Νερό κι αλάτι

Η Πελαγία έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Η μοναχοθυγατέρα της, η Μαριλένα της (εκ του Μαρία -Ελένη), θα έφερνε σήμερα να γνωρίσουν το δεσμό της. Και τι δεσμό, κοτζάμ γιατρό! Απ’ ό,τι έλεγε η μικρή – τριάντα-δύο χρονών ήταν αλλά για τους γονείς θα ήταν πάντα η ‘μικρή’- το πήγαιναν σοβαρά. Της είχαν ιδιαίτερη αδυναμία, γιατί εκτός από μοναχοκόρη ήταν και μοναχοπαίδι. Η Πελαγία είχε ξεκαθαρίσει στον Αντρέα, το σύζυγό της, ότι δεύτερο παιδί δεν έκανε. Διατεινόταν ότι δεν ήθελε να χαλάσει το φιδίσιο κορμί της, το οποίο, παρεμπιπτόντως, θύμιζε κορμί άλλου είδους του ζωικού βασιλείου κι όχι φιδιού. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν μη βγει αγόρι, καθώς ο άντρας της ήταν πιστός στις παραδόσεις και ήθελε να βγάλει τα ονόματα των παππούδων, όπως έκανε με την κόρη. Έλα μου όμως που αυτοί λέγονταν ‘Μόσχος’ ο ένας και ΄Κανέλος’ ο άλλος. Πώς θα το φώναζαν το παιδάκι, λοιπόν, ‘Μοσχοκάνελο’; Όχι, όχι το κοριτσάκι τους ήταν υπεραρκετό να συμπληρώσει την ευτυχία τους.

Μάτι δεν είχε κλείσει η μάνα όλη νύχτα, από την υπερένταση και αγωνία. Απ’ τα χαράματα ήταν στο πόδι ώστε όλα να ήταν στην εντέλεια για την υποδοχή του μέλλοντα γαμπρού. Η αλήθεια ήταν ότι δεν πολυείχε σε εκτίμηση τους γιατρούς από τότε που ένας ατζαμής ειδικευόμενος κόντεψε να στείλει τον Αντρίκο της στον άλλο κόσμο. Έκτοτε η Πελαγία είχε βάλει όλους τους γιατρούς στο ίδιο τσουβάλι. Αυτός όμως, ο Ιάσων, ήταν διαφορετικός. Όχι επειδή ήταν ο σύντροφος της κόρης της, αλλά επειδή ήταν ο σωτήρας της. Η διάσωση μάλιστα δεν έλαβε χώρα σε νοσοκομείο αλλά σε… ψαροταβέρνα!
Αιτία… μια γαρίδα που είχε σφηνώσει στο λαιμό της Μαριλένας της. Είχε πάει μια Κυριακή μεσημέρι για φαγητό με τις φίλες της όταν συνέβη το ‘ατυχές’ στην αρχή και ‘ευτυχές’ στο τέλος περιστατικό. Ο δε Ιάσων είχε πάει με τους συναδέλφους του στο ίδιο μαγαζί να ‘καρδαμώσουν’, καθώς τους περίμενε δύσκολη εφημερία στο νοσοκομείο.
Μόλις ο Ιάσων αντιλήφτηκε ότι η Μαριλένα πνιγόταν, σηκώθηκε αποφασιστικά, έκανε τις κατάλληλες κινήσεις και η γαρίδα πετάχτηκε κατευθείαν στο μάτι του κυρίου που καθόταν απέναντι. Ένας άλλος γιατρός από την παρέα έτρεξε μετά σ’ αυτόν. Κέντρο πρώτων βοηθειών έγινε η ψαροταβέρνα εκείνη την ημέρα.

«Ας είναι καλά το παλικάρι που έκανε τη λαβή Χάινεκεν στο κοριτσάκι μας και σώθηκε!», δόξαζε η Πελαγία.
«Τι λες ρε γυναίκα! Σιγά μη της έκανε και τη λαβή Άμστελ. Λαβή Χάιμλιχ λέγεται. Κοίτα μη πετάξεις καμιά τέτοια κοτσάνα τώρα που θα ’ρθουν τα παιδιά!», τη διόρθωσε γελώντας ο άντρας της.
«Φόρα τη γραβάτα σου γιατί όπου να ‘ναι θα καταφτάσουν. Έγνοια σου, θα προσέξω τι θα πω!», απήντησε η Πελαγία με τη χαρακτηριστική τσιριχτή της φωνή. Είχε μια χροιά και μία ένταση η ομιλία της που ξεχώριζε.

Μόλις χτύπησε το κουδούνι και άνοιξε την πόρτα η Πελαγία, ‘έμεινε κάγκελο’. Μπροστά της, δίπλα στο κοριτσάκι της, κρατώντας μια ανθοδέσμη ήταν αυτός! Ο ανίκανος, άσχετος ειδικευόμενος που πέντε χρόνια πριν είχαν τσακωθεί στο διάδρομο του νοσοκομείου. Η Πελαγία δε συμφωνούσε με την αγωγή που είχε συστήσει ο εφημερεύων και επέμενε τρεις η ώρα τη νύχτα να κατέβει να δει τον άντρα της ο επιμελητής γιατρός. Ο ειδικευόμενος τη ρώτησε αν ή ίδια ήταν γιατρός ή αν είχε έστω πιστοποιημένες ιατρικές γνώσεις και αμφισβητούσε την κρίση του. Τότε την Πελαγία την έπιασε κρίση και άρχισε να τον ‘λούζει’ με κατηγορίες, τσιρίζοντας φυσικά. Ο νεαρός ανταπάντησε καταλλήλως μέχρι που σηκώθηκε όλο το νοσοκομείο στο πόδι. Η Μαριλένα έλειπε το διάστημα αυτό στο εξωτερικό για το μεταπτυχιακό της και δεν ήταν παρούσα στο συμβάν. Ο κυρ Αντρέας κοιμόταν και δε πήρε τίποτα χαμπάρι, αλλά ούτε και θα θυμόταν μετά από τόσα χρόνια το συγκεκριμένο γιατρό. Η Πελαγία όμως είχε χαραγμένη τη φάτσα του στη μνήμη της (ήταν κι όμορφος ο άτιμος). Αλλά και η τσιριχτή φωνή της κυρίας αυτής θα αντηχούσε για πάντα στα αυτιά του γιατρού.

Αμέσως αναγνώρισε ο ένας τον άλλον. Κοιτάχτηκαν αμήχανα. Ο Ιάσων έτεινε το χέρι και είπε ένα μουδιασμένο ‘Χαίρω πολύ’. Το ίδιο και η Πελαγία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης αντάλλασσαν κοφτές ματιές. Ο κυρ Αντρέας όντως δεν τον θυμόταν καθόλου. Ήταν ευδιάθετος και εύχαρις όπως πάντα.

Ο Ιάσων και η Πελαγία ‘μετρήθηκαν’ με τα μάτια.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος η Πελαγία σήκωσε πρώτη το ποτήρι να κάνει μια πρόποση.
«Νερό κι αλάτι», είπε καρφώνοντας τον Ιάσονα.
«Νερό κι αλάτι», ‘συμφώνησε’ κι αυτός.
«Ας διαλυθούν τα λόγια που είπαμε και οι δύο όπως διαλύεται το αλάτι μέσα στο νερό. Η Μαριλένα μας το αξίζει», σκέφτηκε ο καθένας από μέσα του.

Ο Αντρέας και η Μαριλένα κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι.
«Τι λέτε εσείς οι δύο;», απόρησε η Μαριλένα
«Τίποτα, τίποτα. Να, λέω ότι ξέχασα να φέρω νερό κι αλάτι στο τραπέζι», δικαιολογήθηκε η Πελαγία.
«Ναι, κι εγώ αυτό πρόσεξα. Δίψασα κιόλας και θέλω να προσθέσω λίγο αλάτι στις πατάτες μου», ακολούθησε το ‘ποίημα’ και ο Ιάσων.
«Καλέ αόμματοι είσαστε και οι δύο; Μπροστά σας είναι και το νερό και το αλάτι», είπε η Μαριλένα δείχνοντας την κανάτα με το νερό που ήταν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του Ιάσονα καθώς και την αλατιέρα.
«Ε, είναι η συγκίνηση κορίτσι μου. Πρώτη φορά ήρθε το παλικάρι στο σπίτι μας κι όσα να ‘ναι έχω λίγο τρακ», δικαιολογήθηκε η μάνα της.
«Ομοίως κι εγώ ομολογώ ότι είμαι συνεπαρμένος από την όλη κατάσταση», πρόσθεσε ο σύντροφός της.
«Ρε παιδιά ας χαλαρώσετε λιγάκι. Μία οικογένεια είμαστε εξάλλου. Έτσι δεν είναι γιατρέ μου;», πετάχτηκε και ο Αντρέας μέσα στην ευθυμία καθώς είχε προλάβει να κατεβάσει δυο κρασάκια ήδη.
«Αντρέα μου, με μέτρο. Θυμάσαι τι σου είπε ο γιατρός», του έκανε παρατήρηση η γυναίκα του.
«Μα λίγο κρασάκι κάνει καλό. Έτσι δεν είναι Ιάσονα; Τώρα πια θα κάνω ό,τι μου πει ο καινούργιος μου γιατρός. Μόνο αυτόν εμπιστεύομαι!», ευθύμησε και πάλι ο Αντρέας τσουγκρίζοντας ποτήρια με τον μέλλοντα γαμπρό του.
«Τώρα σώθηκες!», μουρμούρισε η Πελαγία, μέσα της υποτίθεται, αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας της φωνής της, σχεδόν ακούστηκε.

Ο Ιάσων τη στραβοκοίταξε.
«Είπατε κάτι;», τη ρώτησε με μια ελαφριά ειρωνεία στον τόνο της φωνής του.
«Λέω σώθηκε το κρασί. Πάω να φέρω ένα μπουκάλι ακόμα. Δε νομίζω ότι λείπει κάτι άλλο. Είπαμε ότι νερό και αλάτι έχουμε. Έτσι δεν είναι Ιάσονα;», ρώτησε η Πελαγία ανταποδίδοντας το ειρωνικό ύφος.
«Έτσι είναι κυρία Πελαγία. Από νερό κι αλάτι είμαστε κομπλέ».

Αναστασία Λαζαράκη
__________________________________________________________________________
* ‘Νερό κι αλάτι’: Μια παροιμιώδης φράση που σημαίνει συμφιλίωση. Με αυτή την έκφραση ευχόμαστε να διαλυθούν τα λόγια που ειπώθηκαν, όπως διαλύεται το αλάτι στο νερό, στη θάλασσα.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading