Η Σπάτουλα

«Τι συμφογά! Τι συμφογά!», οι κραυγές του Σεφ Σοκολά ακούστηκαν μέχρι τα πέρατα του χωριού των Νάνων.
«Τι συμβαίνει;»
«Γιατί φωνάζει;»
«Κακό που μας βρήκε!»

Ο Σεφ έτρεξε μέχρι την πλατεία του χωριού κρατώντας στο χέρι του τον άσπρο του σκούφο και ανεμίζοντάς τον σαν σημαία. Γονάτισε και με το σκούφο σαν μαντήλι ξεκίνησε το κλάμα. Ένα κλάμα γοερό, με τα χέρια του να πιάνουν μια το κεφάλι και μια το πρόσωπό του σε ένδειξη απελπισίας. Στο μεταξύ οι Νάνοι μαζεύτηκαν γύρω του ανήσυχοι για το τι είχε συμβεί.

«Κάντε χώρο, κάντε χώρο να δούμε τι συμβαίνει!», ο Σπιρτόζος, ο πιο έξυπνος Νάνος του χωριού πλησίασε τον Σεφ, ο οποίος κολυμπούσε μέσα σε μια λίμνη από δάκρυα.
«Αγαπητέ μας Σεφ, τι έγινε; Προς τι όλη αυτή η φασαρία και πανικός;»
«Είναι συμφογά! Η σπάτουλά μου εξαφανίστηκε και πώς θα φτιάξω την τούγτα του Σοφού για τα γενέθλιά του άβγιο; Ω μοντιέ!» επαναλάμβανε ο Σεφ.
«Μήπως κάπου την έχεις τοποθετήσει και δε θυμάσαι;» τον ρώτησε ο Σπιρτόζος.
«Έψαξα παντού! Δεν την βγίσκω! Το εγαστήγιό μου είναι άνω κάτω και σπάτουλα πουθενά! Είναι η αγαπημένη μου! Επάνω κολλημένη έχει μια ασημένια πεταλούδα, αφού μου την είχε κάνει δώγο η πγιγκήπισσα της Κάτω Χώρας, Κλάγαμπελ, όταν κέγδισα στο διαγωνισμό ζαχαγοπλαστικής!» φώναξε ο Σεφ πέφτοντας στην αγκαλιά του Σπιρτόζου προσποιούμενος ότι λιποθυμάει.

Ο Σπιρτόζος, καθώς γνώριζε, όπως και όλοι οι νάνοι, τα κόλπα του Σεφ Σοκολά για να τραβήξει την προσοχή, διακριτικά τον απομάκρυνε από πάνω του, ίσιωσε τα ρούχα του κι αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση.
«Άρα κάποιος την έκλεψε!», ακούστηκε από κάπου με αποτέλεσμα να επικρατήσει τρομερή αναστάτωση στον περίγυρο.
«Ω Θεέ μου, μου έκλεψαν τη σπάτουλα!», έκλαιγε τώρα ξανά ο Σεφ.
«Παρακαλώ όλοι στα σπίτια σας. Είμαι σίγουρος πως πρόκειται για παρεξήγηση», παρότρυνε ο Σπιρτόζος τους υπόλοιπους Νάνους ν’ απομακρυνθούν. Αυτό μου έλειπε τώρα να είναι κλεψιά όντως! Καλά δεν έβλεπα την Εσμεράλντα στην τηλεόραση πριν λίγο.

«Αγαπητέ μας Σεφ πάμε στο εργαστήριό σου να δούμε τι γίνεται» κι ο Σπιρτόζος μαζί με τον Σεφ Σοκολά κατευθύνθηκαν γρήγορα προς το εργαστήριο.
Μέσα επικρατούσε χάος. Σπασμένα πιάτα, μαχαιροπίρουνα και ποτήρια στο πάτωμα, κρέμες και φρούτα μισοκομμένα πάνω στους πάγκους, ένα τοπίο εφιαλτικό. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρω ούτε ένα στοιχείο εδώ μέσα. Θα τελειώσει η Εσμεράλντα και θα χάσω και την Ποκαχόντας.

«Όπως βλέπεις έφαγα τον κόσμο να την βγω!», είπε ο Σεφ πατώντας πάνω στα σπασμένα πιάτα και κομμένα φρούτα και δείχνοντας με το δάχτυλό του το πάτωμα.
«Ναι, το βλέπω…», απάντησε ο Σπιρτόζος ξύνοντας το κεφάλι του. «Πότε τη χρησιμοποίησες τελευταία φορά;»
Ο Σεφ έπιασε το πιγούνι του, κοίταξε το ταβάνι και πλησίασε τον Σπιρτόζο.
«Χθες το βγάδι. Την έβγαλα από το συγτάγι και την τοποθέτησα πάνω στον πάγκο, για να την έχω έτοιμη για σήμεγα. Η αλήθεια είναι ότι το παγάθυγό μου το βγήκα ανοιχτό το πγωί. Δεν το είχα ανοίξει όμως εγώ».
«Καλώς. Θα κάνω λοιπόν μια έρευνα να δω τι έχει συμβεί και θα σε ενημερώσω. Προς το παρόν ψυχραιμία» και λέγοντας αυτά ο Σπιρτόζος έστριψε για να βγει από το εργαστήριο, όμως ο Σεφ τον τράβηξε από το μανίκι.
«Να γωτήσεις πγώτα τον Σκαλιστήγι. Αυτός με ζηλεύει από τότε που αγνήθηκα να του φτιάξω τη δικιά του τούγτα. Είχα όμως ιλίγγους εκείνη τη μέγα, δεν ένιωθα καλά», είπε με στόμφο ο Σεφ και κάνοντας μια εντυπωσιακή στροφή ίδιος χορευτής, απομακρύνθηκε.
Θεέ μου, οι βεντέτες μου έλειπαν!, σκέφτηκε ο Σπιρτόζος.

Η έρευνα διήρκησε όλη μέρα και ο Σπιρτόζος δεν έβγαλε καμία άκρη. Κανείς δεν είχε δει κανέναν, και δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να οδηγεί στον ένοχο. Έτσι τα βήματά του τον οδήγησαν στον Σκαλιστήρη, ο οποίος μάζευε μήλα στον κήπο του.
«Μη μου πεις. Ξέρω, ο Σεφ σου είπε ότι του έκλεψα τη σπάτουλα. Άλλη όρεξη δεν είχα!» είπε αυστηρά χωρίς καν να κοιτάξει τον Σπιρτόζο.
«Λες αλήθεια;»
«Μη τα σκαλίζεις. Τι να την κάνω τη σπάτουλα;» κοίταξε γύρω του αν τους ακούει κανείς και συνέχισε «όμως, είδα χθες από το παράθυρό μου μια παχουλή φιγούρα να προσπαθεί με κόπο να τρυπώσει στο εργαστήριό του. Δε μου φάνηκε για νάνος».
«Καλά γιατί δεν το έλεγες από την αρχή αυτό κι έχω ρωτήσει όλο το χωριό!» θύμωσε τώρα ο Σπιρτόζος.
«Γιατί δεν τον χωνεύω. Καλά του κάνανε. Από τότε που κέρδισε στον διαγωνισμό έγινε μεγάλη ψωνάρα!» δάγκωσε ένα μήλο από τα νεύρα του.

Πάει και η Ποκαχόντας!, μουρμούρισε ο Σπιρτόζος μόλις κοίταξε το ρολόι του.
«Εγώ θα ρωτούσα και τον Σεφ της πριγκίπισσας Κλάραμπελ. Είναι παχουλός και επιπλέον έχασε την πρωτιά στον διαγωνισμό από τον Σεφ Σοκολά».
Μα πώς δεν το είχε σκεφτεί; Ανέβηκε στο πατίνι του και μέσα σε λίγη ώρα βρισκόταν στο Βασίλειο της Κάτω Χώρας. Ο Σεφ της πριγκίπισσας που φημιζόταν για τη λαιμαργία του, ήταν σε ένα εστιατόριο και χλαπάκιαζε δύο κοκορέτσια. Μόλις είδε ο Σεφ τον Σπιρτόζο φάνηκε να ταράχτηκε αλλά συνέχισε να μασουλάει.

«Πού είναι η σπάτουλα;» φώναξε ο Σπιρτόζος για να τον αιφνιδιάσει.
Ο Σεφ στραβοκατάπιε και γούρλωσε τα μάτια, ένδειξη πως κάτι συνέβαινε.
«Δεν ξέρω τι λες!» σηκώθηκε και βγήκε έξω από το εστιατόριο.
«Φέρε τη σπάτουλα τώρα!» συνέχισε ο Σπιρτόζος, αν και δεν ήξερε αν την είχε αρπάξει ο παχουλός Σεφ της πριγκίπισσας.

Κόσμος πολύς μαζεύτηκε από τις φωνές του Σπιρτόζου. Ο Σεφ χώθηκε μέσα στο πλήθος και σχεδόν έτρεχε. Ο Σπιρτόζος δεν προλάβαινε να τον φτάσει με τα μικρά του ποδαράκια και μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, ούρλιαξε όσο πιο δυνατά μπορούσε:
«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗ ΤΗΣ ΣΠΑΤΟΥΛΑΣ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΣΕΦ ΤΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ!».

Όλοι κοκκάλωσαν. Έμειναν ακίνητοι σαν αγάλματα. Μαζί με αυτούς και ο Σεφ. Ο Σπιρτόζος με πολύ αργά βήματα τον πλησίασε. Δεν είχε ιδέα εάν όντως ήταν αυτός ο κλέφτης της σπάτουλας. Το πρόσωπο του Σεφ είχε κοκκινίσει.

Κι αν δεν είναι ένοχος τι θα κάνω; Ρεζίλι θα γίνω!, αναρωτιόταν, ενώ στάλες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό του. Εκείνη την ώρα μια ακτίνα του ήλιου που ξέφυγε πίσω από τα σύννεφα, έπεσε πάνω στην τσέπη του Σεφ, δημιουργώντας μια μικρή λάμψη. Ο Σπιρτόζος πλησίασε κοντά του και τότε είδε πως η ακτίνα του ήλιου είχε πέσει πάνω σε κάτι ασημένιο. Άπλωσε το χέρι του και με γρήγορες κινήσεις τράβηξε το ασημένιο αντικείμενο.

Όλοι όσοι ήταν μαζεμένοι, έβγαλαν ένα επιφώνημα αποδοκιμασίας. Ο Σπιρτόζος κρατούσε στα χέρια του την κλεμμένη σπάτουλα με την πεταλούδα.
«Ώστε εσύ ήσουν!» βροντοφώναξε όλο περηφάνια ο Νάνος.
«Δικαιωματικά ήταν δικιά μου!» τσίριξε ο παχουλός Σεφ και το έβαλε στα πόδια.

Ο κόσμος χειροκρότησε τον Σπιρτόζο, ο οποίος συγκινημένος υποκλίθηκε, ανέβηκε στο πατίνι του κι επέστρεψε στο χωριό. Παρέδωσε με περηφάνια τη σπάτουλα στον Σεφ Σοκολά, αφού ανάγκασε πρώτα να δώσουν τα χέρια με τον Σκαλιστήρη και να του φτιάξει τη χρωστούμενη τούρτα.
Κι έτσι αυτοί ζήσαν καλά και ο Σπιρτόζος επέστρεψε ήρεμος στο σπίτι του να συνεχίσει την Εσμεράλντα που τόσο του είχε λείψει.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading