Ο Σίμος κάθε χρόνο, παραμονή Χριστουγέννων, τα τελευταία χρόνια που έμεινε ολομόναχος στη ζωή, ζύμωνε και φούρνιζε. Όλοι γύρω του απορούσαν, του έλεγαν να μην κουράζεται στην ηλικία του. Το ήξερε, από ενδιαφέρον το ‘λεγαν. Δεν πείραξε άλλωστε ποτέ κανέναν. Εχθρούς δεν είχε. Το αντίθετο. Όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για ‘κείνον.
Σηκώθηκε ακόμα πιο νωρίς, από ό,τι συνήθως. Μπουμπούνισε τη ξυλόσομπα. Α! Το μυστικό για το τσουρέκι είναι τα υλικά να είναι σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και να έχει το δωμάτιο ζέστη. Σα να άκουγε την φωνή της Χαρούλας του, να το λέει. Σήκωνε τα φρύδια της, έπαιρνε σοβαρό ύφος, σήκωνε και το χέρι, με την παλάμη ανοιχτή, τα δάχτυλα τεντωμένα και ενωμένα μπροστά στο πρόσωπό της. Δεν το διαπραγματευόταν. Στα τσουρέκια δεν την κόντραρε καμία. Τα πιο φουσκωτά, αφράτα, σχοινένια και νόστιμα σε όλο το χωριό! Καμάρι το είχε. Την συνταγή την έδινε, δεν ήταν από αυτές που κρατούσαν μυστικά ή έδιναν λάθος υλικά, όχι. Μα καμία δεν την ξεπέρασε ποτέ.
Πριν επτά χρόνια, φούρνισε τα τελευταία της τσουρέκια. Στο πλευρό της ο Σίμος, το στήριγμά της στη ζωή, στο μανάβικο που είχαν πόσα χρόνια, στο σπίτι, στα πάντα. Οι δυο τους, γύρω από τον πάγκο με το ζυμάρι, σαν χορευτές ήσυχου, απαλού, ρομαντικού βαλς, με πλήρη αρμονία, χωρίς λόγια, με οπτική επαφή, με τρυφερά χαμόγελα, ο ένας συμπλήρωνε τις κινήσεις του άλλου. Οι περίφημες πλεξούδες της, ήταν έτοιμες για ψήσιμο. Μοσχομύριζε Χριστούγεννα, κακουλέ, μαχλέπι, μαστίχα. Μοσχομύριζε Χαρούλα. Παντού, η μυρωδιά της. Πρωί πρωί έπιανε τσουρέκια και κουλουράκια. Να τα έχει έτοιμα και την ημέρα των Χριστουγέννων καταπιανόταν με την γεμιστή γαλοπούλα. Το γιορτινό τραπέζι ήταν θεσμός. Οι δύο γιοί τους με τις γυναίκες τους και τα τέσσερα εγγόνια, από δύο το κάθε ζευγάρι.
Ο μεγάλος τους γιος είχε δύο κόρες, την Χαρούλα και την Μαίρη. Ο μικρός, είχε έναν γιο, τον Σίμο και μια κόρη, την Βασιλική. Αρκετές ήταν οι φορές, που τους επισκέπτονταν και τα συμπεθέρια. Όλους τους χωρούσε το σπιτικό τους. Για όλους φρόντιζε η Χαρούλα του, να μη τους λείψει τίποτα. Ήξερε ολονών τα γούστα, του καθένα ξεχωριστά και πάντα, είχε φτιαγμένο κάτι. Ακούραστη. Όταν την μάλωνε ο Σίμος ότι κουράζεται πολύ, του χάιδευε με νάζι την φαλακρίτσα και του έλεγε “μα κούραση είναι που θα τους έχω όλους εδώ;”. Η Χαρούλα του, αχ η Χαρούλα του! Δοσμένη στην οικογένεια. Αψηφούσε κούραση, ταλαιπωρία, αϋπνία, αρκεί να τους ικανοποιούσε όλους. Ήθελε να τους βλέπει να τρώνε, να ευχαριστιούνται, να γελάνε. Αυτό της έδινε ζωή. Τους είχε κοντά της κι αυτό της αρκούσε. Το είχε καημό, που ήταν μακριά τα παιδιά της.
Ο μεγάλος, ο Νίκος, ακολούθησε την γυναίκα του, ερωτικός μετανάστης, στην Ρόδο, τριάντα χρόνια τώρα. Ο μικρός, ο Μάκης, δεν ήθελε να κρατήσει το μανάβικο των γονιών του, ήθελε να φύγει στο εξωτερικό, ως οδηγός. Έπιασε δουλειά σε μια εταιρεία μεταφορών, γνώρισε την γυναίκα του, Ελληνίδα ευτυχώς, παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο έλεγε η Χαρούλα, μια εικοσιπενταετία στα ξένα. Λίγες μέρες τα Χριστούγεννα και λίγες το καλοκαίρι είχε την ευκαιρία να τους σφίξει στην αγκαλιά της, να ρουφήξει τη μυρωδιά τους, να την κρατήσει φυλαχτό μέχρι την επόμενη φορά. Το ίδιο κι ο Σίμος κι ας την μάλωνε. Τα ίδια έφτιαχνε κι αυτός, ένα κι ένα με την γυναίκα του.
Πριν εφτά χρόνια, πήρε τη μυρωδιά τους μαζί της. Με αυτήν έφυγε. Και με τα γέλια τους και τα παινέματα για τα τσουρέκια της. “Πάρτε μαζί σας. Πάρτε να έχετε λίγες μέρες να τρώτε”. Πάντα να δίνει, να μοιράζει, να μη κρατάει τίποτα για ‘κείνη. Είκοσι οχτώ του Δεκέμβρη έφυγαν οι γιοι τους στα σπίτια τους. Ο Σίμος την παρακαλούσε να ξεκουραστεί, είχαν πρηστεί τα πόδια της, πονούσε η πλάτη της, το στήθος της, είχε ναυτία. Το ονόμασε κούραση εκείνη και πως τώρα που έφυγαν όλοι, θα χαλάρωνε. Τριάντα Δεκεμβρίου έπαθε καρδιακή προσβολή. Ο Σίμος μέσα στον πανικό του κάλεσε ασθενοφόρο, την πήγαν στο νοσοκομείο. Προσπάθησαν. Δεν τα κατάφερε, έφυγε και τον άφησε μόνο. Λίγες μέρες μετά, που τριγυρνούσε σαν την άδικη κατάρα μες στο σπίτι, μέσα σε ένα ντουλάπι, βρήκε ένα τσουρέκι, τυλιγμένο με διαφάνεια κι επάνω ένα σημείωμα. “Σου κράτησα ένα. Μην είσαι λυπημένος. Να θυμάσαι όσα ζήσαμε. Θα σε αγαπώ πάντα και θα σε περιμένω, να ανταμώσουμε, όταν έρθει η ώρα”.
Κοιτούσε το τσουρέκι, το σημείωμα και έκλαιγε. Θύμωσε με τον εαυτό του, που δεν κατάλαβε αυτό που εκείνη ήξερε. Ότι έφευγε, ότι είχε έρθει η ώρα. Έβαλε το σημείωμα στο ψυγείο με μαγνητάκι, έκοψε μια φέτα τσουρέκι και μιλούσε σε ‘κείνο, στέλνοντας το μήνυμά του ψηλά. “Σε ευχαριστώ που μου κράτησες, σε λατρεύω κι όταν έρθω κοντά σου, θα σε βοηθάω, να ζυμώνουμε παρέα, όπως πάντα”.
Από τότε, δεν ξαναήρθε κανείς. Ούτε Χριστούγεννα, ούτε καλοκαίρι. Τελικά η Χαρούλα του ήταν ο συνδετικός κρίκος. Εκείνη ένωνε τα πάντα, με την κόλλα της αγάπης. Σα λείψει η μάνα, όλα διαλύονται. Το σπιτικό ερημώνει. Τα τραπεζώματα σταματούν. Το γιορτινό πνεύμα εξαφανίζεται. Ο άντρας, δεν έχει τον τρόπο να μαζέψει την οικογένεια. Άρχισαν οι δικαιολογίες, τα “δεν έχουμε άδεια”, “μας πιέζει ο χρόνος”, “τα παιδιά έχουν εξετάσεις”… Τον έπαιρναν τηλέφωνο συχνά, μάθαινε τα νέα τους, μα δεν τους παραπονέθηκε ποτέ. Δεν τους ρώτησε ποτέ αν έρθουν. Ήξερε ότι θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση.
Τόσα χρόνια, Χριστούγεννα σήμαιναν μοναξιά πια για ‘κείνον. Το χωριουδάκι τους γέμιζε κόσμο, τα σπίτια φιλοξενούσαν παιδιά και εγγόνια, σε όλες τις γειτονιές ακούγονταν κάλαντα, μουσικές, γέλια. Νοσταλγούσε τα όμορφα οικογενειακά τραπέζια, την ζεστασιά, την θαλπωρή. Σα να πέρασε αιώνας από τότε. Σα το κούτσουρο έμεινε, ολομόναχος. Κανένας γείτονας δεν μπορούσε να αντικαταστάσει την οικογένειά του και για αυτό δεν δεχόταν τις προσκλήσεις. Επέλεγε την μοναξιά του.
Εφτά χρόνια ζύμωνε και φούρνιζε μόνος του, μα την είχε πάντα μέσα στην καρδιά του, άγγιζε τον πάγκο, τα σκεύη και ήταν σα να είναι δίπλα του, όπως τότε, που ήταν ντουέτο σε όλα.
Εφτά χρόνια, μέσα του, ήλπιζε ότι θα χτυπήσει η πόρτα και θα τους δει όλους μπροστά του, όπως τότε, που άνοιγαν μαζί με την Χαρούλα του και ακολουθούσαν οι αγκαλιές, οι φωνές, τα γέλια.
Εφτά χρόνια, έφτιαχνε τα τσουρέκια και τα κουλουράκια της μαμάς τους, για να είναι έτοιμος, μήπως και εμφανιστούν, να έχουν να φάνε, να πάρουν μαζί τους, για να αισθανθούν τα Χριστούγεννα όπως τότε, μα τελικά έμενε πάντα μόνος και τα μοίραζε στους γείτονες και φίλους. “Ήρθα για κάλαντα”, τους πείραζε.
Τον αγαπούσαν όλοι. Άνοιγαν τα σπίτια τους με χαρά. Ένας άντρας στα ογδόντα πέντε του, που έχασε την γυναίκα του, συνέχισε την παράδοση. Έτσι έκαναν τότε, μαζί, τις πρώτες παρτίδες πάντα τις μοίραζαν. Δεν ήθελε να ξεχαστεί η Χαρούλα του. Ανέλαβε εκείνος. Την μνημόνευαν, όλοι είχαν κάτι καλό να πουν κι εκείνος καμάρωνε. Έπαιρνε βαθιές τζούρες περηφάνιας. Όλοι τον καλούσαν για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, δεν είχε παράπονο. Δεν δέχτηκε ποτέ, ευγενικά αρνιόταν. Μετά το μοίρασμα στους φίλους, σειρά είχε η επίσκεψη στο μνήμα της Χαρούλας του. Έπαιρνε πάντα ένα τσουρέκι μαζί του. “Σου κράτησα ένα. Ελπίζω να τα πέτυχα” της έλεγε και το θρυμμάτιζε πάνω στο χαλίκι, να το φάνε τα πουλάκια.
Έτσι και τώρα, από νωρίς ξυπνητός, έτοιμος για τη γνωστή διαδικασία. Η ξυλόσομπα, είχε ζεστάνει το χώρο, η ζύμη φούσκωσε. Οι πλεξούδες του πέτυχαν. Τα αρώματα, διάχυτα στο δωμάτιο. Άφησε στην άκρη τα πρώτα και ξανά φούρνισε. Ο ήχος του κουδουνιού, τον τρόμαξε. “Ποιος να ‘ναι; Ο Γιάννης από δίπλα θα είναι” και με την σκέψη αυτή, άνοιξε την πόρτα. Μπροστά του οι γιοί του, οι γυναίκες τους και τα εγγόνια του. Στήλη άλατος, άφωνος, φοβήθηκε μη το φαντάστηκε. Όταν ο μικρός Σίμος όρμησε πάνω του, κατάλαβε πως ήταν αλήθεια. Τι μικρός δηλαδή; Κοτζάμ άντρας!
– Αγόρι μου, τρόμαξα να σε γνωρίσω! Λεβέντης έγινες! Θα με ρίξεις βρε, ξεχνάς ότι είμαι ενενήντα ένα χρονών;
– Παλικάρι είσαι παππού!, είπε ο εγγονός του και συνέχισε να τον σφίγγει.
– Μόνο ο εγγονός σου; Εμείς τα κορίτσια τίποτα; είπε ναζιάρικα η Χαρούλα, σα τη συνονόματη γιαγιά της.
– Χαρούλα μου, ψυχή μου, ολόκληρη γυναίκα, κούκλα είσαι!
Τους αγκάλιασε όλους, έναν έναν, τους έσφιγγε, ήθελε να τους χορτάσει, ήθελε να πάρει πολλαπλή δόση για τα χρόνια που έχασε, για τα χρόνια που τους στερήθηκε.
– Τι κάνετε; Τι έκπληξη ήταν αυτή;
– Μας έλειψες μπαμπά…, είπε βουρκωμένος ο Μάκης, ο γιος του.
– Μπαμπά, μας συγχωρείς που κάναμε τόσα χρόνια να έρθουμε…, είπε ο άλλος του γιός.
Ο ηλικιωμένος άνδρας τον κοίταξε μες στα μάτια, τον χάιδεψε, τον φίλησε και προτίμησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. Αυτό θα έκανε και η Χαρούλα του, ήταν σίγουρος.
– Ελάτε, μη μας καούν τα τσουρέκια. Ελάτε, τώρα που ειναι ζεστά.
– Πω πω, το περίμενα πώς και πώς αυτό!, είπε η νύφη του και του έσκασε άλλο ένα πεταχτό φιλί.
– Φάτε, φάτε παιδιά μου.
– Μμμμμμμμ, ρε μπαμπά, τι κόλαση είναι αυτό το τσουρέκι, ίδιο με της μαμάς!
– Ναι παππού, θεϊκό, μπράβο!
Τους κοίταζε και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τόσα χρόνια νόμιζε πως είχε αποδεχτεί την μοναξιά του, μα περιτριγυρισμένος τώρα με τα παιδιά του, τα εγγόνια του, τις νύφες του, κατάλαβε πως δεν συνηθίζεται, ούτε αγαπιέται η άτιμη.
– Λοιπόν, θα πάμε να μοιράσουμε τα καλούδια σου;
Απόρησε ο Σίμος. Μήπως δεν άκουσε καλά;
– Όλοι μαζί; ρώτησε διστακτικά.
– Εεε τι; Οι μισοί;
Γέλασαν και άρχισαν να βάζουν σε σακουλάκια αποθήκευσης φαγητού, τσουρέκια και κουλουράκια. Χτύπησαν σαν κομπανία τις πόρτες των φίλων. Όλοι συγκινήθηκαν και χάρηκαν για τον Σίμο. Έβλεπαν τα μάτια του που λαμπύριζαν από χαρά. Μαζί πήγαν και στο μνήμα της συζύγου, μαμάς, γιαγιάς, πεθεράς. Όλοι άφησαν ένα χάδι στην φωτογραφία της, άναψαν κεράκι, ο καθένας είπε δύο λόγια καρδιάς.
– Μάνα, συγγνώμη, που δεν ήρθαμε νωρίτερα…
– Γιαγιά μου, ξέρω πώς είσαι κάθε στιγμή δίπλα μας.
– Γιαγιάκα μου, είμαστε όλοι εδώ, μαζεμένοι, όπως μας μάζευες πάντα.
Ο Σίμος συγκινημένος παρακολουθούσε.
Έβγαλε από την σακουλίτσα που κρατούσε ένα τσουρέκι, το έκανε τρίμμα και το σκόρπισε. Φυσικά της είχε φυλάξει ένα.
Τα Χριστούγεννα του Σίμου ήταν ονειρικά. Οι νύφες του μαγείρεψαν, τα εγγόνια του στρώσανε το τραπέζι. Οι γιοι του δεν τον άφησαν λεπτό. Δίπλα του, να τον αγκαλιάζουν και να του μιλάνε. Γέμισε πάλι το σπίτι γέλια, πειράγματα, φωνές, αγκαλιές, ετοιμασίες.
Είχε μείνει μόνος πολλά Χριστούγεννα.
Ευτυχώς, τα τελευταία του Χριστούγεννα, δεν τον άφησαν μόνο. Τους χάρηκε όλους, γέμισε τα μάτια του με την εικόνα τους, τα δάχτυλά του με την υφή τους, τα αυτιά του με τις φωνές τους, τα ρουθούνια του με την μυρωδιά τους, τα φόρτωσε στην ψυχή του και πήγε να βρει την Χαρούλα του, να της τα μεταφέρει, ήξερε πόσο θα το ήθελε. Έφυγε την ίδια μέρα, τριάντα Δεκεμβρίου, όπως κι εκείνη. Τώρα θα την είχε πάντα για παρέα και τα παιδιά τους θα ήταν ήσυχα ότι οι γονείς τους είναι και πάλι μαζί. Και ποιος ξέρει, ίσως σκάρωναν και κανένα τσουρέκι, έτσι, για να μοσχοβολήσει μαχλέπι και μαστίχα ο παράδεισος.
Χρυσούλα Καμτσίκη

3 responses to “Άρωμα από τσουρέκι”
Με συγκινησατε! Μπράβο σας!
Δάκρυσα! Πολύ τρυφερό…. χρειαζόμαστε τέτοια κείμενα, να νιώθουμε άνθρωποι…. καλή χρονιά!!!
Σας ευχαριστούμε πολύ! Κάτι τέτοια σχόλια χρειαζόμαστε για να συνεχίζουμε αυτό που κάνουμε με τόση αγάπη! Καλή χρονιά!