Η ευτυχία

Ο ήχος ενός ποτηριού που σπάει έκανε όλα τα κεφάλια να γυρίσουν προς το μέρος της. Η Ευτυχία είχε προλάβει να αφήσει το κινητό από τα χέρια της και καταριόταν ό,τι της κατέβαινε στο κεφάλι κοιτάζοντας τα σπασμένα γυαλιά στα πόδια της.

«Καλά είμαι! Μου γλίστρησε η μ@λαkia!», είπε φανερά εκνευρισμένη η Ευτυχία φέρνοντας τη σκούπα και το φαράσι από το μπαλκόνι. «Αρετή, έλα λίγο που σε θέλω!», είπε μαζεύοντας τα γυαλιά από το πάτωμα.

«Έλα Ευτυχούλα μου! Θες βοήθεια;», την ρώτησε η Αρετή και έσκυψε να μαζέψει τα γυαλιά μαζί της.
«Ο Θαδδαίος!», ψιθύρισε η Ευτυχία ώστε να την ακούσει μόνο η φίλη της.

Το χέρι της Αρετής έμεινε μετέωρο… «Τι εννοείς ‘ο Θαδδαίος’; Πού κολλάει ο Θαδδαίος;»
«Εμφανίστηκε στο ίνσταγκραμ!»
«Πότε;»
«Τώρα! Για αυτό μου έπεσε το ποτήρι από τα χέρια. Μου έστειλε αίτημα φιλίας!»
«Καιιιιιιιιι;», τη ρώτησε η Αρετή με την ελπίδα ότι θα έπεφτε έξω με την απάντησή της.
«Ε! Τον δέχτηκα!»

«ΓΙΑΤΊ; ΓΙΑΤΊ; ΕΙΣΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΆ ΣΟΥ; ΠΕΣ ΜΟΥ! ΘΕΣ ΝΑ ΜΑΣ ΤΡΕΛΑΝΕΙΣ ΤΕΛΕΙΩΣ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ;», ούρλιαζε η Αρετή πηγαίνοντας πάνω – κάτω και κάνοντας όλους τους καλεσμένους να γυρίσουν να τις κοιτάξουν και τις δύο.
«Αρετή μου… Μη φωνάζεις!»
«ΌΟΟΟΟΟΟΟΟΧΙΙΙΙΙΙ… ΘΑ ΚΆΝΩ Ό,ΤΙ ΘΕΛΩ! ΓΙΑΤΊ ΚΟΡΊΤΣΙ ΜΟΥ;»

«Αγάπη μου; Όλα καλά;». Η φωνή του Μιχάλη ήχησε στα αυτιά της Ευτυχίας σαν βάλσαμο. Η χροιά της φωνής του πάντα την χαλάρωνε. Πάντα την ηρεμούσε. Έπρεπε πάση θυσία να ηρεμίσει την Αρετή.

«Ναι ναι, απλά έσπασα το αγαπημένο ποτήρι της Αρετής και είναι έξαλλη. Πάμε στο μπαλκόνι να πετάξουμε τα γυαλιά και ερχόμαστε!». Η Ευτυχία την τράβηξε από το χέρι και βγήκαν έξω.

«Ρε! Είσαι καλά; Τι φωνάζεις; Θες να μας ακούσουν όλοι;»
«Ευτυχία, τι δουλειά είχες να δεχτείς τον Θαδδαίο στο ίνσταγκραμ μετά από τρία χρόνια; Πες μου, κοριτσάκι μου! Γιατί;»
«Καλέ απλά τον δέχτηκα! Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μιλήσουμε ή ότι θα βγούμε! Σύνελθε!»
«Αυτό μας έλειπε! Λογικέψου μέρες που είναι!»
«Ρε απλά τον δέχτηκα… Δεν είναι ότι θα μου στειλ… ΑΡΕΤΗ ΜΟΥ ΕΣΤΕΙΛΕ!»
«Να τα, να τα! Το ήξερα! Το ήξερα! Αυτός ο τύπος ήταν μπελάς από την αρχή. Μυρίστηκε ευτυχία, όχι εσένα μαρή, και εμφανίστηκε!»
«Τι να κάνω; Τι να κάνω;»
«Να τον μπλοκάρεις;»
«Πάψε! Θα δω…», είπε η Ευτυχία βάζοντας το κινητό στην τσέπη της.

«Αγάπη μου; Όλα καλά;». Ο Μιχάλης έκανε την εμφάνισή του στα ξαφνικά και η Ευτυχία κλείστηκε στην αγκαλιά του. Της άφησε ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού.
«Όλα καλά, Μιχάλη μου! Εδώ μας έπιασε η πάρλα με τη φίλη μου και ξεχαστήκαμε!», απάντησε η Αρετή και ο Μιχάλης χαμογελώντας έσφιξε λίγο παραπάνω την Ευτυχία στην αγκαλιά του.

….

Το τηλεφώνημα που δεχόταν η Ευτυχία, την έβγαλε από τον λήθαργο που είχε πέσει. Είχε πιει αρκετό αλκοόλ και μέχρι να φύγουν όλοι και να μείνει μόνη της, κουράστηκε πολύ. Μες στον ύπνο της το σήκωσε χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στο όνομα που αναβόσβηνε.

«Μμμμ;»
«Ευτυχία;»
«Ναι;»
«Θαδδαίος!»
«Ορίστε;»

Πετάχτηκε από τον καναπέ όπου κοιμόταν και άρχισε να περπατάει μέσα στο άδειο σπίτι σφίγγοντας με το ελεύθερο χέρι της την ρόμπα στο στήθος της.

«Κα… καλησπέρα, Θαδδαίε! Είναι λίγο αργά, δεν νομίζεις;»
«Μα δεν απάντησες στο μήνυμά μου!»
«Και επειδή δεν απάντησα, είπες να με πάρεις τηλέφωνο μες στη νύχτα; Ωραίο σκεπτικό! Και αν δεν ήμουν μόνη μου;»
«Δεν θα το σήκωνες!»
«Σωστά! Εν μέρει σωστά… Κοιμόμουν και… Τι θες;»
«Να σε δω!»
«Ορίστε;»
«Να σε δω! Είμαι από κάτω. Άντε! Μια βόλτα θα πάμε!»

Η Ευτυχία πλησίασε το παράθυρο που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο, τράβηξε την κουρτίνα λίγο στο πλάι και μπαμ… μπροστά της ο Θαδδαίος, μετά από τρία χρόνια, να στέκεται αγέρωχος μπροστά στη μηχανή του και να την περιμένει.

«Οk, είδες από το παράθυρο ότι λέω αλήθεια. Θα κατέβεις;»
«Θαδδαίε, δεν γίνεται αυτό που μου ζητάς. Πώς μπορείς και εμφ…»
«’Εμφανίζεσαι έτσι μετά από τρία χρόνια ζητώντας μου να σε δω;’. Έχεις δίκιο Ευτυχία, όμως πραγματικά θέλω… Θα κατέβεις;»

Σιωπή…

«Δώσε μου δέκα λεπτά και κατεβαίνω!»

Η Ευτυχία έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε στην κρεβατοκάμαρα να ντυθεί. Περνώντας από το χολ, σταμάτησε μερικά δευτερόλεπτα να χαζέψει μια φωτογραφία. Εκείνη και ο Μιχάλης. Χαμογέλασε και χάιδεψε το πρόσωπό του πάνω από το γυαλί. Απαλά. Λες και ήταν εκείνος… Της φαινόταν τόσο περίεργο που θα έμεναν χώρια. Δεν είχαν χωριστεί ποτέ. Από το πρώτο βράδυ της γνωριμίας τους, δύο χρόνια και πέντε μήνες πριν, κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι. Πρώτη φορά μόνη της, για καλό λόγο, και εμφανίστηκε ο Θαδδαίος. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα, ντύθηκε καλά, έκλεισε την πόρτα πίσω της και κατέβηκε στην είσοδο.

«Ανέβα!», της είπε ο Θαδδαίος δίνοντάς της ένα κράνος. Το φόρεσε, καβάλησε τη μηχανή, πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση του και αμέσως άρχισαν να βολτάρουν την Αθήνα.

Η Ευτυχία απολάμβανε τόσο πολύ τη διαδρομή. Την αγαπούσε αυτή την πόλη. Ήταν ο τόπος της. Και είχε χρόνια να τον δει πάνω στη μηχανή. Όταν γνώρισε τον Μιχάλη, μόλις είχε πουλήσει τη δικιά του μηχανή, οπότε οι μοναδικές αναμνήσεις που είχε ήταν από τη μηχανή του Θαδδαίου. Σε ένα φανάρι, άνοιξε το καπάκι από το κράνος της και τον ρώτησε…

«Πού πάμε;»
«Σε νοιάζει;»
«Θαδδαίε, τελείωνε! Λέγε πού πάμε…»
«Άσε μας ρε Ευτυχία!»
«Ωραία! Σταμάτα να κατέβω. Θέλω να πάω σπίτι μου τώρα! Ήταν λάθος που δέχτηκα να σε δω!».

Ο Θαδδαίος έκανε στην άκρη τη μηχανή και η Ευτυχία κατέβηκε ξεκουμπώνοντας το κράνος της. Εκείνος την πρόλαβε και την έπιασε από το χέρι.

«Συγγνώμη, Ευτυχία! Συγγνώμη! Ήμουν δειλός που έφυγα. Εμφανίστηκα γιατί επέστρεψα από την Αμερική και την ελπίδα ότι εμείς οι δύο θα…»
«Ήμουν έγκυος!»
«Τι πράγμα;»
«Ήμουν έγκυος αλλά δεν πρόλαβα να στο πω. Έφυγες! Βλέπεις, μετά από δέκα χρόνια που ήμασταν μαζί, σηκώθηκες και πήγες στην Αμερική. Χωρίς να υπολογίσεις καν την ύπαρξή μου. Ε, από τη στεναχώρια μου και την πολλή δουλειά που έριξα για να πληρώσω το νοίκι του σπιτιού που μαζί είχαμε νοικιάσει, το έχασα… Η μαμά σου το ήξερε, αλλά μου ορκίστηκε πως δεν θα στο έλεγε!»
«Ήσουν έγκυος;»
«Γιατί παραξενεύεσαι; Ξέρεις πώς γίνονται τα μωρά και εμείς δεν προσέχαμε καθόλου…»
«Και δεν μου το είπες;»
«Πώς να στο πω; Το έμαθα πρωί και απόγευμα της ίδιας μέρα έμαθα ότι πετάς για Αμερική. Ούτε αποχαιρετιστήριο μήνυμα δεν μου έστειλες. Η μαμά σου μου είπε ότι με χωρίζεις!»

«Ευτυχία μου!», είπε και έκανε να την αγκαλιάσει.
«Κομμένα τα ‘μου’ και οι αγκαλιές. Δεν θέλω να το συζητήσω άλλο! Ήθελα απλά να στο πω!»
«Εμείς;», είπε εκείνος και την πλησίασε. Η Ευτυχία ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω.
«Τι ‘εμείς’;»
«Εμείς να είμαστε ξανά μαζί. Στο σπιτάκι μας. Αγκαλίτσα. Ε; Τώρα που γύρισα;», την πλησίασε ξανά και την τράβηξε από τον καρπό κοντά του.

Η Ευτυχία έκλεισε τα μάτια και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα πέρασε από μπροστά της όλη η ζωή με τον Θαδδαίο. Κλάματα, άφθονο σ3ξ, χωρισμούς στους χωρισμούς, αλκοόλ… Και μετά το σπίτι. Έξοδα. Διπλή δουλειά, απομόνωση και εγκυμοσύνη. Το κερασάκι στην τούρτα. Δέκα χρόνια μαζί του ζούσε ένα παραμύθι που η ίδια είχε φτιάξει. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να την πλησιάσει για να τη φιλήσει. Έκλεισε ξανά τα μάτια.

Η ζωή της με τον Μιχάλη. Μια τόσο απλή γνωριμία σε ένα μπαρ που εξελίχθηκε σε κάτι τόσο δυνατό. Του είπε τα πάντα από την αρχή και στάθηκε βράχος δίπλα της μέχρι να σταθεί στα πόδια της. Δούλευαν και οι δύο πολύ για να παρέχουν ο ένας στον άλλον τα πάντα. Έμειναν μαζί από το πρώτο βράδυ. Δεν έκαναν τίποτα. Απλά τους πήρε ο ύπνος δίπλα δίπλα. Έκαναν πρώτη φορά έρωτα μετά από έναν μήνα. Ο Μιχάλης της έδινε χρόνο. Και πάντα αυτό κάνει… Της δίνει χρόνο για όλα! Ερωτεύτηκαν σταδιακά μα παράφορα. Τόσο πολύ, που πλέον δεν μπορεί να ζήσει ο ένας μακριά από τον άλλον. Άνοιξε τα μάτια της…

«Σταμάτα όπως είσαι!», του είπε και απομακρύνθηκε από εκείνον.
«Μα γιατί; Αφού αγαπιόμαστε!»
«Όχι! Εσύ αγαπάς μόνο τον εαυτό σου και εγώ αγαπάω τον Μιχάλη. Τέλος! Ήταν λάθος από την αρχή. Είχε δίκιο η Αρετή! Δεν έπρεπε!»
«Η κ@ργια η φίλη σου! Αυτή σου έβαζε μόνο λόγια για μένα!»
«Πάψε! Φεύγω! Λυπάμαι, Θαδδαίε, αλλά θα σε διαγράψω από παντού και δεν θέλω να σε ξαναδώ!»
«Θα έρθω κάτω από το σπίτι σου να δούμε τι θα κάνει ο χλεχλές ο γκόμενός σου!»
«Άντρας μου! Παντρευόμαστε σε δύο μέρες! Και αλλάζουμε σπίτι! Τέλος το σπιτάκι που συντηρούσα όλα αυτά τα χρόνια. Η ζωή προχωράει και μαζί της και εμείς!»

Η Ευτυχία έκανε σήμα σε ένα ταξί να σταματήσει. Άνοιξε την πόρτα και άκουσε το όνομά της από το στόμα του…

«Ευτυχία; Γιατί;»
«Γιατί εγώ την βρήκα την ευτυχία μου! Καιρός να βρεις τη δική σου και πίστεψέ με, δεν είμαι εγώ! Αντίο, Θαδδαίε!».

Έκλεισε την πόρτα του ταξί και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Δεν κοίταξε ποτέ πίσω. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη της και άρχισε να πληκτρολογεί…

«Είσαι η ευτυχία μου και ανυπομονώ να γίνω γυναίκα σου! Σε αγαπώ πολύ Μιχάλη μου!».

Τώρα ήξερε πού να πάει…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading