλανά μάτια της μητέρα τους, της αληθινής τους μητέρας, όχι αυτηνής που τους φόρτωσε ο πατέρας της μετά τον θάνατό της. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μεγάλα καστανά μάτια της Σοφίας με τις γυριστές βλεφαρίδες, όμοια με του πατέρα της.
Ήταν καλός πατέρας ο κυρ Ανδρέας και αγαπούσε πολύ τα παιδιά του, μόνο ένα λάθος έκανε που δεν μπορούσε να του συγχωρέσει η Μαρίζα, που τους φόρτωσε την Ευτυχία. Ό,τι και να λέγανε τα αδέρφια της, αυτή δεν μπορούσε να το αποδεχτεί! Μπορεί την κηδεία της μάνας της να μην τη θυμάται, αλλά ακόμη θυμάται τη μέρα που έφερε την Ευτυχία στο σπίτι. Μια κοντούλα, άσαρκη γυναίκα με μεγάλα μαυριδερά μάτια και γκρίζα μαλλιά. Το δέρμα της ήταν μαυριδερό και πιτσιλωτό σαν της σαύρας και τα χέρια της… τα χέρια της, τραχιά και σκασμένα από την πολύ δουλειά, την πλήγωναν κάθε φορά που την αγκάλιαζε, ενώ της μάνας της… Τα χέρια της μάνας της ήταν λευκά, αφράτα, αψεγάδιαστα πέρα από ένα μικρό τριγωνικό σημάδι πάνω από τον αντίχειρά της και μύριζαν γιασεμί.
«Αύριο στις επτά να είσαι εδώ!» της είπε η Σοφία με ύφος που δε δεχόταν αντιρρήσεις. «Πρέπει να σου δείξω κάποια πράγματα πριν φύγω…» πρόσθεσε πιο ήπια και έψαξε το βλέμμα της ανήσυχη. Η Μαρίζα έγνεψε καταφατικά και χύθηκε κατά την πόρτα, την οποία βρόντησε πίσω της.
«Στις πέντε παρά θα είμαι πίσω. Εντάξει;» είπε για πολλοστή φορά η Σοφία από την πόρτα. Η Μαρίζα της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα και δε μίλησε, μόνο πήρε νευρικά να τινάζει ένα μαξιλάρι στην πολυθρόνα προτού στρογγυλοκαθίσει. Η Σοφία απέμεινε για λίγο να την κοιτά σκεπτική προτού κλείσει την πόρτα πίσω της, το ήξερε καλά πως η υπομονή της Μαρίζας τελείωνε κι έπρεπε οπωσδήποτε σήμερα να βρει μία γυναίκα.
Η Μαρίζα περίμενε ν’ ακούσει το αυτοκίνητο της Σοφίας να απομακρύνεται προτού σηκωθεί. Με σταθερό βήμα κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της Ευτυχίας. Σήμερα έπρεπε να τελειώνει όλο αυτό. Κοίταξε το μικρό λιανό κορμάκι με τα μπαμπακένια μαλλιά και την τεράστια μάσκα οξυγόνου που κάλυπτε το πρόσωπό της κι έκρυβε τα μάτια της. Κάθισε δίπλα της και με σίγουρες κινήσεις τράβηξε τη μάσκα αποκαλύπτοντας το πρόσωπό της. Η Ευτυχία γούρλωσε τα μάτια της ξαφνιασμένη, αλλά δεν είπε τίποτα, μόνο την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
«Ξέρεις, ήθελα να σου πω κάτι… πολλά χρόνια τώρα…» είπε αργά γλείφοντας τις λέξεις η Μαρίζα. Η ηλικιωμένη γυναίκα έδειξε να δυσφορεί προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της Μαρίζας. «Ήθελα να ξέρεις, ότι εγώ ξέκανα το μπάσταρδό σου…» συνέχισε αποφασιστικά. Τα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας δεν έδειξαν έκπληξη, όπως περίμενε η Μαρίζα και αυτό την εκνεύρισε. Την κοιτούσε να παλεύει για την ανάσα της, αλλά δεν της έφτανε, ήθελε να την κάνει να υποφέρει, να υποφέρει που χώθηκε έτσι μέσα στην οικογένειά της, που κέρδισε την αγάπη των αδελφών της, που πλάγιασε με τον πατέρα της, που γκαστρώθηκε, που την έκανε δολοφόνο… Έπρεπε να υποφέρει! Της άξιζε να υποφέρει!
«Εγώ…» σύρισε στο αυτί της Ευτυχίας. «Εγώ έχωσα τη μούρη του στο μαξιλάρι και το κράτησα εκεί, μέχρι να πάψει να σπαρταρά, να, όπως εσύ τώρα…» της είπε γέρνοντας πίσω και κοιτώντας το κορμί της ηλικιωμένης γυναίκας να προσπαθεί να πάρει ανάσα. Μα όσο το κορμί σπαρταρούσε, τα μεγάλα εβένινα μάτια την κοιτούσαν γαλήνια. Η Μαρίζα ένιωσε το μίσος της να την πνίγει, με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην απλώσει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό της Ευτυχίας που τώρα φαινόταν να προσπαθεί να πει κάτι. Η Μαρίζα έγειρε από πάνω της και κάρφωσε το σκληρό βλέμμα της στα μαυριδερά γαλήνια μάτια. Τα χείλη της Ευτυχίας κινήθηκαν ακόμη φορά, «Σε συγχωρώ…» ψέλλισε με δυσκολία, «Το υποπτευόμουν από τότε και σε συγχωρώ, παιδί μου…» επανέλαβε με σταθερή τώρα φωνή τονίζοντας το μου.
Η Μαρίζα τινάχτηκε πίσω ρίχνοντας την καρέκλα και παρασέρνοντας τον δίσκο πάνω από το κομοδίνο. Αποκλείεται, αποκλείεται να είπε κάτι τέτοιο! ούρλιαξαν οι λέξεις στο κεφάλι της. Η Ευτυχία της έριξε ένα τελευταίο μαλακό βλέμμα και ξάφνου τα μάτια γυάλισαν σαν χάντρες κι απέμειναν να κοιτάνε το κενό. Το ένστικτο επιβίωσης πυροδοτήθηκε αμέσως. Η Μαρίζα έτρεξε στον πίνακα του ρεύματος, ξεβίδωσε την ασφάλεια, έβγαλε μία χαλασμένη από την τσέπη της και τη βίδωσε στη θέση της. Τι έφταιγε αυτή που έπεσε το ρεύμα, σκέφτηκε ευχαριστημένη με τον εαυτό της, όταν το ξαφνικό άνοιγμα της εξώπορτας την έκανε να τιναχτεί τρομαγμένη ρίχνοντας την καλή ασφάλεια στο πάτωμα. Η Σοφία της έριξε ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα και χύθηκε κατά το δωμάτιο της Ευτυχίας. Η Μαρίζα την άκουσε να ουρλιάζει και να ανασκαλεύει διάφορα πράγματα με φούρια. Προχώρησε προς τα εκεί με μαγκωμένο βήμα. Ο θόρυβος είχε σβήσει, μέσα από την ορθάνοιχτη πόρτα είδε τη Σοφία να αγκαλιάζει το μικρό κορμάκι και να σπαράζει πάνω του. Ξάφνου η Σοφία σταμάτησε και την κοίταξε με μίσος «Χάσου από τα μάτια μου, φόνισσα! Και μην τολμήσεις να με ξαναενοχλήσεις, γιατί θα δώσω το βίντεο στην αστυνομία!» της είπε δείχνοντας προς μία μικροσκοπική κάμερα «Μπορεί αυτή να σε συγχώρεσε, εγώ ποτέ!».
Η Μαρίζα ρουφούσε τον πικρό καφέ από το φλιτζάνι ρίχνοντας πλάγιες ματιές κατά τη Σοφία και τον Στέλιο που καθόταν αγκαλιασμένοι μαζί με τις οικογένειές τους και δέχονταν τα συλλυπητήρια. Από την ημέρα του θανάτου της Ευτυχίας της ξεκαθάρισαν ότι δε θέλουν επαφές μαζί της και ότι ο μόνος λόγος που δεν την καταδίδουν είναι επειδή δε θα το ήθελε η Ευτυχία. Ας είναι, σύντομα θα καταλάβαιναν ότι το έκανε για χάρη τους. Για να τους απαλλάξει από το περιττό βάρος που τους φόρτωσε ο πατέρας τους. Η Ευτυχία δεν ήταν η μάνα τους, ήταν μία παρείσακτη. Η μάνα τους είχε πεθάνει κι εκείνος αντί να τιμήσει τη μνήμη της πήγε και παντρεύτηκε ένα αμόρφωτο δουλικό που προσπάθησε να το παίξει μάνα τους και να τα καλοπιάσει. Σύντομα θα την ευγνωμονούσαν, ήταν σίγουρη. Αυτό που δεν μπορούσε να χωνέψει είναι που η Ευτυχία της είπε, σε συγχωρώ, παιδί μου. Ακούς εκεί, η παρείσακτη να την πει παιδί μου! Ήθελε να της το παίξει και υπεράνω! Δεν υπήρχε τίποτα να της συγχωρέσει, έκανε αυτό που έπρεπε για την οικογένειά της. Αν το μωρό της Ευτυχίας ζούσε, εκείνη θα σταματούσε να κοιτά τα αδέρφια της, η λιγοστή περιουσία θα μοιράζονταν σε περισσότερα μερίδια, ακόμη και η αγάπη του πατέρα θα μοιράζονταν. Για ‘κείνα το έκανε, κι αυτά της γύρισαν την πλάτη, τα αχάριστα! Άντε να τελειώσει κι αυτή η παράσταση, για τα μάτια του κόσμου, να πάει επιτέλους να ηρεμήσει.
Μία ηλικιωμένη γυναίκα με έντονο μακιγιάζ για την ηλικία της και ένα παρδαλό παλτό στάθηκε μπροστά τους.
«Συλλυπητήρια» τους είπε με ένρινη φωνή. «Άκουσα ότι ήταν μία καλή μητέρα…» συνέχισε η γυναίκα με αβέβαιο τόνο. Το κορμί της Μαρίζας τσίτωσε και κάρφωσε το βλέμμα της στα γαλάζια μάτια της γυναίκας. Η Σοφία βούρκωσε πάλι και ρουφώντας τη μύτης της επιβεβαίωσε «Η καλύτερη, μας αγάπησε πολύ…».
«Πολύ χαίρομαι… Θα πρέπει να είστε ευγνώμονες που ο Θεός σας έστειλε έναν τέτοιο άνθρωπο… Σπανίζουν οι καλοί άνθρωποι στις μέρες μας» μουρμούρησε η γυναίκα και το κορμί της τρεμούλιασε καθώς έσφιγγε τα χέρια τους σε μία χαλαρή χειραψία αποφεύγοντας το σκληρό βλέμμα της Μαρίζας. Τέλος, η γυναίκα πρότεινε το χέρι της στη Μαρίζα. Εκείνη μηχανικά έπιασε το αφράτο χέρι, όταν το βλέμμα της στάθηκε αποσβολωμένο στο τριγωνικό σημάδι πάνω από τον αντίχειρα. Η ηλικιωμένη γυναίκα ταράχτηκε, τράβηξε απότομα το χέρι της και χωρίς άλλη λέξη χάθηκε στο πλήθος…
Αναστασία Χ.
