Αν και παραμονή Χριστουγέννων, η Μαριάννα ήταν ακόμα στο γραφείο. Τα meetings ήταν ατελείωτα, το ίδιο και οι φάκελοι που είχε να οργανώσει πριν το κλείσιμο της εταιρίας για τις γιορτές. “Οι ισχυρές θέσεις έχουν και μεγάλες απαιτήσεις”, επαναλάμβανε το αφεντικό της κάθε φορά που της προσέθετε από μια ακόμη αρμοδιότητα. Έτσι και σήμερα. Εκείνος φυσικά είχε φύγει ήδη ταξίδι στο εξωτερικό με την οικογένειά του και είχε αφήσει την ίδια στο πόστο του, γιατί, μεταξύ άλλων, την εμπιστευόταν τυφλά.
Η αλήθεια είναι πως η Μαριάννα είναι αυτό που λένε ‘γυναίκα καριέρας’ . Στα 40 της χρόνια έχει καταφέρει να λάβει τη θέση της υποδιευθύντριας σε μεγάλη διεθνή εταιρία της χώρας, έχει εξασφαλίσει στον εαυτό της έναν παχυλό μισθό και κατ’ επέκταση ένα πολυτελές σπίτι και ένα μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητο. Για να μην μιλήσουμε για το στυλ της, το οποίο είναι υπέρκομψο και βασίζεται μόνο σε μάρκες, ώστε να συνάδει και με την επαγγελματική της θέση.
Όταν πια έφερε εις πέρας όλες της τις υποχρεώσεις και κοίταξε το ρολόι, η ώρα ήταν 21:00. “Αμάν, πώς πέρασε έτσι η ώρα; Άντε να βρω τώρα Χριστουγεννιάτικο δέντρο! Θα έρθουν και τα ανήψια μου τις επόμενες μέρες κι άμα δουν το σπίτι αστόλιστο, αλίμονο μου!”, είπε στον εαυτό της και ξεκίνησε να συγυρίζει το γραφείο της. Στοίβαξε τους φακέλους των σημερινών συνεδριάσεων στην μεγάλη μαύρη βιβλιοθήκη που βρισκόταν πίσω της, γέμισε την οθόνη του λάπτοπ με post it, τα οποία είχαν γραμμένες πάνω όλες τις υποχρεώσεις της α μα τη επιστροφή, έσβησε τα φώτα, καληνύχτισε τον φύλακα και βγήκε στην γύρα – στις 22:00 το βράδυ, 24 Δεκεμβρίου! – για δέντρο…
Επέλεξε να κινηθεί προς τα βόρεια της πόλης που θα έβρισκε μεγάλα πολυκαταστήματα ανοιχτά και η επιμονή της την δικαίωσε. Μετά από αρκετή οδήγηση και αρκετό ξεφύσημα, βρέθηκε μπροστά σε μια μάντρα που με μεγάλα πράσινα φωτεινά γράμματα δέσποζε η φράση “ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΕΝΔΡΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ”. Τράβηξε χειρόφρενο και σταμάτησε το αμάξι ακριβώς μπροστά στην είσοδο. Με μεγάλα βήματα κατευθύνθηκε προς τον ιδιοκτήτη και του ζήτησε ένα δέντρο, ανεξαρτήτως μεγέθους. Εκείνος της είπε πως από έλατα του έχει μείνει ένα κι αμέσως το χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της Μαριάννας.
“Μπορείτε να μου το δείξετε; Βλέπετε, έμεινα παραμονή χωρίς δέντρο και πραγματικά με σώζετε!”
“Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει βέβαια…”, είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια του και φτάνοντας αντίκρισε ένα ψηλό μεν, στραβό δε, πλαστικό έλατο. Έλειπαν δύο βίδες που στήριζαν τις εσοχές των κλαδιών στον κεντρικό στύλο και το ψεύτικο χιόνι ήταν άτακτα πεταμένο πάνω τους. Το κοίταξε με απογοήτευση στην αρχή, αλλά δεν είχε άλλες επιλογές. “Μήπως έχετε και στολίδια;”, ρώτησε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει λύση για το πώς θα το σουλούπωνε.
“Από στολίδια όσα θέλετε! Πάμε μέσα να τα δείτε;”, πρότεινε ο ιδιοκτήτης και η Μαριάννα ακολούθησε.
Μετά από λίγη ώρα κρατούσε στα χέρια της δύο γεμάτες σακούλες με μπάλες, γιρλάντες, φωτάκια και άλλα μπιχλιμπίδια. Βγήκε με τον υπεύθυνο στο προαύλιο να πάρει και το έλατο, το οποίο προς μεγάλη τους έκπληξη είδαν να το φορτώνει ένας από τους υπαλλήλους στη σχάρα ενός μαύρου αυτοκινήτου.
Η Μαριάννα άφησε κάτω τις τσάντες και τρέχοντας πλησίασε το όχημα φωνάζοντας “Αυτό το δέντρο είναι δικό μου! Συγνώμη! Αυτό το δέντρο είναι δικό μου!”.
Ο υπάλληλος και ο άντρας που βρισκόταν δίπλα του γύρισαν και την κοίταξαν ξαφνιασμένοι.
“Συγνώμη κύριε, αλλά το δέντρο είναι προπληρωμένο από την κυρία”, είπε ο ιδιοκτήτης της μάντρας καταφθάνοντας, ενώ επέπληξε μπροστά στους πελάτες τον υπάλληλό του για την πρωτοβουλία που πήρε.
Η Μαριάννα μόλις του είχε αφήσει 200 ευρώ για τα στολίδια και άλλα 50 για το ελαττωματικό δέντρο. Πώς θα την άφηνε να φύγει χωρίς αυτό;
Ο άντρας απογοητεύτηκε, αλλά δεν έφερε αντίρρηση: “Αυτό είναι το τίμημα της καριέρας. Να χάνουμε την ουσία, σωστά;”, είπε με μια μελαγχολία στο βλέμμα.
Ο ιδιοκτήτης ζήτησε και πάλι συγνώμη και πρόσταξε τον υπάλληλό του να φορτώσει εκ νέου το δέντρο στα πίσω καθίσματα του τζιπ της Μαριάννας.
Με κατεβασμένο το κεφάλι ο άντρας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του, όταν η Μαριάννα τον σταμάτησε.
“Συγνώμη για την αναστάτωση. Ξέρετε κι εγώ έχασα την αίσθηση του χρόνου με την δουλειά και έφτασε παραμονή Χριστουγέννων για να αγοράσω τα αυτονόητα και να γιορτάσω…”
“Κι εσείς ενικό;”
“Δεν σας κατάλαβα…”
“Λέω, κι εσείς μόνη σας; Είστε κι εσείς παντρεμένη με τη δουλειά όπως κι εγώ, αντιλαμβάνομαι”
Η Μαριάννα ενοχλήθηκε στην αρχή, αλλά ο άντρας που είχε απέναντί της δεν έλεγε και κάτι αναληθές…
“Δηλαδή θα γυρίσετε σπίτι σας και θα είστε και μόνος και χωρίς δέντρο;”, ρώτησε με φανερή στεναχώρια
“Φοβάμαι πως ναι. Αλλά δεν πειράζει. Όπως έστρωσα, θα κοιμηθώ, που λέει και ο σοφός λαός, σωστά;”, απάντησε ο άντρας με μια πικρία
“Ξέρετε κάτι; Πάρτε το εσείς το δέντρο. Θα τα καταφέρω με τα στολίδια να φέρω κάπως το πνεύμα των Χριστουγέννων σπίτι μου”
“‘Οχι, όχι δεν μπορώ να σας το στερήσω. Σας ευχαριστώ πολύ και μόνο που το σκεφτήκατε. Καλές γιορτές”
Η Μαριάννα του έπιασε το χέρι και τον σταμάτησε ξανά από το να ανοίξει την πόρτα.
“Με συγχωρείτε για το θάρρος…”
Ο άντρας χαμογέλασε.
“…Θα θέλατε να περάσουμε την παραμονή των Χριστουγέννων μαζί;”
“Είστε όντως αρκετά ριψοκίνδυνη. Δεν ξέρετε ούτε το όνομά μου και με προσκαλείτε σπίτι σας μια τέτοια μέρα”
Η Μαριάννα κοκκίνησε και του άφησε το χέρι, το οποίο κρατούσε μέχρι εκείνη την ώρα.
“Δεν ήθελα να σας φέρω σε δύσκολη θέση! Ονομάζομαι Γεράσιμος. Γεράσιμος Παπαδάτος. Δικηγόρος.”
Η Μαριάννα σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
“Πείτε μου ότι γνωρίζετε τον κυριο Κανάρη; Τον κάτοχο της ομώνυμης πολυεθνικής;”
“Φυσικά! Είμαι ο αποκλειστικός δικηγόρος του!”
“Βρε Γεράσιμε! Η Μαριάννα είμαι! Η Παπά! Το δεξί χέρι του κυρίου Κανάρη, που μιλάμε κάθε τόσο στο τηλέφωνο, αλλά δεν σε έχω γνωρίσει ποτέ από κοντά!”
Ο Γεράσιμος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
“Δεν πίστευα ότι αυτή η φωνή που ανυπομονούσα να ακούσω κάθε μέρα, συνόδευε τέτοιο παρουσιαστικό!”
Η Μαριάννα κοκκίνησε για δεύτερη φορά, αλλά ένιωσε και μια ευχαρίστηση ακούγοντας αυτά τα σχόλια. Ήταν δύο χρόνια τώρα που σχεδόν σε καθημερινή βάση συνομιλούσε με τον συγκεκριμένο άντρα για υποθέσεις της εταιρείας, χωρίς όμως να τον έχει δει ποτέ. Μετά το πέρας της καραντίνας, εδραιώθηκε η τηλεργασία στην εταιρία για πολλά μέλη. Ένα από αυτά ήταν και ο νέος δικηγόρος του αφεντικού της. Οι γνώσεις του ήταν αστείρευτες και πραγματικά είχε ξεμπλέξει πολλές φορές τον κύριο Κανάρη από τις λαμογιές του. Η φωνή του σε κάθε τηλεφώνημα βαριά και σταθερή. Η εικόνα που είχε πλάσει για τον ίδιο δεν απείχε από αυτόν που στεκόταν μπροστά της. Ψηλός, μελαχρινός, με αισθητά γκριζαρισμενα μαλλιά στους κροτάφους, μαύρα μάτια, καθαρό πρόσωπο.
“Ισχύει ακόμα η πρόταση;”, ρώτησε με θάρρος ο Γεράσιμος και η Μαριάννα την επιβεβαίωσε με μεγάλη χαρά.
Έχοντας πια ολοκληρώσει και ο υπάλληλος την τοποθέτηση του δέντρου και των υπολοίπων αγορών της μέσα στο αμάξι, πέρασε μπροστά και πίσω ακολούθησε με το δικό του όχημα ο Γεράσιμος. Μετά από λίγη ώρα πάρκαραν στο ιδιωτικό της πάρκινγκ. Την βοήθησε με τα ψώνια και το έλατο και με το που ανέβηκαν στον όροφο, έπιασαν δουλειά.
Έστησαν, μετά από πολλή προσπάθεια, το δέντρο και πάσχισαν να αποκρύψουν την κλίση του αφενός τοποθετώντας το στη γωνία, αφετέρου χρησιμοποιώντας όλα τα στολίδια και τις γιρλάντες που είχε αγοράσει η Μαριάννα. Καθ’ όλη την διάρκεια συζητούσαν και γελούσαν ασταμάτητα. Μάθαιναν ο ένας πληροφορίες για τον άλλον και αντάλλασσαν απόψεις σχετικά με την εταιρεία και τα ευτράπελα που συνέβαιναν συχνά – πυκνά.
Το ρόλοι έδειχνε πια 01:00, 25 Δεκεμβρίου.
“Καλά Χριστούγεννα!”, είπαν ταυτόχρονα και αγκαλιάστηκαν. Έμειναν για λίγο έτσι υπό το φως των πολύχρωμων λαμπιονιών και η Μαριάννα έσπασε τη σιωπή.
“Να μας σερβίρω λίγο κρασί και να ετοιμάσω κάτι πρόχειρο να φάμε. Γαλοπούλα δεν διαθέτει το μαγαζί, ένα πλατό όμως finger food μπορώ να το παρέχω”, είπε με περιπαικτική διάθεση.
Η νύχτα πέρασε με τους δύο τους να συζητούν ασταμάτητα καθισμένοι στον καναπέ απέναντι από το δέντρο. Μίλησαν για χόμπι, ενδιαφέροντα, αγαπημένους προορισμούς και φαγητά και κατέληξαν στο ότι έχουν πολλά κοινά, με κυρίαρχα την αγάπη τους για τη δουλειά και την ορειβασία.
Όταν ο Γεράσιμος κοίταξε το ρολόι στον καρπό του, η ώρα ήταν 4:30 το ξημέρωμα!
“Μάλλον πρέπει να φύγω. Να σε αφήσω να ξεκουραστείς. Ήταν πολύ όμορφα απόψε. Σε ευχαριστώ”, της είπε και έκανε να σηκωθεί από τον καναπέ. Η Μαριάννα, για μια ακόμη φορά, του έπιασε το χέρι και τον απέτρεψε.
“Μείνε”, του είπε σχεδόν ψιθυριστά
Ο Γεράσιμος χαμογέλασε και την πλησίασε σε απόσταση αναπνοής.
“Γιατί;”, ρώτησε και η ανάσα του που μύριζε κρασί σε συνδυασμό με το άρωμά του, είχε ξυπνήσει όλες της τις αισθήσεις. Δεν του απάντησε, μόνο ανάσαινε βαριά. Τότε ο Γεράσιμος πέρασε την παλάμη του γύρω από το σβέρκο της: “Είσαι μια πολύ θαρραλέα και όμορφη γυναίκα. Είσαι μια φαντασίωση δύο ετών. Από την πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή σου. Και κοίτα να δεις που αντί να μας φέρει κοντά η δουλειά, μας έφερε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αυτό θα πει τύχη!”, ολοκλήρωσε και γέλασαν και οι δύο.
“Είπες όσα ήθελα να πω”, του απάντησε
Τραβώντας την προς τη μέρος του, την φίλησε.
Η επόμενη Παραμονή Χριστουγέννων τους βρήκε μαζί, ευτυχισμένους και παντρεμένους. Εκείνο το βράδυ, έναν χρόνο πριν, διαπίστωσαν ότι είχαν μείνει μόνοι τόσα χρόνια όχι γιατί είχαν ρίξει όλο το βάρος στη δουλειά, αλλά γιατί κανείς δεν είχε βρεθεί να τους κατανοεί, να τους θαυμάζει για όλα όσα έχουν καταφέρει. Οι μέχρι τότε σχέσεις τους ήταν όλες επιφανειακές και γεμάτες ζήλια.
“Πόσο δύσκολο να βρεις κάποιον να σε θαυμάζει! Να σε στηρίζει και να χαίρεται με τις επιτυχίες σου!”, είπε η Μαριάννα και έβαλε το αστέρι στο γερμένο πλαστικό έλατο, εκείνο που τους έφερε κοντά.
“Οι άνθρωποι μωρό μου, προτιμούν να σε τραβήξουν στον βούρκο μαζί τους, πάρα να κοπιάσουν να φτάσουν εκεί που έχεις ανέβει εσύ. Αυτό αποζητούσα τόσα χρόνια. Κάποια να την θαυμάζω και να με στηρίζει σε κάθε δυσκολία”, της εξομολογήθηκε ο Γεράσιμος και την φίλησε μπροστά στο στολισμένο τους δέντρο.
“Καλά Χριστούγεννα!” είπαν μαζί και αγκαλιάστηκαν.
Αγγελική Ανδριοπούλου
