Εφιαλτικές βραδιές
Η Σύλβια ξύπνησε απότομα από τον έντονο πονοκέφαλο που την βασάνιζε μέρες τώρα, το νυχτικό της μουσκεμένο από τον ιδρώτα, τα λευκά σεντόνια είχαν τυλιχτεί σαν κουβάρι στα πόδια της. Ήταν η πρώτη ανοιξιάτικη μέρα που το κρύο του χειμώνα φάνηκε να υποχωρεί, εκείνη σηκώθηκε με κόπο και αυτό που αντίκρυσε στον καθρέφτη δεν της άρεσε καθόλου. Μαύροι κύκλοι κάτω από τα θολά γαλάζια μάτια, βλέμμα γεμάτο αγωνία. Ο κακός της ύπνος ήταν η αιτία που ένιωθε έτσι, όχι μόνο εκείνο το βράδυ αλλά και τα προηγούμενα. Το ίδιο όνειρο την στοίχειωνε και την βασάνιζε όλη νύχτα. Η άγνωστη γυναικεία φιγούρα με τα μακριά ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια λικνιζόταν στον ρυθμό της μουσικής μαζί με έναν μελαχρινό νεαρό, εκείνη αφηνόταν στα χέρια του χωρίς φόβο, οι δυο τους στροβιλίζονταν σαν το αεράκι που έρχεται και φεύγει και σου αφήνει στο πρόσωπο την απαλή δροσιά του. Στο τέλος ο χωρισμός τους ήταν απότομος και επώδυνος. Η κοπέλα έβγαζε τις πουέντ, καθόταν κάτω αποκαμωμένη, τις σφιχταγκάλιαζε και έκλαιγε με λυγμούς. Κάθε βράδυ ο ίδιος εφιάλτης την κυρίευε, χορός και κλάμα μαζί.
Με κόπο ετοιμάστηκε να πάει στο θέατρο για την καθημερινή της πρόβα. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της μαζεμένα σε έναν χαμηλό κότσο που άφηνε ακάλυπτο τον λαιμό της. Οι μαύροι κύκλοι είχαν εξαφανιστεί με την βοήθεια του μακιγιάζ, τα μάγουλά της φαίνονταν ροζ και αφού μπήκε στην αίθουσα του χορού, κάθισε για λίγο στο ξύλινο πάτωμα, πήρε μία ανάσα και άρχισε την προετοιμασία της για την προπόνησή της. Σε πολύ λίγο στάθηκε όρθια μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη φορώντας μία κοντή κλος φούστα, το κορμάκι στα λευκά, διέγραφε το καλοσχηματισμένο κορμί της. Η μουσική άρχισε να ηχεί στα αυτιά της απαλά και γλυκά και εκείνη ξεκίνησε το χορευτικό ταξίδι της κυριαρχώντας με τις κινήσεις της τον χώρο, ενώ η μία άσκηση ακολουθούσε αρμονικά την προηγούμενη. Όταν φόρεσε τις πουέντ, ο χορός έγινε πιο αέρινος, γρήγορος, έντονος εκεί που έπρεπε και η κοπέλα έμοιαζε με τις γαζέλες που τρέχουν ανέμελα, με τα ψηλά λεπτά πόδια να σηκώνονται στον αέρα, τα χέρια να λικνίζονται σαν τα χέλια στο νερό. Ο χορός έκλεισε με την Σύλβια να στέκεται στις πουέντ, να περιστρέφεται ασταμάτητα, μία, δύο, τρεις… δέκα στροφές και μετά έπεσε στο πάτωμα σαν πληγωμένο ζώο, τα χέρια αγκάλιασαν το σώμα, τα μάτια έκλεισαν και η γρήγορη ανάσα κόπηκε σταδιακά. Είχε αγγίξει την τελειότητα! Ήταν έτοιμη για την μεγάλη πρεμιέρα που θα γινόταν σε λιγότερο από δύο μήνες. Τίποτε δεν έπρεπε να την στεναχωρήσει, να της σταθεί εμπόδιο στο μεγάλο της όνειρο, να πρωταγωνιστήσει σε μία μεγάλη παράσταση όπως αυτή. Η ‘’ Μπαγιαντέρα’’ ένα μπαλέτο σε τρεις πράξεις, η τραγική ιστορία της ιέρειας και του γενναίου πολεμιστή της, ένας ύμνος στον ένα και μοναδικό βαθύ έρωτα με όρκους αιώνιας αγάπης, ένας ρόλος που της ταίριαζε πολύ.
Αγάπη, έρωτας… η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν είχε αγαπήσει τόσο βαθιά ακόμη. Δεν πειράζει, έλεγε από μέσα της, έχω τον χορό να με γεμίζει, ωστόσο ένιωθε ότι κάτι της έλειπε. Ήταν τόσο μεγάλος ο επαγγελματισμός της κάθε φορά που χόρευε τέτοιους ρόλους στην σκηνή, όλοι πίστευαν ότι ήταν ζευγάρι με τον Άγγελο, τον παρτενέρ της. Το ήξερε ότι ο έρωτας θα της χτυπούσε την πόρτα μία φορά και θα ήταν για πάντα!
Σε λίγο μπήκαν στην αίθουσα οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης για άλλη μία πρόβα. Πήραν τις θέσεις τους και ο χορός τελείωσε με την αποκορύφωση του χορού των Ανθέων. Όλοι έμειναν απόλυτα ικανοποιημένοι με τον σκηνοθέτη να αγκαλιάζει τους πρωταγωνιστές και να τους συγχαίρει για το αποτέλεσμα. Η βραδιά έκλεισε με ένα ποτό στο αγαπημένο τους στέκι και έπειτα η Σύλβια πήγε σπίτι της με την ελπίδα να κοιμηθεί χωρίς τις εφιαλτικές της επισκέψεις.
Η Νέα Υόρκη άνοιξε τις αγκάλες της.
Ο Στέλιος άνοιξε την ξύλινη πόρτα με θυμό, έριξε την τελευταία ματιά του στην μαυροφορεμένη μάνα λέγοντάς της ότι ποτέ δεν θα ξαναπατούσε το πόδι του στο σπίτι. Ήταν ένας όμορφος ψηλός νέος με γαλανά μάτια και ξανθά κυματιστά μαλλιά, στα είκοσί του είχε πάρει την απόφαση να φύγει για την Αμερική. Τι να κάνει σε αυτή την χώρα που δεν είχε να προσφέρει καμμιά ελπίδα στους νέους της; Ήταν μηχανικός και μάλιστα πολύ καλός στην δουλειά του, αλλά όπου και να πήγαινε για δουλειά, το μόνο που κατάφερνε ήταν να δουλέψει λίγους μήνες και μετά πάλι άνεργος. Τουλάχιστον στην Αμερική κάτι θα βρεθεί και για μένα, έλεγε συνέχεια στον εαυτό του για να παίρνει θάρρος. Ούτε ο πρώτος ήταν μα ούτε και ο τελευταίος μετανάστης.
Η μάνα του, η Πολυξένη, έμεινε χήρα από πολύ νέα με τρία παιδιά, δύο κόρες και έναν γιο. Ο άντρας της έφυγε νωρίς από πνευμονία και η άμοιρη η γυναίκα τα έβγαζε πολύ δύσκολα για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Υπολόγιζε στην βοήθεια του Στέλιου της και όταν της ανακοίνωσε ότι ήθελε να φύγει για την Αμερική της ήρθαν τα πάνω κάτω.
“Άμα ανοίξεις την πόρτα και φύγεις, να μην ξαναπατήσεις!”, του είπε και τα μάτια της έβγαζαν φλόγες. “Την κατάρα μου να έχεις! Ό,τι πιάνεις στα χέρια σου να γίνεται κάρβουνο!”. Με αυτά τα τελευταία πικρά λόγια που ηχούσαν στα αυτιά του μέχρι το τέλος της ζωής του, έφυγε ο Στέλιος για την ευλογημένη χώρα εκείνο το φθινόπωρο του 1920, ενώ στα μάτια του κράτησε την μορφή της μάνας με τα μαύρα ρούχα και το μαντήλι στα μαλλιά. Ήταν αρβανίτισσα η μάνα του και για αυτό ήταν πολύ δυνατή, άγρια και σκληρή κυρίως με τα παιδιά της. Έτσι ο Στέλιος έριξε μαύρη πέτρα και δεν είχε καμία επικοινωνία με την μάνα του.
Όταν έφτασε στην Αμερική τίποτα δεν ήταν εύκολο, όπως κάθε μετανάστης έτσι και αυτός πέρασε τα πάνδεινα ξεκινώντας από το μηδέν. Και τα κατάφερε εκεί στην Νέα Υόρκη, από το πουθενά έγινε ένας περιζήτητος μηχανικός και μετά από χρόνια αγόρασε και σπίτι με κήπο. Είχε έρθει η ώρα να κάνει οικογένεια και ερωτεύτηκε την Έλεν, μία Αμερικανίδα, δασκάλα στο επάγγελμα. Εκείνος ήθελε να παντρευτεί Ελληνίδα, αλλά ξέρουμε ποτέ για ποιον θα χτυπήσει η καρδιά μας δυνατά; Η γυναίκα αυτή του έβγαζε τόσο ωραία συναισθήματα, από το πουθενά μπήκε στην ζωή του και μαλάκωσε η ταλαιπωρημένη ψυχή!
Τα πρώτα χρόνια πέρασαν τόσο όμορφα και ειρηνικά, αν ερχόταν και ένα παιδί να ολοκληρώσει την ευτυχία του, όλα θα έμοιαζαν τέλεια! Ο Στέλιος θυμόταν την οικογένεια πίσω στην Ελλάδα και έστελνε την βοήθειά του στις αδελφές, χωρίς να κάνει καμία αναφορά στην μάνα του. Ούτε και εκείνη ρωτούσε για το γιο της. Σαν να μην υπήρχε, αν καμιά φορά ακούγοταν το όνομά του, αμέσως άλλαζε κουβέντα για να μην δείξει την αγωνία της. Μάνα ήταν, πώς να το κάνουμε, αλλάζει αυτός ο δεσμός;
Μία μέρα η Έλεν του ανακοίνωσε ότι ήθελε να υιοθετήσει ένα παιδί, αφού η ίδια δεν μπορούσε να νιώσει την χαρά της μητρότητας, ας έκανε μία καλή πράξη να σώσει μία ψυχή και μαζί και την δική της. Στην αρχή ο Στέλιος ήταν διστακτικός, όμως για να μην χαλάσει το χατίρι της αγαπημένης του υπέκυψε και σε λίγο καιρό ένα πανέμορφο κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια μπήκε στο σπίτι τους να το γεμίσει με τα γελάκια της. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν βιολογικό παιδί του Στέλιου, είχε τα χρώματά του και έμοιαζε και στον χαρακτήρα του. Γλυκιά και ατίθαση!
Τα χρόνια κυλούσαν ομαλά, η ευτυχία είχε ριζώσει για τα καλά στο σπίτι του, τίποτε δεν θύμιζε τα φτωχά χρόνια της Ελλάδας και φυσικά τα πικρά λόγια της μάνας του ανήκαν στο μακρύ παρελθόν. Ή μήπως όχι; Η Σύλβια μεγάλωσε και έγινε μία πανέμορφη κοπέλα που είχε ένα μεγάλο πάθος. Τον χορό. Από μικρή φάνηκε το ταλέντο της και η μητέρα της την έγραψε σε μία σχολή κοντά στο σπίτι. Η δασκάλα της, διακρίνοντας τις δυνατότητές της, έπεισε τους γονείς της να δώσουν την άδεια να την γράψουν στην καλύτερη σχολή της Νέας Υόρκης, την American Ballet Theater. Τι τύχη για το ξανθό κορίτσι με τα γαλανά μάτια! Οι γονείς της ήταν περήφανοι, κυρίως ο Στέλιος. Ποιος να του το ‘λεγε, από το πάμφτωχο Πέραμα στην Νέα Υόρκη με μία κόρη που μετράει για χίλιες και λίγες είναι. Μία prima ballerina!!!
Η Σύλβια ήταν άψογη στην δουλειά της, σωστή επαγγελματίας, πρώτη έφτανε στις πρόβες τελευταία έφευγε. Ένα πρωινό, από τα πρώτα του χειμώνα, άνοιξε η ξύλινη πόρτα και μπήκε ο δάσκαλός της, ένας επιβλητικός άντρας με γκρίζα μαλλιά. Από πίσω του ακολουθούσε ένας νεαρός γύρω στα 25, ψηλός, λεπτός, με μαύρα μάτια. Τα μαλλιά του κυματιστά έπεφταν στους ώμους, είχε τον αέρα του Ιταλού γόη. Αλήθεια ήταν ως προς την καταγωγή, κατά τα άλλα ο Μάουρο, ήταν ένας ταλαντούχος χορευτής μπαλέτου. Αυτό που τον διέκρινε εκτός του ταλέντου του, ήταν η ταπεινότητά του. Θα μπορούσε να είχε όλες τις γυναίκες στα πόδια του, οι χορεύτριες ήταν όλες ερωτευμένες μαζί του, όμως εκείνος δεν έδινε σημασία σε καμία. Μόνο η μουσική και ο χορός γέμιζαν την ζωή του μέχρι εκείνη την ημέρα που αντίκρυσε τα πιο όμορφα μάτια. Μα και η Σύλβια δεν έμεινε ατάραχη από το βλέμμα του όταν εκείνο έπεσε σαν κεραυνός πάνω της. Από εκείνη την στιγμή ήξερε μέσα της ότι είχε γεννηθεί ο ένας για τον άλλο! Πραγματικά οι δυο τους ήταν ένα από τα πιο αρμονικά καλλιτεχνικά ζευγάρια που είχαν περάσει από την σκηνή του θεάτρου. Οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για χορευτικό θρίαμβο, οι δημοσιογράφοι έστηναν ουρά για μία κοινή τους συνέντευξη και φωτογραφία. Πολύ σύντομα θα επισημοποιούσαν την σχέση τους, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ο πατέρας της ήταν αντίθετος με αυτή την ιστορία, γιατί ο Μάουρο δεν ήταν Έλληνας! Δεν μπορούσε να δεχτεί έναν άντρα με διαφορετική εθνικότητα στην ζωή της κόρης του. Λες και αυτός δεν είχε παντρευτεί Αμερικανίδα. Για τον άντρα όμως ισχύουν άλλοι κανόνες και του βγήκε και το ελληνικό, σκληρό αντριλίκι και η ζωή της Σύλβιας μετατράπηκε σε τραγωδία.
Από εκείνη την στιγμή άρχισε η αντίστροφη μέτρηση, σαν να έμοιαζαν οι κατάρες της μάνας να κάνουν την εμφάνισή τους! Οι καυγάδες με τους γονείς της ξεκίνησαν λίγο αργότερα, η μάνα της βέβαια ήταν με το πλευρό της, αλλά ο πατέρας της ανένδοτος, ανυποχώρητος. Το ζευγάρι αναγκαζόταν να βρίσκεται σε απόμερα μέρη, κυρίως το βράδυ μετά την πρόβα. Όρκους αιώνιας αγάπης, λόγια δυνατά και τρυφερά έβγαιναν από τα χείλη τους.
“Θα σ’ αγαπώ μέχρι να πεθάνω!”, του είπε με δάκρυα στα μάτια η Σύλβια. “Αν δεν σε έχω δικό μου, δεν θέλω την ζωή μου!”.
“Σώπα γλυκιά μου, να δεις όλα θα πάνε καλά και στο τέλος η αγάπη μας θα θριαμβεύσει!”.
Μόνο που η μοίρα έπαιξε τα δικά της παιχνίδια. Το είπε και το έκανε η άτυχη κοπέλα και έβαλε τέλος στην ζωή της ύστερα από τον καυγά με τον πατέρα της. Εκείνος ήταν αδιάλλακτος όπως ήταν και η μάνα του πριν πολλά χρόνια. Η επόμενη μέρα ήταν η πιο εφιαλτική και δραματική για τους δύο γονείς και οι εφημερίδες γέμισαν με φωτογραφίες της Σύλβιας και του Μάουρο γράφοντας με μεγάλα γράμματα “ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ” ή “ΑΝΤΙΟ ΓΛΥΚΙΑ ΣΥΛΒΙΑ, ΘΑ ΧΟΡΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ” και άλλα πολλά. Ποιος να του το ‘λεγε του Στέλιου ότι οι κατάρες της μάνας του θα πραγματοποιούνταν ύστερα από τόσα χρόνια… Ο πόνος αβάσταχτος, οι πληγές αγιάτρευτες.
Από εκείνη την μέρα ο Μάουρο χάθηκε από το καλλιτεχνικό κόσμο, ο Στέλιος παράτησε την δουλειά του και η Έλεν πέθανε από τον καημό της ύστερα από δύο χρόνια. Ο άτυχος πατέρας γύρισε στην Ελλάδα αφού έμαθε για τον θάνατο της μάνας του, έτσι έκλεισε ένας τραγικός κύκλος ζωής!
Ο έρωτας χτύπησε την πόρτα
Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα, η Σύλβια ξύπνησε απότομα εκείνο το πρωινό. Τα νέα ήταν τραγικά. Ένα αυτοκίνητο είχε παρασύρει θανάσιμα τον Άγγελο. Ποιος να το πίστευε το πόσο σκληρή και άδικη μπορεί να γίνει η ζωή! Χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της στο δευτερόλεπτο. Ο Άγγελος, οι γονείς του, εκείνη, η παράσταση. Με το που σηκώθηκε, κάλεσε την μητέρα της να της πει τα νέα. Είχε και εκείνη ακούσει τις ειδήσεις και στεναχωρήθηκε πολύ. Την κάλεσε να περάσει το πρωινό μαζί της να μην μείνει μόνη αυτές τις τραγικές στιγμές. Η πόρτα άνοιξε και η Σύλβια έπεσε στην αγκαλιά της μάνας για παρηγοριά όπως τότε που ήταν μικρή και χτύπαγε τα πόδια της. Ένα ζεστό τσάι και κουλουράκια ήρθαν να απαλύνουν ελάχιστα τον πόνο της. Η Δήμητρα, η μητέρα της, προσπάθησε με λιτά λόγια να την κάνει να ξεχάσει το τραγικό γεγονός, πήρε στα χέρια της το μεταλλικό κουτί και το τοποθέτησε στα πόδια της. Το άνοιξε σιγά σιγά και έβγαλε κάποιες φωτογραφίες από την παιδική της ηλικία και πολλές παλιές από την εποχή της γιαγιάς της.
“Να, εδώ είμαι στα βοτσαλάκια με την μαμά μου στα πρώτα μου μπάνια στην θάλασσα, εδώ είναι η γιαγιά μου στο πατρικό σπίτι στον Πειραιά”. Αυτές οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τι ιστορία κρύβουν! Εκείνη την στιγμή το μάτι της Σύλβιας έπεσε σε μία φωτογραφία, ένα ζευγάρι, φαίνονταν ευκατάστατοι, ανάμεσά τους μία κοπέλα ξανθιά με γαλανά μάτια. Μα αυτή είναι το κορίτσι που βλέπει στον ύπνο της τους τελευταίους μήνες, που την στοιχειώνει και δεν την αφήνει να ηρεμήσει.
“Μα ποια είναι αυτή μαμά; Το ξέρεις ότι την ονειρεύομαι τον τελευταίο καιρό;”. Αμέσως της διηγήθηκε τα όνειρά της και το πώς τελείωναν. Η Δήμητρα της εξήγησε ότι αυτός ήταν ο θείος ο Στέλιος, ο αδελφός της γιαγιάς της και η φωτογραφία ήταν οικογενειακή. Της μίλησε για την Σύλβια και για το άδοξο τέλος της.
“Και μένα με έβγαλες Σύλβια για εκείνη μαμά;”
“Όχι, γιατί Σίλβιο έλεγαν τον παππού σου, από την πλευρά του πατέρα σου που ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος.”
Και πάλι δεν καταλαβαίνω γιατί βλέπω αυτά τα όνειρα… Ποιος ξέρει… θα το δείξει ο χρόνος…, είπε από μέσα της η κοπέλα.
Οι μέρες πέρασαν και ο σκηνοθέτης αποφάσισε να μην αναβάλει την παράσταση, κάλεσε τις χορεύτριες στο θέατρο για να τους συστήσει τον αντικαταστάτη του Άγγελου. Όλες οι κοπέλες είχαν μαζευτεί στην αίθουσα με τους μεγάλους καθρέφτες, η Σύλβια είχε κατεβασμένο το κεφάλι της και έβαζε τις πουέντ. Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα, μπήκε πρώτα ο Στέφανο, ο σκηνοθέτης και πίσω του ακολούθησε ένας άντρα ψηλός, μελαχρινός με κυματιστά μαλλιά και μαύρα μάτια.
“Κυρίες μου να σας συστήσω τον Μάουρο, το χορευτή που μας ήρθε από το Μιλάνο για να μας βοηθήσει στην παράστασή μας. Είμαι σίγουρος ότι θα συνεργαστείτε άψογα.”
Η Σύλβια σήκωσε το κεφάλι και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του νεοφερμένου άντρα. Ήταν ολόιδιος με τον νεαρό που ονειρευόταν και χόρευε με την άγνωστη μέχρι λίγο καιρό πριν κοπέλα. Ένιωσε περίεργα και άπλωσε το λεπτοκαμωμένο χέρι να τον χαιρετήσει. Αισθάνθηκε όμως τόσο οικεία σαν να τον ήξερε από παλιά. Ή μήπως είχαν συναντηθεί σε μία άλλη ζωή; Όπως και αν ήταν, από εκείνη την στιγμή η Σύλβια και ο Μάουρο ήταν ζευγάρι στην σκηνή και σε πολύ λίγο χρόνο και στην ζωή. Μέχρι το τέλος! Η αγάπη ήρθε για να μείνει αυτήν την φορά και θα ήταν για πάντα!
Δήμητρα Καμπόλη
