Γίνε ο χειμώνας μου, να γίνω το καλοκαίρι σου

Δύο τόσο αλλότροποι χαρακτήρες, με τόσο διαφορετικές ανάγκες ψυχής κι όμως τόσο κουμπωμένες οι αγκαλιές τους, τόσο δεμένες απόλυτα οι ζωές τους, τόσο τέλεια κεντημένη με έντονες, γερές, πολύχρωμες κλωστές η καθημερινότητά τους.

Η Μυρτώ, υπέφερε τον χειμώνα. Δεν άντεχε το κρύο, το σκοτάδι από νωρίς το απόγευμα, την έλλειψη ήλιου, την έλλειψη των θαλασσινών μπάνιων. Ο Λάζαρος την έσφιγγε στην αγκαλιά του όταν έβγαιναν έξω ή στον καναπέ, όταν έμεναν μέσα και γινόταν η σομπούλα της, που την ζέσταινε. Την πήγαινε βόλτες με το αμάξι στη λατρεμένη της θάλασσα κι από ‘κει, σφιχταγκαλιασμένοι, χάζευαν την ανταριασμένη πλανεύτρα και ονειροπολούσαν. Έκαναν διαδρομές σε χιονισμένο τοπίο, όπου ο ήλιος λαμπύριζε στην ολόλευκη επιφάνεια. Ο δε ήχος, καθώς τα βήματά τους συγχρονισμένα, πατούσαν πάνω στο φρέσκο, παχύ χιόνι, σε συνδυασμό με τα γέλια τους, ήταν πνοή ζωής. Ο Λάζαρος ξαπλωμένος σχημάτιζε αγγελάκια στο χιονισμένο έδαφος. Η Μυρτώ, νόμιζε πως θα πάθει κρυοπαγήματα, δεν το τολμούσε στις αρχές. Μα σαν την έπεισε, κουνούσε χέρια πόδια σαν μικρό παιδί και παρέσυρε το χιόνι, φτιάχνοντας την δική της μορφή αγγέλου κάτω στη χιονισμένη γη. Και μετά, στο αμάξι, φουλ θέρμανση και σφιχτή αγκαλιά, να την ζεστάνει. Φρόντιζε να καλεί στο σπίτι φίλους τους για βραδιές με επιτραπέζια, παντομίμα, φαγοπότι, ταινίες, ανάλογα την διάθεση ή πήγαιναν οι δυο τους σε σπίτια φίλων. Ήταν εκείνος που φώτιζε τα σκοτάδια του χειμώνα της, με το χαμόγελό του, την αγάπη του, τις εκπλήξεις του, το νοιάξιμο, που έδιωχνε μακριά κάθε υποψία μελαγχολίας από το νου και την ψυχή της. Ήταν εκείνος που δεν άφηνε τον ήλιο να χαθεί από μέσα της, που κρατούσε ζωντανό το καλοκαιράκι στην καρδιά του χειμώνα.

Ο Λάζαρος υπέφερε το καλοκαίρι. Η ζέστη, τον έλιωνε, ο καύσωνας τον τυραννούσε. Ίδρωνε, ξεφυσούσε, του ερχόταν αποπληξία. Ούτε την θάλασσα ήθελε, ούτε τον συνωστισμό, ούτε την άμμο να κολλάει επάνω του, ούτε τον ήλιο να τον ξεροψήνει, ούτε την άπνοια, ούτε τα κουνούπια, ούτε τις μύγες. Η Μυρτώ, φρόντιζε να πηγαίνουν στις παραλίες είτε πολύ νωρίς το πρωί είτε πολύ αργά το απόγευμα και πάντα ανακάλυπταν πιο ερημικές παραλίες. Του άλειφε αντιηλιακό, είχε πάντα μαζί της ψυγειάκι, παγοκύστες για κρύο νερό ή αναψυκτικό ή καφεδάκι που απολάμβανε ο Λάζαρος, είχε πάντα σνακ και λιχουδιές αγαπημένες. Ό,τι ζητούσε εκείνος, η Μυρτώ το προέβλεπε και το είχε μαζί της, για να κάνει τις στιγμές πιο όμορφες. Επέλεγε εξορμήσεις σε βουνά, σε καταρράκτες, σε βάθρες, για δροσιά, που ήξερε ότι προτιμούσε ο σύντροφος της, ξεσήκωνε και τους φίλους τους για παρέα, του έφτιαχνε συχνά το αγαπημένο του παγωτό, παγωμένες σπιτικές λεμονάδες ή τσάι. Δρόσιζε τα ανυπόφορα για ‘κείνον καλοκαίρια δημιουργώντας όμορφες αναμνήσεις.

Η Μυρτώ προσπαθούσε να τροποποιήσει το αγαπημένο της καλοκαίρι, σε καλοκαίρι τους.
Ο Λάζαρος ήθελε ο χειμώνας του, να μαλακώνει, να εναρμονίζεται με την αγαπημένη του.
Μαζί, μετέτρεπαν τις αφόρητες εποχές, σε φάρο, ο ένας του άλλου που τους έδειχνε το δρόμο και η ζωή γινόταν συναρπαστική κι όχι απλά υποφερτή ή συμβατική.

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Γίνε ο χειμώνας μου, να γίνω το καλοκαίρι σου”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading