Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.Ι

Προηγούμενο

Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ

Μέρος Τρίτο

3.Ι

7 Μαρτίου 1897 μ.Χ.
11 μετά μεσημβρίας
25 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Βουδαπέστη
Ο Τζούρτζου είχε πει: «Μάλιστα. Φύγατε. Για άλλη μια φορά, αντί να κάνετε τη δουλειά που σας ανέθεσα, εσείς φύγατε. Το βάλατε στα πόδια, σαν να είχατε να αντιμετωπίσετε ολόκληρη ομάδα από ένοπλους. Ενώ εκεί είδατε μόνο έναν χοντρό μαλάκα του Evidenzbureau να στέκεται εμπόδιο ανάμεσα σε εσάς και τις Άσπελ. Σας φόβισε αυτός, ε; Μάλιστα. Όχι, όχι, μην τολμήσεις και μιλήσεις. Κανείς σας δεν θα μιλήσει. Ακούστε με τι θα σας πω. Θα πάτε πάλι εκεί. Και οι τρεις σας. Κανένας δεν θα μείνει πίσω. Δεν θα πάω πουθενά εγώ, οπότε δεν σας χρειάζομαι. Θέλω να μου φέρετε τις Άσπελ και να ξεκάνετε όποιον σας σταθεί εμπόδιο. Όπλα έχετε, ξέρετε τι να τα κάνετε. Μυαλό… έχετε, όχι όσο θα με συνέφερε, αλλά έχετε κι απ’ αυτό. Χρησιμοποιήστε το αναλόγως. Εγώ θα περιμένω εδώ. Αν δεν πιάσετε τις Άσπελ, ζωντανές κατά προτίμηση, μη γυρίσετε πριν από τις οκτώ το πρωί. Εγώ θα μείνω εδώ, στην αποθήκη. Ξέρετε όλοι σας πόσο δεν θέλω να κάθομαι εδώ μέσα, δίχως κάτι να απολαμβάνω. Το ξέρετε. Σκεφτείτε να με αφήσετε σύξυλο τόσες ώρες, κατά τις οποίες ούτε καν θα κοιμηθώ. Μην με απογοητεύσετε ξανά, αυτό σας λέω μόνο. Και τώρα, δρόμο, εξαφανιστείτε από μπροστά μου. Πηγαίνετε να κάνετε κάτι σημαντικό για μια φορά στην ζωή σας. Α, κάτι ακόμα: χωρίς να είμαι ο πιο ειδικός σε αυτά, προτείνω να περικυκλώσετε την πολυκατοικία. Να πάτε από δύο, ίσως και τρεις πλευρές. Το πιο πιθανό είναι ότι αυτός ο τύπος της Αντικατασκοπείας θα προσπαθήσει να φυγαδεύσει τις Άσπελ, οπότε… Προσπαθήστε να μη σας ξεφύγουν. Γιατί σας είπα, δεν θέλετε να με απογοητεύσετε».

Οι μπράβοι είχαν βγει από την αποθήκη. Πριν ανέβουν στην άμαξά τους, είχαν συμφωνήσει σε ένα διαφορετικό σχέδιο: θα έβρισκαν μία επιπλέον άμαξα (πιθανώς, ο ένας τους θα παρουσιαζόταν ως πελάτης) και θα προσέγγιζαν το κτίριο που οι δύο εξ αυτών είχαν βρει τον τύπο με το πιστόλι (και όπου λογικά ήταν οι Άσπελ) από δύο πλευρές, βόρεια και νότια της Ίστβαν. Αν προσπαθούσε όντως να απομακρύνει τις Άσπελ, ο μαλάκας θα χρησιμοποιούσε αυτή την οδό, οπότε αυτοί θα τον απέκοβαν, αν όχι αμέσως, τότε κάποια στιγμή. Ή, στη χειρότερη, θα ήξεραν πού θα τις πήγαινε, οπότε θα τις άρπαζαν αργότερα.

Ο Τζούρτζου είχε μείνει να αναρωτιέται ποιος να ήταν αυτός ο παχουλός άντρας της Αντικατασκοπείας που προστάτευε τις Άσπελ. Και κάτι άλλο: τι είχε εκείνη η πολυκατοικία; Γιατί πήγαν εκεί τις κυράτσες του μαλάκα; Μάλλον, έπρεπε να ρωτήσει τον Ορμπάν. Εκτός αν οι δικοί του αποδεικνύονταν χρήσιμοι και ικανοί και του έφερναν την Έμιλυ και την μικρή. Τότε δεν θα χρειαζόταν να ξαναδεί τη σκατόφατσα του διοικητή του τοπικού σταθμού. Θα ξεπάστρευε τις δύο γυναίκες, ούτως ώστε, ακόμα και να ήταν ζωντανός ο Άσπελ, όταν γυρνούσε και μάθαινε ότι αυτές είχαν σκοτωθεί, θα καταρρακωνόταν. Ή θα ήταν καλύτερα να μην ξέρει τι έπαθαν. Ναι, καλύτερα να τον αφήσω να νομίζει ότι αυτές ζουν, μα ότι τις έχουν απαγάγει. Και τότε ο μαλάκας θα έκανε την πολύ μεγάλη βλακεία να έρθει να βρει τον Τζούρτζου. Ίσως του στείλω και κάποιο σημείωμα ή ίσως του πει κάποιος δικός μου ότι εγώ ξέρω πού είναι οι κυράτσες του. Αλλά ο Τζούρτζου θα τον περίμενε κατάλληλα προετοιμασμένος. Αν τα φρικιά του Μπραν δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους -κάτι που συνέχιζε να το αποκλείει, ό,τι κι αν έλεγε ο Ορμπάν-, αυτός θα σκότωνε μια για πάντα τον Φάμπιαν Άσπελ, αφού πρώτα του έδειχνε τι είχε απομείνει από τις δύο πιο αγαπημένες γυναίκες της ζωής του.

Όταν το τρένο σταμάτησε στην αποβάθρα, οι επιβάτες άρχισαν να κατεβαίνουν. Δε βιάζονταν περισσότερο από το αναμενόμενο για ανθρώπους που είχαν κάνει ένα κουραστικό ταξίδι και αδημονούσαν να πάνε στα σπίτια τους. Κούμπωσαν τα πανωφόρια τους και απλά διέσχισαν το σταθμό. Κάποιοι χάρηκαν όταν διαπίστωσαν ότι δεν έβρεχε, ενώ άλλοι δυσαρεστήθηκαν που είχε πολλή υγρασία και κρύο. Τα παιδιά είτε κινούνταν όπως τους όριζαν οι γονείς τους, είτε έτρεχαν και έπαιζαν, αναγκάζοντάς τους να τους φωνάζουν.
Όμως, στα πίσω βαγόνια, προς το τέλος της αμαξοστοιχίας, οι άνθρωποι φαίνονταν πιο νευρικοί και παραλίγο να προκληθούν ατυχήματα κατά την αποβίβαση. Έριχναν κλεφτές ματιές στο τελευταίο βαγόνι και έσπρωχναν όποιον στεκόταν μπροστά τους, καθώς βιάζονταν να απομακρυνθούν από την μαυροντυμένη γυναίκα που είχε ταξιδέψει μοναχή της. Πέραν από την εμφάνισή της, που ξυπνούσε μέσα τους παιδικούς εφιάλτες και τους έκανε να νιώθουν ανασφάλεια, κάποιοι επιβάτες είχαν δει έναν ελεγκτή να μπαίνει κάποια στιγμή σε εκείνο το βαγόνι και να μη ξαναβγαίνει ως το τέλος του ταξιδιού. Δεν είπαν τίποτα, ούτε καν στον συνάδελφό του που είχε ρωτήσει αν τον είδαν, παρά είτε προσπάθησαν να αποδράσουν σε άλλο βαγόνι, είτε κουλουριάστηκαν στις θέσεις τους, μαζεύοντας κοντά τους τα ατίθασα τέκνα τους, και περίμεναν πώς και πώς να σταματήσει η αμαξοστοιχία και να κατέβουν. Κι όταν επιτέλους συνέβη αυτό, όταν είδαν τον γνώριμο σταθμό της Βουδαπέστης, όρμησαν στις εξόδους, σαν να είχαν τάξει εκατό χρυσά νομίσματα σε όποιον βγει πρώτος.

Η Κόμισσα είχε βρεθεί ξανά σε τούτη την πόλη. Πριν από αιώνες, όταν ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σατράπη, ένα κάθαρμα που της χαράκωνε την ψυχή και το σώμα. Ενίοτε, σαν άρχοντες, είχαν κάνει μερικά ταξίδια από την Τρανσυλβανία σε κοντινές πόλεις. Ήταν αλλιώς τότε: τα σπίτια πιο αραιά και μικρά, τα τείχη που καλύπτουν τα φρούρια της Βούδας και της Πέστης ήταν σε καλύτερη κατάσταση, το σκοτάδι κυρίαρχο, τα μαγαζιά ελάχιστα, οι εκκλησίες πιο μεγαλεπήβολες, οι στρατιώτες δίχως πυροβόλα όπλα, τα φορέματα των γυναικών πιο μακριά και φαρδιά… Οι Οθωμανοί διακατέχονταν από επεκτατικό οργασμό, ειδικά αφότου είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Εκείνο τον καιρό, κάθε ταξίδι μακριά από το Μπραν και τη φυλακή που την είχαν κλείσει ήταν σωτήριο, μια διέξοδος. Όχι ότι ο άντρας της, πατροπαράδοτο αντρικό τέρας, της έλυνε τις αλυσίδες, αλλά το ότι αυτός θα απασχολούνταν με έναν άλλο άρχοντα της εποχής ήταν μια ευκαιρία για εκείνη να συνομιλήσει με άλλες γυναίκες της υψηλής (και όχι μόνο) κοινωνίας, να χαμογελάσει και να ξεχάσει (όποιον) όσα την τυραννούσαν.

Τότε είχαν έρθει στην πλευρά της Βούδας και η άφιξη του ζεύγους δεν είχε κάνει μεγάλη αίσθηση.
Ακόμα και όταν την είχε φέρει ο Μπάρλοου, πριν λίγα χρόνια, ήταν απλά ένα πέρασμα, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους ως την Αγγλία. Όσο περίμεναν να φύγουν με το τρένο, εκείνος της είχε μιλήσει για κάποιους ουγγρικούς μύθους (όπως τους γνόμους Μάνο και τον δαίμονα Ουρντούγκ), αλλά εκείνη ελάχιστα είχε ενδιαφερθεί. Το μόνο που ουσιαστικά είχε δει εκείνη τη νύχτα ήταν πιθανά θηράματα, τα οποία δεν ήξεραν τι ανώτερο ον κυκλοφορούσε κοντά τους.

Τώρα αυτή αποβιβάστηκε από το τρένο στην πλευρά της Πέστης. Η μόνη συντροφιά που έφερε μαζί της ήταν η ομίχλη που άρχισε να απλώνεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Βουδαπέστης. Άρχισε να περπατά, με τα τακούνια της να κουδουνίζουν και τον κόσμο να την κοιτά μόνο για μια στιγμή, προτού σπεύσει να φύγει μακριά της –κάποιοι, ηλικιωμένοι κυρίως, σταυροκοπήθηκαν κιόλας στην θέα της άγνωστης μαυροντυμένης φιγούρας. Η Κόμισσα θυμόταν όσα είχε δει όταν ακολουθούσε τον συγγραφέα, κυρίως το πόσο γκρίζα ήταν όλα, αλλά αυτή τη φορά θα έκανε αισθητή την παρουσία της. Άλλωστε, σε τούτη την πόλη ζούσαν άρχοντες που κατείχαν και δικά της εδάφη. Γιατί, σαν γνήσια τρανσυλβανή, να μην τους έδειχνε πόσο πολύ εκτιμούσε την κατάκτηση του τόπου της από αυτούς; Δεν θα καθυστερούσε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Απλά, θα τάραζε τους ντόπιους. Ίσως να μην ήξεραν τι συνέβαινε στο Μπραν. Και, ακόμα και αυτοί που ήξεραν, ίσως να μη συνέδεαν την παρουσία της εδώ με όσα γίνονταν στο χωριό. Και να καταλάβαινε κάποιος κάτι, όμως, αυτή θα είχε εξαφανιστεί.

Αυτό που έγινε στη συνέχεια το είδαν μερικοί άνθρωποι, πέντε ενήλικες και τρία παιδιά, αλλά οι μεν αποφάσισαν ότι δεν είχαν δει καλά και τα δε ποτέ δεν έπεισαν τους δικούς τους για αυτό που είχε διαδραματιστεί μπροστά στα μάτια τους.

Είδαν την μαυροφορεμένη γυναίκα που περπατούσε στο πεζοδρόμιο μπροστά τους ή απέναντί τους τη μια στιγμή να περπατάει όπως κάθε άνθρωπος, μα την επόμενη, εκεί που θα έφτανε έξω από ένα τσαγκάρικο, αντί για αυτή, υπήρχε ένα μικρό ζώο που πέταξε ψηλά. Αυτοί οι οκτώ άνθρωποι είδαν τη νυχτερίδα να ίπταται. Οι ενήλικες είτε σταμάτησαν, είτε προχώρησαν πιο γρήγορα, προσπαθώντας να βρουν μια λογική εξήγηση. Τα παιδιά, από την άλλη, χαμογέλασαν και άρχισαν να φωνάζουν και να δείχνουν προς τον ουρανό.
Η Κόμισσα πέταξε ψηλά, αλλά δεν ξεπέρασε το ύψος ενός μέσου κτιρίου της Βουδαπέστης. Η ομίχλη την ακολούθησε, αλλά δεν την απέκρυπτε. Τη συνόδευε σαν πέπλο που στεφανώνει μια όμορφη νύφη. Μια νυχτερίδα δεν ήταν ένα πρωτόγνωρο θέαμα για τους κατοίκους της πόλης, αλλά σε συνδυασμό με την ομίχλη, τους προκαλούσε νευρικότητα.
Εκείνη αναζήτησε μια ευκαιρία για να τρομοκρατήσει την πόλη. Δε χρειαζόταν κάτι μεγαλόπρεπο. Αρκούσε μια σπίθα κόλασης, για να τιναχτεί το φρούριο της λογικής.
Βρήκε τα κατάλληλα θηράματα πιο σύντομα απ’ όσο πίστευε. Μια μικρή σύρραξη ετοιμαζόταν να γίνει σε έναν απόμερο δρόμο. Θα ήταν αρκετή, για να διαδοθούν φήμες και ο τρόμος του Μπραν να δηλητηριάσει τούτο το μέρος.
Η νυχτερίδα άρχισε να κινείται ολοένα και πιο χαμηλά.

Ο επιλοχίας του Evidenzbureau αναθεμάτισε, καθώς είχαν αποκλειστεί σε τούτο τον κατ’ ουσίαν σκοτεινό παράδρομο. Η άμαξά τους είχε ανατραπεί, αλλά εκείνοι είχαν βγει αβλαβείς. Όμως, και να σηκωνόταν το άλογο και να κατάφερναν κάπως να σηκώσουν το κουβούκλιο επιβατών, δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν ούτε ευθεία, ούτε να γυρίσουν πίσω, καθώς και στις δύο εξόδους είχαν σταματήσει ισάριθμες άμαξες. Και από τις δύο πλευρές, είδε άνδρες να κατεβαίνουν, δύο από τη μία και ένας από την άλλη. Έρχονταν προς το μέρος τους.
«Ωχ, την πατήσαμε» είπε ανήσυχος ο αμαξάς. «Δεν μπορούμε να φύγουμε».
Ο επιλοχίας δεν του απάντησε. Η αποστολή μου, σκεφτόταν και ένιωθε την καρδιά του να βροντοχτυπάει. Η προστασία τους… Οι οικογένειες… Θα… θα…

Λίγο νωρίτερα, όταν ξεκινούσε την εσπευσμένη μετακίνηση των Βολφ και των Άσπελ, είχε πει στα μέλη των δύο οικογενειών να περιμένουν πίσω του, μέσα στην πολυκατοικία, όσο εκείνος άνοιγε την πόρτα και κοίταζε τριγύρω. Είχε το πιστόλι Γκάσερ ανά χείρας, αλλά το κρατούσε κρυμμένο κάτω από το παλτό του. Είχε δει ανθρώπους να κυκλοφορούν, πολίτες, μόνοι ή σε μικρές ομάδες. Περπατούσαν και συζητούσαν, ενώ κάποια από τα παιδιά φώναζαν και έτρεχαν, αναγκάζοντας τους γονείς ή τους παππούδες τους να τα μαλώνουν. Οι άμαξες στο δρόμο ήταν ελάχιστες. Το κρύο και το σκοτάδι παρέμεναν. Η βροχή, όμως, είχε περιοριστεί, κάτι που από τη μια ήταν καλό, γιατί θα κινούνταν πιο ελεύθερα, αλλά από την άλλη μπορούσε να κάνει το έργο του πιο δύσκολο, γιατί οι μπράβοι του Τζούρτζου ίσως προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, στήνοντάς τους κάποια παγίδα. Τώρα, καθώς παρατηρούσε το τοπίο, γύρευε για περαστικούς που φέρονταν ύποπτα (για παράδειγμα, που παρέμεναν στάσιμοι κάπου, αλλά κοιτούσαν συνέχεια προς την πολυκατοικία των Βολφ). Κανείς δε φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη σημασία προς το μέρος τους, αλλά ο επιλοχίας θα έπαιρνε τα απολύτως αναγκαία ρίσκα και τίποτα περισσότερο, εφόσον μπορούσε να το αποφύγει δηλαδή.

«Λοιπόν;» είχε ρωτήσει η σύζυγος του Βολφ, που στεκόταν πιο κοντά του. Κρατούσε τον γιο της από το ένα χέρι, ενώ στο άλλο είχε την τσάντα χαλιού με τα λιγοστά πράγματα της ιδίας και του μικρού. «Βλέπετε κάτι;» Όπως και η Έμιλυ, ήταν κι αυτή ανήσυχη και κουρασμένη, κυρίως πνευματικά. Της έλειπε ο άντρας της και τώρα είχε προκύψει και αυτή η απειλή από τους κακούργους που ήθελαν να βλάψουν τις Άσπελ. Δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα, όχι διεξοδικά, αλλά πλέον συνειδητοποιούσε ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο, σε πραγματικό κίνδυνο. Από ανθρώπους που δεν είχαν καλές προθέσεις. Νωρίτερα, όταν ο επιλοχίας είχε επιστρέψει και φαινόταν ταραγμένος, εκείνη και η Έμιλυ αντέδρασαν, αλλά όχι όπως περίμενε εκείνος. Είχε υποθέσει ότι οι συζητήσεις που έκαναν πρωτύτερα θα έπειθαν την σύζυγο του Βολφ και του Φάμπιαν ότι κινδυνεύουν και πως έπρεπε να τον ακολουθήσουν άμεσα, αλλά χρειάστηκε να επιμείνει. Δεν τις αδικούσε εντελώς. Ήταν πολίτες, που δεν αναμειγνύονταν με στρατιωτικές επιχειρήσεις. Πιθανώς, είχαν πιστέψει ότι όλη αυτή η κινητικότητα και η ανησυχία από την πλευρά των Αρχών γενικά και από την πλευρά των δικών τους ανθρώπων ειδικά δεν θα τις επηρέαζε τόσο άμεσα, ότι θα βρίσκονταν στη μέση μιας διαμάχης, όπου ένας εχθρός των αντρών τους θα στοχοποιούσε εκείνες και τα παιδιά τους. Ναι, είχαν το φόβο του τι θα έκαναν ο λοχαγός και ο ταγματάρχης (και ο επιλοχίας Ράινχελ), ναι, η Έμιλυ Άσπελ ήταν αυτή που είχε καταπέσει πιο πολύ (δικαιολογημένα, μιας και η τύχη του ταγματάρχη ήταν αμφίβολη), ναι, και τα παιδιά δυσκολεύονταν να δεχθούν ό,τι συνέβαινε στους πατεράδες τους, αλλά και πάλι, τους ήταν πολύ να καταλάβουν πως κάποιος τρελός θα στρεφόταν εναντίον τους, επειδή του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βλάψει αλλιώς τους συγκεκριμένους στρατιωτικούς. Όπως το έβλεπε ο επιλοχίας, ήταν μια άνανδρη κίνηση από τον Τζούρτζου, μια τιποτένια απόφαση, να στείλει τα σκυλιά του για να σκοτώσουν τις Άσπελ και τους Βολφ, όμως, αν τα κατάφερνε, θα έπαιρνε απεριόριστη ικανοποίηση, τη στιγμή που ο λοχαγός και ο ταγματάρχης (αν ήταν ζωντανός), και κατ’ επέκταση η Αυτοκρατορία, θα υφίσταντο άλλη μια ταπεινωτική ήττα. Ο επιλοχίας δεν ήξερε πόσο βάρβαρος έπρεπε να είναι κάποιος για να φέρεται έτσι, όμως δεν είχε σημασία αυτό, για την ώρα. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν να εκπληρώσει την αποστολή που του είχαν αναθέσει, που πλέον δεν την έβλεπε σαν μέρος της δουλειάς του, αλλά σαν ηθική υποχρέωσή του. Όπως είχε πει λίγο πριν στις δύο μανάδες, Αν θέλουν αυτοί οι τιποτένιοι να σας πλησιάσουν, πρώτα θα πρέπει να με σκοτώσουν. Δεν θα τους αφήσω να σας κάνουν κακό, ούτε σε εσάς, ούτε στα παιδιά. Ο άνθρωπος μπορεί να μην είχε την σωματική κατάσταση ενός πολεμιστή, όμως στο βλέμμα και στη φωνή του υπήρχε αρκετή αποφασιστικότητα, για να νιώσουν ασφαλείς. Οι γυναίκες είχαν πειστεί και έτσι αποφάσισαν να ετοιμάσουν εν τάχει τα πράγματα και τα παιδιά τους και τον ακολούθησαν. Πριν κλείσουν την πόρτα του διαμερίσματος, η σύζυγος του Βολφ έκρυψε ένα χαρτί, όπου ο επιλοχίας είχε σημειώσει κωδικοποιημένα πού θα πήγαιναν, προς ενημέρωση του λοχαγού και όποιου άλλου συναδέλφου ερχόταν μαζί του (ει δυνατόν, του Φάμπιαν και του Ράινχελ). Στην περίπτωση που οι μπράβοι του Τζούρτζου το ανακάλυπταν, δεν θα καταλάβαιναν τι έλεγε. Μόνο ένας άνθρωπος της Αυστροουγγρικής Αντικατασκοπείας θα ήξερε να τους το αποκωδικοποιήσει. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, είτε θα το παρέβλεπαν, είτε θα αργούσαν να αποταθούν στον χαφιέ τους, τον Ορμπάν.

Από τον τρίτο όροφο ως τον πρώτο, δεν είχαν συναντήσει κανέναν. Υπήρχε ησυχία από τα άλλα διαμερίσματα και στους διαδρόμους. Καλό αυτό, είχε σκεφτεί ο επιλοχίας. Θα περάσουμε απαρατήρητοι, τουλάχιστον από τους περισσότερους ενοίκους. Οπότε, αν τους ρωτήσουν ποτέ, δεν θα ξέρουν να πουν κάτι.

Πριν φτάσουν στο ισόγειο, είχαν σταματήσει. Ο επιλοχίας είχε δει δύο φιγούρες να σταματάνε έξω από την τζαμαρία της πολυκατοικίας. Φορούσαν κοστούμι και έδειχναν απλώς να περιμένουν, ρίχνοντας ματιές προς πάσα κατεύθυνση, και προς το εσωτερικό της πολυκατοικίας. Εκείνος είχε πιάσει το πιστόλι του, έχοντας όλη την προσοχή του σε αυτούς. Δεν είχε καταφέρει να διακρίνει λεπτομέρειες, αλλά του ήταν αρκετή η στάση τους, ώστε να μπει σε επιφυλακή. Θα μπορούσε να ήταν απεσταλμένοι του Τζούρτζου, που παρίσταναν τους αδιάφορους, ενώ περίμεναν να έρθουν ενισχύσεις. Μετά, θα μπούκαραν στην πολυκατοικία, για να απαγάγουν τις Άσπελ και τους Βολφ. Θα συναπαντιόντουσαν με τον επιλοχία και το αιματοκύλισμα ήταν σίγουρο.

Αλλά προς το παρόν, το είχαν αποφύγει, αφού οι άντρες εκείνοι τελικά έστριψαν προς μια κατεύθυνση και άρχισαν να περπατάνε. Κι έτσι, ο επιλοχίας είχε πλησιάσει την κεντρική θύρα, για να ελέγξει το δρόμο.
«Νομίζω ότι μπορούμε να φύγουμε» είχε πει. Κοίταξε τα μέλη των οικογενειών των συναδέλφων του. Επανέλαβε ό,τι τους είχε πει στο διαμέρισμα. «Θα σχηματίσουμε μία γραμμή. Θα προπορευτώ εγώ. Θα είστε πίσω μου. Η μια γυναίκα πίσω από εμένα, μετά τα δύο παιδιά και στο τέλος η άλλη. Δεν θα απομακρυνθείτε, ούτε θα μιλήσετε σε κάποιον. Θα έχω τον νου μου, μήπως μας παρακολουθούν». Στράφηκε προς τα παιδιά. Προσπάθησε να δείχνει ήρεμος, φιλικός, αλλά και ότι εννοούσε ό,τι τους έλεγε. «Δεν παίζουμε τώρα, εντάξει; Ούτε φωνάζουμε, ούτε τρέχουμε. Αν χρειαστεί να κάνουμε κάτι από αυτά, θα το πω εγώ. Εντάξει, παιδιά;»

Εκείνα είχαν συμφωνήσει. Παρότι φοβισμένα, υπήρχε μια σπίθα στην ματιά του καθενός τους. Ένιωθαν ότι ήταν σαν τους πατεράδες τους, στρατιώτες που πολεμούσαν. Είχαν σκοπό να συμμορφωθούν, όμως θα έψαχναν κι αυτά για πιθανούς εχθρούς. Οι μητέρες τους τους είπαν κι αυτές να κάνουν ό,τι είχε διατάξει ο επιλοχίας («ο φίλος του μπαμπά»).
«Ωραία. Πάμε».

Ο κατάσκοπος είχε βγει εντελώς από την πολυκατοικία και οι προστατευόμενοι του τον ακολούθησαν στην Ίστβαν. Τους κάλυπτε με τον όγκο του, αλλά γνώριζε ότι δεν είχαν καμιά ουσιώδη προστασία. Ήταν όλοι τους εκτεθειμένοι. Έτσι και τους έβλεπαν οι εχθροί και άρχιζαν τα πυρά δεν θα προλάβαιναν να κρυφτούν. Τα μόνα στα οποία βασιζόταν για την προστασία τους ο επιλοχίας ήταν ο κόσμος και το σκοτάδι που επικρατούσε του φωτός. Επίσης, ήλπιζε ότι οι κακοποιοί, αφού είχαν φύγει, δεν θα επέστρεφαν πριν από αύριο. Ούτε αυτό, όμως, τον παρηγορούσε. Οι τύποι που είχε αντιμετωπίσει δεν έφυγαν επειδή είχαν φοβηθεί, αλλά γιατί υπήρχε μάρτυρας και γιατί αιφνιδιάστηκαν από την ύπαρξη του οπλισμένου επιλοχία. Τότε δεν τον περίμεναν, αλλά τώρα ήξεραν ότι οι Άσπελ και οι Βολφ είχαν έναν προστάτη. Και, κρίνοντας από το πώς του είχαν μιλήσει (Δεν θα πυροβολήσεις, χοντρέ. Όχι εδώ. Θα σε συλλάβουν και άντε μετά να εξηγήσεις), δεν είχαν ανησυχήσει ιδιαίτερα από την παρουσία του. Απλά, δεν ήθελαν να μπλέξουν περισσότερο με τις Αρχές της πόλης. Θα επέστρεφαν, αυτό ήταν σίγουρο. Θα τα ξαναπούμε, μαλάκα χοντρέ. Να είσαι σίγουρος για αυτό, του είχε πει ο ένας εξ αυτών, αλλά δε χρειαζόταν. Το είχε καταλάβει και ο ίδιος. Ο Τζούρτζου δεν θα παρατούσε τον απάνθρωπο στόχο του κι αυτοί έκαναν ό,τι τους έλεγε.

Δεν είχαν στρίψει στην Νεφελέιτς, αλλά συνέχισαν ως την Μουράνι. Το σκεπτικό του ήταν να απομακρυνθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που είχε δει τους μπράβους του Τζούρτζου να φεύγουν, καθώς υπέθετε ότι, αν επέστρεφαν, θα ακολουθούσαν την ίδια πορεία. Πέρασαν έξω από ένα συνοικιακό καφέ που ακόμα λειτουργούσε (αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, όλοι οι πελάτες ήταν μέσα), μια μικρή ξενοδοχειακή μονάδα που φημιζόταν για τα άνετα κρεβάτια της και έναν κλειστό φούρνο, και συνέχισαν, αναζητώντας μια διαθέσιμη άμαξα. Όσο προχωρούσαν, ο επιλοχίας αναζητούσε με τα μάτια του κρυμμένους μπράβους του Τζούρτζου. Το πιστόλι του το είχε στη θήκη κάτω από το παλτό του, αλλά το δεξί του χέρι ήταν χαλαρό, έτοιμο να σηκώσει το ύφασμα και να ελευθερώσει το όπλο. Όμως, για την ώρα, δε φαινόταν να κινδυνεύουν. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν γύρω τους δεν τους μιλούσαν, ούτε τους κοιτούσαν σαν να έβλεπαν κάτι αξιοπρόσεκτο. Κι αυτό ήταν εν μέρει καλό και εν μέρει κακό. Καλό, γιατί δεν θα χρειάζονταν να απαντήσουν σε ερωτήσεις αγνώστων ή ανδρών της πολιτοφυλακής, και κακό γιατί, αν γινόταν κάτι δυσάρεστο, τότε οι άλλοι περαστικοί πιθανώς δεν θα αναμειγνύονταν ούτε θα μπορούσαν να δώσουν στοιχεία στους ένστολους που θα αναλάμβαναν την υπόθεση. Τον απασχολούσαν τον επιλοχία αυτές οι σκέψεις, αλλά το πιο μεγάλο πρόβλημα που τον ταλάνιζε ήταν το ότι δεν έβρισκε άμαξα. Όσες φορές και να σήκωσε το χέρι του για να σταματήσει κάποια που περνούσε, ο οδηγός κουνούσε το κεφάλι του και του έλεγε ότι είχε ήδη επιβάτες. Το περπάτημα τούς απομάκρυνε μεν από την πολυκατοικία που ήξεραν οι εχθροί, αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Έπειτα, ήταν και το ότι δεν είχε να προστατεύσει ένα άτομο, αλλά τέσσερα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ούτε οι μητέρες ούτε τα παιδιά τους θα μπορούσαν να κινηθούν, να τρέξουν, αν το έκρινε απαραίτητο. Ήταν εύκολοι στόχοι, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου.

Κάτι άλλο που δεν του είχε αρέσει είναι το ότι είχε αφήσει την έγκυο γυναίκα του μοναχή της. Έτσι και πάθαινε κάτι… Ή και να μην πάθαινε, όταν αυτός γυρνούσε στο διαμέρισμά τους, αυτή θα τον μάλωνε, κι όχι άδικα. Τον χρειαζόταν, κι αυτή και το μωρό ή τα μωρά που κουβαλούσε. Αλλά τι να έκανε; Είχε αναλάβει μια πολύ σημαντική αποστολή. Ο ταγματάρχης και ο λοχαγός έλειπαν, το ίδιο και ο άλλος συνεργάτης τους, ο επιλοχίας Ράινχελ. Ο Τζούρτζου και τα σκυλιά του καραδοκούσαν. Κάποιος έπρεπε να αναλάβει την προστασία των Άσπελ και των Βολφ. Ο επιλοχίας αναρωτήθηκε αν η κυρία Ράινχελ -υπήρχε κυρία Ράινχελ, το ήξερε- ήταν κι αυτή στόχος των Βλάχων. Αλλά οι δύο συνάδελφοί του δεν του είχαν πει κάτι σχετικό, ότι έπρεπε να φυλάξει και αυτή. Και πώς θα τα κατάφερνε, δηλαδή, να είναι και στο διαμέρισμα των Βολφ, και των Ράινχελ, και στο δικό του; Μετά βίας, ήταν στα δύο από αυτά.

Ο επιλοχίας είχε θυμηθεί πως είχε πει στην γυναίκα του ότι, αν τον ήθελε κάτι, να έστελνε σημείωμα στο διαμέρισμα των Βολφ. Αλλά είχαν φύγει πλέον από εκεί. Οπότε πού θα τον έβρισκε;

Δεν γινόταν να συνεχίσει έτσι, με τόση αγωνία. Αποφάσισε ότι έπρεπε να επιστρέψει κοντά στην σύζυγό του, έστω για να δει αν είναι καλά. Ευτυχώς, δεν έμενε πολύ μακριά από το διαμέρισμα των Βολφ, όμως δεν μπορούσε να σύρει με τα πόδια τα μέλη των δύο οικογενειών ως εκεί. Ήταν προς το συμφέρον τους να βρουν μια άμαξα.
Καθώς έφταναν στη διασταύρωση της Ιστβάν με την Τσέρχατ, ο επιλοχίας είχε ακούσει ψιθύρους πίσω του. Το αγόρι των Βολφ κάτι είπε στην Ορέλια κι εκείνη του απάντησε. Οι μανάδες τους τους είπαν να σωπάσουν. Έπειτα, η κυρία Βολφ, που ήταν ακριβώς πίσω του, είχε ρωτήσει τον επιλοχία «Πιστεύετε ότι θα τα καταφέρουμε;»
«Το ελπίζω, κυρία μου».
«Α». Εκείνη είχε κοιτάξει δεξιά και αριστερά. Όπως και η Έμιλυ και τα παιδιά, δεν ήξερε πώς έμοιαζαν οι άντρες που ήθελαν να τις βλάψουν. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Βέβαια, απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, κανείς δε φαινόταν κακός και, αν κάποιος ήταν, δεν θα τους είχε ήδη επιτεθεί; Ρώτησε σχετικά τον επιλοχία.
«Όχι, αμφιβάλλω ότι θα κάνουν κάτι τέτοιο. Όχι ακόμη, δηλαδή. Όχι όσο υπάρχουν άλλοι γύρω μας. Για αυτό επειγόμαστε να βρούμε μια άμαξα. Πρέπει να επισπεύσουμε το ταξίδι μας, προτού φτάσουμε σε απόμερα σημεία ή προτού μειωθεί ο κόσμος». Δεν είχε συμπληρώσει ότι μπορεί ήδη να τους παρακολουθούσαν, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία.

Είχαν προχωρήσει λίγο ακόμα, όταν εκείνος είδε τρεις άμαξες να πλησιάζουν από την αντίθετη κατεύθυνση. Σήκωσε το χέρι του για άλλη μια φορά τούτη τη νύχτα. Είχε χαμογελάσει όταν είδε το άλογο να επιβραδύνει και να κινείται όλο και πιο κοντά στο πεζοδρόμιο. «Επιτέλους» είχε πει η Έμιλυ Άσπελ, που, μαζί με την κόρη της και τους Βολφ, είχαν σταματήσει δίπλα στον επιλοχία.
Όταν η κλειστή άμαξα στάθηκε κοντά τους, ο επιλοχίας κράτησε ανοιχτή την πόρτα και είπε στα μέλη των οικογενειών να ανέβουν.

Το χαμόγελό του είχε σβήσει με το που διαπίστωσε ότι οι άλλες δύο άμαξες που ακολουθούσαν είχαν επιβραδύνει κι αυτές και σταμάτησαν λίγο πιο πίσω από τη δική τους. Αδύνατο, είχε σκεφτεί, όταν αναγνώρισε τους επιβαίνοντες στην μία από τις δύο, την τελευταία. Ήταν εκείνοι, οι μπράβοι του Τζούρτζου που είχε αντιμετωπίσει νωρίτερα. Μα πώς; Πώς μας πρόλαβαν; Εκτός από αυτό, αναρωτήθηκε και κάτι ακόμη: Γιατί σταμάτησε και η άλλη άμαξα; Ο οδηγός της του ήταν άγνωστος. Και δε φαινόταν να θέλει κάποιος άλλος περαστικός να τη χρησιμοποιήσει. Αλλά ήταν κλειστή κι αυτή, οπότε μάλλον κουβαλούσε επιβάτη ή επιβάτες. Ο επιλοχίας προσπάθησε να θυμηθεί πόσους μπράβους είχε ο Τζούρτζου. Δεν ήταν σίγουρος, μιας και αυτός δεν ασχολιόταν με άλλες υποθέσεις πέραν της φύλαξης της θύρας του σταθμού του Evidenzbureau, αλλά πίστευε ότι ο Βλάχος συνοδευόταν από τρία ή τέσσερα άτομα. Άρα, αν οι δύο ήταν στην μία άμαξα, τότε ο τρίτος ή και ο τέταρτος ήταν στην άλλη.
Γαμώτο!
Είχε κοιτάξει γύρω του. Ενδόμυχα, ήλπιζε να δει πολιτοφύλακες να περιπολούν. Δεν ήταν βέβαιος τι θα τους έλεγε, ίσως να συνοδεύσουν τις δύο οικογένειες ή να ελέγξουν τις άμαξες των Βλάχων, μήπως και κέρδιζαν λίγο χρόνο.
Αλλά δεν είχε δει κανέναν ένστολο. Και ο οδηγός της άμαξας που είχαν σταματήσει του είπε να συντομεύει.
Ο επιλοχίας είχε κλείσει την πόρτα και ανέβηκε τάχιστα δίπλα στον οδηγό, λέγοντάς του να ξεκινήσει.
Ο οδηγός τον είχε ρωτήσει «Εδώ θα κάτσετε εσείς; Μπορεί να βρέξει. Δεν θέλετε να είστε ασφαλής από την νεροποντή;»
«Ναι, εδώ θα κάτσω. Πάμε τώρα».
Ο άντρας είχε ανασηκώσει τους ώμους και έδωσε εντολή στο άλογο, το οποίο άρχισε να τρέχει.

Οι άλλες δύο άμαξες ακολούθησαν κατά πόδας.
Από την Τσέρχατ βρέθηκαν στη διασταύρωση με την Γκάραϊ, όπου έστριψαν δεξιά. Ο επιλοχίας είχε πει στον οδηγό να διατάξει το άλογο να πάει πιο γρήγορα. Ο άντρας του είχε πει ότι δεν επιτρέπεται, γιατί μπορεί να χτυπούσαν κάποιον περαστικό. «Αλλά γιατί να τρέξουμε κιόλας, κύριε;» είχε ρωτήσει τον επιλοχία. «Μες στην νύχτα, τι βιασύνες είναι αυτές;» Ο επιλοχίας δεν απάντησε, γιατί κοιτούσε πίσω του τις άλλες άμαξες που δεν τους έχαναν. Κάποια στιγμή, απροειδοποίητα, είχε πει στον οδηγό να στρίψει σε άλλη οδό και μετά στην επόμενη κάθετη, και στο επόμενο τετράγωνο να πάει δεξιά αντί για αριστερά όπως ήταν η σωστή κυκλοφορία των αμαξών. Ο οδηγός είχε ανταποκριθεί άμεσα, αλλά δεν του άρεσε αυτή η κατάσταση, οπότε είχε ρωτήσει πάλι και πάλι τι συνέβαινε, αλλά απάντηση δεν είχε πάρει, καθότι οι κυνηγοί τους έκαναν κι αυτοί τους ίδιους επικίνδυνους ελιγμούς με την ίδια επιτυχία, δίχως μάλιστα να αφήνουν άλλες άμαξες να μπαίνουν ανάμεσά τους ή ανάμεσα σε αυτές και στην άμαξα που είχαν επιβιβαστεί οι Βολφ και οι Άσπελ.

Ο επιλοχίας αναθεμάτισε και συνέχισε να δίνει ξαφνικές οδηγίες στον οδηγό. «Αυτό παραπάει, κύριε» είχε διαμαρτυρηθεί ο άνθρωπος. «Μπορεί να πάθουν ζημιά οι ρόδες ή να ανατραπεί η άμαξα. Αν δεν μου πείτε τι συμβαίνει, θα σταματήσω και θα κατέβετε, κι ας μη με πληρώσετε». Ο επιλοχίας δεν είχε απαντήσει αμέσως, γιατί κοιτούσε πίσω, οπότε ο οδηγός τον έπιασε από το πανωφόρι και τον τράνταξε. «Ε, κύριε! Θέλω μια απάντηση».
Καθώς έστριβαν στην Μπαράτ, ο επιλοχίας τον είχε κοιτάξει με φανερή ανησυχία στο βλέμμα του και του είπε «Προσπαθούμε να ξεφύγουμε από κάποιους, εντάξει; Είναι κάποιοι παλιάνθρωποι που θέλουν να μας βλάψουν».
«Τι; Γιατί;»

Ο επιλοχίας είχε δώσει μια δικαιολογία για μια υποτιθέμενη έχθρα μεταξύ οικογενειών, που ξεκινούσε από πολύ παλιά, μα που κρατούσε ακόμα και σήμερα. Ο οδηγός είχε προσπαθήσει να μάθει κι άλλα, κυρίως γιατί δεν σταματούσαν κοντά σε περιπόλους πολιτοφυλάκων που συναντούσαν στις οδούς που διέσχιζαν, αλλά ο επιλοχίας είχε σκεφτεί άλλη μια πρόφαση, ότι υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι τριγύρω, αθώοι πολίτες, και δεν θα ήθελε να ρισκάρει να πάθουν κάτι, σε περίπτωση που…
«Που τι;» είχε ρωτήσει ο οδηγός, κοιτώντας έντρομος τον επιλοχία. «Μη… μη μου πείτε ότι αυτοί που σας κυνηγούν έχουν όπλα».
«Πολύ φοβάμαι ότι έχουν. Για αυτό φύγαμε από εκεί όπου μέναμε, γιατί μας είχαν ειδοποιήσει άλλοι συγγενείς ότι τούτοι θα μας έρχονταν, και γνωρίζω ότι τους αρέσει το κυνήγι και πως είναι σκληρόκαρδα καθίκια». Δεν είχε πει άλλα, γιατί αφενός ήξερε πως όσα ξεστόμισε ήταν αρκετά και αφετέρου γιατί ενδόμυχα ήθελε να γελάσει, καθώς η κουβέντα με τον οδηγό του φαινόταν αστεία. Αν δε φοβόταν μην τους πιάσουν οι μπράβοι του Τζούρτζου, θα χαμογελούσε. Βέβαια, τα ψέματα ήταν μέρος όχι μόνο της δουλειάς, αλλά και της ζωής των κατασκόπων, αλλά κάπου το πράγμα γινόταν υπερβολικό και μπορεί να κατέληγε σε κωμωδία. Εκτός αν μας προλάβουν οι μαλάκες και μας σκοτώσουν μες στη μέση του δρόμου, σκέφτηκε και κάθε υποψία αλαφράδας χάθηκε από το μυαλό του.

Λίγο μετά, και ενώ η καταδίωξη καλά κρατούσε, ο επιλοχίας είχε δει ένα μπαρ που είχε επισκεφτεί μερικές φορές, επί της Οκάτσφα, πήρε μια απόφαση που αργότερα μετάνιωσε. Έδωσε παραγγελία στον οδηγό να κάνει άλλη μία απότομη στροφή σε έναν ουσιαστικά ακατοίκητο παράδρομο, γεμάτο σκουπίδια, μισοχτισμένες πολυκατοικίες και με μόνο δύο λάμπες να τον φωτίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη.
«Ω όχι» είχε προλάβει να σχολιάσει ο οδηγός. «Όχι, όχι, όχι».

Ο επιλοχίας κατάλαβε τι εννοούσε, γιατί η άμαξα είχε βρει σε κάποια πέτρα και παράπαιε για μερικές στιγμές, μέχρι που το άλογο παρασύρθηκε και αυτό από το βάρος. Η ανατροπή ήταν αναπόφευκτη. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει ο επιλοχίας ήταν να φωνάξει στις οικογένειες να κρατηθούν. Έπειτα, η άμαξα γύρισε στο πλάι και όλοι βρέθηκαν στο βρόμικο δρόμο.
«Έι, είστε καλά;» ακούστηκε να λέει κάποιος και κάποιος άλλος επανέλαβε την ερώτηση. Ο επιλοχίας είδε δύο άντρες με κουρελιασμένα ρούχα και μπουκάλια ανά χείρας να τους πλησιάζουν.
«Μην έρχεστε πιο κοντά» τους είπε, ενώ μαζί με τον οδηγό, αφού βεβαιώθηκαν ότι είναι καλά, έσπευσαν να βοηθήσουν τους Βολφ και τις Άσπελ να βγουν και να ελέγξουν πώς ήταν. Ευτυχώς, κανείς δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά.
«Πάλι καλά» είχε σχολιάσει ο οδηγός, προτού στραφεί προς το άλογό του, το οποίο είχε σηκωθεί, αλλά χλιμίντριζε έντονα. Προσπάθησε να το ηρεμήσει. Παράλληλα, έριχνε κατηγόριες στον επιλοχία για ό,τι είχε συμβεί.
«Πάψε» του είχε πει ο στρατιωτικός, γιατί είδε τη μία πλευρά του δρόμου, εκεί από όπου είχαν έρθει, να κλείνεται από μια άμαξα. Ήταν αυτή με τον άγνωστο οδηγό. Ξέροντας την απάντηση, γύρισε προς την άλλη πλευρά. Εκεί ήταν η άλλη άμαξα. Σκέφτηκε μήπως μπορούσαν να διαφύγουν από τα ακατοίκητα οικόπεδα, αλλά απέρριψε την ιδέα. Θα έπρεπε να διαλύσουν την περίφραξη του καθενός, συν ότι ήταν γεμάτα λάσπες και αντικείμενα που θα μπορούσαν να τραυματίσουν κάποιον που θα έτρεχε ανάμεσά τους. «Σκατά» σχολίασε.
«Κύριε επιλοχία» είχε πει αναστατωμένη η κυρία Βολφ, βλέποντας τις άμαξες και τους άντρες που κατέβαιναν, «τι θα κάνουμε τώρα;» Έσφιγγε πάνω της τον γιο της, κρύβοντας το πρόσωπό του. «Τι θα κάνουμε; Μας έφτασαν. Πώς θα ξεφύγουμε τώρα;»
«Ναι, πώς;» συμφώνησε η Έμιλυ, που είχε πιάσει την Ορέλια. Αντίθετα με το αγόρι των Βολφ, όμως, η μικρή κοιτούσε τους κακούργους. Στο μυαλό της, φανταζόταν ότι ο θείος της και ο μπαμπάς της αντιμετώπιζαν όπως τους έπρεπε.
Ο επιλοχίας είχε ακούσει τον οδηγό να λέει «Ωχ, την πατήσαμε. Δεν μπορούμε να φύγουμε».
«Τι γίνεται εδώ;» είχε ρωτήσει ένας από τους μεθυσμένους άντρες με τα κουρελιασμένα ρούχα. «Μη μου πεις ότι μας την έπεσαν οι πολιτοφύλακες!»
Μακάρι να ήταν αυτοί, σκέφτηκε ο επιλοχίας και έβγαλε το πιστόλι Γκάσερ που έφερε. Όπλισε και ετοιμάστηκε, ενώ έλεγε στους άλλους να πέσουν κάτω. Ήλπιζε ότι λόγω απόστασης ανάμεσα σε αυτούς και τους μπράβους, αλλά και της περιορισμένης ορατότητας, όλοι οι πολίτες θα ήταν ασφαλείς. Σκέφτηκε ότι ειδικά τα μέλη των δύο οικογενειών, τα οποία είχαν κρυφτεί από την μπροστινή πλευρά της πεσμένης άμαξας, ήταν ασφαλή από τον άντρα που έστεκε μοναχός του στη μια πλευρά του δρόμου.

Οι μπράβοι έβγαλαν κι αυτοί τα όπλα τους. Αντίθετα από τον επιλοχία, αυτοί, εκτός από τα πιστόλια τους, είχαν φέρει στρατιωτικά τουφέκια.
«Πέτα το όπλο σου» φώναξε ένας από τους μπράβους με τη βαριά προφορά των Βλάχων, αυτός που είχε έρθει μόνος του. Δεν είχε έρθει με άλλον οδηγό τελικά. «Θέλουμε μόνο την μάνα και την κόρη. Οι άλλοι μπορείτε να φύγετε. Δεν θα σας ρίξουμε».
«Δεν είναι πολιτοφύλακες αυτοί» σχολίασε ένας από τους μεθυσμένους προς τον επιλοχία. «Έτσι δεν είναι;»
«Όχι» του απάντησε. «Όχι, δεν είναι πολιτοφύλακες». Είπε προς τον μπράβο που είχε μιλήσει «Οι πολίτες θα αρχίσουν να φεύγουν από εδώ». Έδειξε τον οδηγό της άμαξας, τους δύο άσχετους τύπους και τους Βολφ. Κοίταξε και τους άλλους μπράβους. «Δεν ευθύνονται που μπλέχτηκαν σε αυτή την κατάσταση».
«Οι κουρελήδες και ο αμαξάς» είπε ο μπράβος. «Οι άλλοι μένετε. «Εκτός αν θες να φύγεις και εσύ, όπως υποσχεθήκαμε».
«Η μάνα και ο γιος εδώ δε…»
«Μένουν και αυτοί. Και μετά, θα δούμε πώς θα προχωρήσουμε».
Ο επιλοχίας κατένευσε. Είπε στους τρεις άντρες να φύγουν.
«Θα φωνάξω την πολιτοφυλακή» υποσχέθηκε ο αμαξάς. «Δεν είναι δίκαιη αυτή η μάχη».
Ο επιλοχίας δεν του απάντησε, γιατί προσπαθούσε να σκεφτεί πώς θα γλίτωνε τους Βολφ και τις Άσπελ. Υπάρχει τρόπος άραγε; Ναι, αν είχα καμιά διμοιρία από στρατιώτες.
Είδε τους δύο άντρες να πλησιάζουν. Ακόμα, κανείς δεν είχε στρέψει το όπλο του προς τον εχθρό.
Ο επιλοχίας έριξε μια ματιά στις δύο οικογένειες. Φαίνονταν, αλλά όχι τόσο καλά. Ίσως… Ίσως, αν απομακρυνθώ από κοντά τους… Δεν θα είναι στο στόχαστρο των άλλων.
Έκανε δύο βήματα πίσω, προς ένα άδειο οικόπεδο.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις, παλιοχοντρέ;» φώναξε ένας από τους μπράβους.

Ο επιλοχίας τον είδε να σηκώνει το όπλο του. Είδε και τον διπλανό του να κάνει το ίδιο. Δεν ήθελε να εμπλακούν σε μάχη ακόμα. Δεν ήθελε να ρίξει σε άνθρωπο μπροστά στα μάτια πολιτών, και δη γυναικών και παιδιών.

Λες και έχω άλλη επιλογή; αναρωτήθηκε με φόβο. Και έκανε να σηκώσει το όπλο του προς τους δύο μπράβους. Στο μυαλό του, είχε περάσει η σκέψη πως θα προλάβαινε να ρίξει δύο με τρεις πυροβολισμούς, κινώντας το πιστόλι ελαφρώς δεξιά και αριστερά, στο ύψος του στήθους. Οι μαλάκες στέκονταν δίπλα-δίπλα, ήταν πολύ εύκολοι στόχοι. Ο άλλος τώρα… Ο τρίτος μάλλον θα του έριχνε. Ακόμα και αν δεν τον σκότωνε με τη μία, θα τον τραυμάτιζε αρκετά, για να τον πλησιάσει και να τον ξεπαστρέψει μετά. Κι ύστερα… σειρά είχαν οι Άσπελ και οι Βολφ.

Ο επιλοχίας δεν είχε σκεφτεί ότι θα έφτανε αυτή η στιγμή, η μέρα που θα πέθαινε, τόσο σύντομα. Και δίχως να έχει δει το παιδί ή τα παιδιά του. Τον τρόμαζε η συνειδητοποίηση αυτή.
Αλλά τουλάχιστον, θα έφευγε κάνοντας το καθήκον του όσο καλύτερα μπορούσε. Αυτή η σκέψη τον παρηγορούσε λίγο.

Τέσσερα όπλα ήταν έτοιμα να εκπυρσοκροτήσουν σε αυτόν τον σκοτεινό δρόμο.
Εντέλει, μόνο τα δύο πυροβόλησαν.
Πέντε σφαίρες έπεσαν. Οι τέσσερις βρήκαν τους στόχους τους, τους δύο μπράβους, και τους σώριασαν στο έδαφος.
Ο επιλοχίας είχε παγώσει στη θέση του. Κοιτούσε τους πεσμένους άντρες, οι οποίοι βαρυγκωμούσαν, αλλά δεν έκαναν καμιά κίνηση να πιάσουν πάλι τα όπλα τους. Εκείνος περίμενε ότι θα ένιωθε τον στιγμιαίο πόνο που περιμένει κάθε στρατιώτη σε εμπόλεμη κατάσταση. Αλλά αυτό δεν συνέβη.
Γύρισε προς τις δύο οικογένειες. Ήταν καλά. Είχαν καλύψει τα αυτιά τους και τον κοιτούσαν. Η κυρία Βολφ έκλαιγε.

Ο επιλοχίας άκουσε σφυρίχτρες να ηχούν. Πολιτοφύλακες, σκέφτηκε και ευχαρίστησε τον Θεό που ο αμαξάς είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Άκουσε και ήχους από βήματα που τρέχουν. Δεν είναι μακριά. Πλησιάζουν.

Τότε, όμως, θυμήθηκε ότι υπήρχε ακόμα ένας εχθρός που δεν έστεκε στα πόδια του. Ο οποίος κανονικά θα έπρεπε να είχε πυροβολήσει… Αλλά δεν το έκανε; Γιατί; διερωτήθηκε ο επιλοχίας και στράφηκε απότομα προς τον άλλο μπράβο.

Δεν ήξερε τι περίμενε να δει. Πάντως, το τελευταίο που θα φανταζόταν ήταν να δει δύο ανθρώπινες φιγούρες, εναγκαλισμένες μεταξύ τους. Δεν μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες, γιατί ομίχλη είχε κατέβει από τον ουρανό και είχε περικυκλώσει τις δύο φιγούρες, μα ήταν βέβαιος ότι τον μπράβο του Τζούρτζου τον είχε στα χέρια ένα άλλο άτομο και… τον φιλούσε; Σίγουρα, η ανθρώπινη σκιά, που δεν ήταν εκεί προ ολίγου, είχε χώσει το κεφάλι της στο λαιμό του άντρα, ο οποίος σφάδαζε, έτρεμε. Το τουφέκι είχε πέσει από τα χέρια του στο δρόμο. Είχε το στόμα ανοιχτό και τα μάτια διάπλατα. Έβγαζε κάτι ήχους σαν να πνιγόταν με το φαγητό του. Ο νεοφερμένος φορούσε κάποιο μακρύ μαύρο ρούχο, παλτό ή κάτι σχετικό, ενώ το κεφάλι του ήταν καλυμμένο με κουκούλα.
«Επιλοχία;» ρώτησε η Έμιλυ. «Τι;…»
«Σσσς» της έκανε. «Μείνετε κάτω. Κάτι συμβαίνει. Θα πάω να ελέγξω» ψιθύρισε και άρχισε να προχωράει προς τους δύο ανθρώπους που είχαν αγκαλιαστεί. Ύψωσε το πιστόλι του, σημαδεύοντάς τους. Ό,τι κι αν συνέβαινε ήταν αλλόκοτο και του προκαλούσε νευρικότητα.
«Έι» είπε. «Τι γίνεται εδώ;»
Τώρα, εκτός από τον μπράβο που πνιγόταν, άκουγε και ήχους που του έφεραν στο μυαλό ηλικιωμένους συγγενείς του που έπιναν καυτό καφέ ή τσάι. Μα τι μπορεί να πίνει;… Δεν συνέχισε την σκέψη του, γιατί δεν καταλάβαινε. Εν τω μεταξύ, και αυτή η ομίχλη δε βοηθούσε να αντιληφθεί επακριβώς τι γινόταν. Αλλά είχε σκοπό να μάθει. Θα συλλάμβανε και τους δύο, και το σκυλί του Τζούρτζου και τον άλλο, και θα άρχιζε τις ερωτήσεις.
«Σταματήστε! Τώρα!» είπε. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, το επανέλαβε. «Σταματήστε! Αλλιώς θα…»

Η καινούρια άγνωστη ανθρώπινη μορφή σήκωσε το κεφάλι από τον κατάχλωμο μπράβο (που πλέον ήταν νεκρός, σίγουρα) και γύρισε προς τον επιλοχία. Η κουκούλα έφυγε από το κεφάλι και ο κατάσκοπος είδε μαύρα μακριά μαλλιά να διαχέονται και ένα κάτασπρο πρόσωπο με αίματα στα χείλη να τον κοιτάζει. Είχε σκοτεινά μάτια και μακριά δόντια σα στιλέτα.
«Ω Θεέ μου…» ψέλλισε ο επιλοχίας. Ένας δαίμονας!
Οι σφυρίχτρες ακούστηκαν ξανά, πιο κοντά αυτή τη φορά.

Η Κόμισσα άφησε τον άψυχο άντρα και έπεσε πάνω στον επόμενο που είχε βρεθεί στο διάβα της. Ο τύπος ήταν παχουλός και παρά το ότι την σημάδευε με το όπλο του είχε τρομάξει τόσο πολύ που δεν τόλμησε να της ρίξει. Εκείνη δε χτύπησε καν το χέρι του, παρά τον αγκάλιασε και κάρφωσε τα δόντια της στον λαιμό του. Έκλεισε τα μάτια της και γεύτηκε το αίμα του. Απόλαυσε όση δύναμη της προσέφερε, ενώ του έπαιρνε την ζωή.

Από την κρυψώνα τους, η Ορέλια αποτόλμησε να κοιτάξει προς τα εκεί όπου είχε πάει ο κύριος που τους προστάτευε. Είδε τον νεκρό στο έδαφος και το αποτρόπαιο θέαμα του ανθρώπου, του καλού αυτού κυρίου που εργαζόταν μαζί με τον μπαμπά, ο οποίος μαράζωνε, λιποθυμούσε. Πέθαινε. Από κάποιον… ή κάποια… Μπορεί να ήταν γυναίκα, σχεδόν σίγουρα ήταν γυναίκα, γιατί είχε μακριά μαλλιά. Είδε την ομίχλη που είχε μαζευτεί γύρω τους. Η Ορέλια πίστεψε από την πρώτη στιγμή ότι αυτό το τέρας που είχε πιάσει τον κύριο, το φίλο του μπαμπά, ήταν ένα τέρας. Ένα από αυτά για τα οποία έγραφε η μαμά. Ή ένα από αυτά που είχε κρυφακούσει ότι υπάρχουν στο Μπραν, εκεί που είχε πάει ο μπαμπάς.

Η Ορέλια μαζεύτηκε κοντά στην μητέρα της, η οποία τη ρώτησε τι είχε δει. Όταν δεν της απάντησε η μικρή, η Έμιλυ έκανε να κοιτάξει, μα η Ορέλια την σταμάτησε. Δεν της εξήγησε, όμως η Έμιλυ είδε τη φρίκη που είχε φωλιάσει στο βλέμμα της κόρης της.
Οι σφυρίχτρες ακούστηκαν πάλι και οι πρώτοι πολιτοφύλακες φάνηκαν από το οικόπεδο από το οποίο είχαν διαφύγει νωρίτερα οι τρεις άντρες. Είχαν τα πιστόλια τους ανά χείρας.
Τότε η κυρία Βολφ και η Έμιλυ σηκώθηκαν, για να τους πουν πού ήταν.

Η Έμιλυ, σε μια παρόρμηση της στιγμής, γύρισε προς το σημείο που είχε κοιτάξει η Ορέλια. Είδε με τρόμο τους δύο νεκρούς. Στην άκρη του ματιού της έπιασε μια κίνηση προς τα πάνω. Ύψωσε το κεφάλι και είδε ένα πέπλο ομίχλης να ανεβαίνει στον άναστρο ουρανό της Βουδαπέστης. Και, δεν ήταν σίγουρη, μα νόμισε πως στο κέντρο του πετούσε μια νυχτερίδα.

*

8 Μαρτίου 1897
12 προ μεσημβρίας
24 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Μπρασώφ
Ο δεκανέας Ίλις Μάρτσελ περιπολούσε στους σκοτεινούς δρόμους της σχεδόν στοιχειωμένης πόλης, μαζί με δύο πολιτοφύλακες. Όλοι τους είχαν κακή διάθεση, λόγω της αόριστης και πολύ ισχυρής απειλής που υπήρχε στο Μπραν και των διπλών βαρδιών που έκαναν πλέον, αλλά ο δεκανέας ήταν αυτός που είχε καταπέσει πιο πολύ. Δεν ανήκε τυπικά στο δικό τους Σώμα, αλλά ο Ζαλάν είχε τηλεγραφήσει στον διοικητή του στη Βουδαπέστη, τον συνταγματάρχη Φάρκας, και συνεννοήθηκαν ώστε ο Ίλις να αποσπόταν και να αναλάμβανε καθήκοντα στο Μπρασώφ, μέχρι νεωτέρας. Ήταν μια απόφαση που δεν του άρεσε, αλλά για την οποία δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, πέραν από το να την υποστεί όπως κάθε υπάκουος στρατιώτης οποιουδήποτε βαθμού. Έτσι, αναγκαζόταν δύο μέρες τώρα να συνεργάζεται με ανθρώπους που δεν ήξερε -που πολλοί εκ των οποίων σχολίαζαν το δικό του πιο σκουρόχρωμο (τσιγγάνικο, όπως το αποκαλούσαν) δέρμα, αλλά και το ότι ήταν πολύ αδύνατος και το πρόσωπό του σχεδόν παιδικό-, σε έναν τόπο που κατ’ ουσίαν του ήταν άγνωστος, αν και σιγά-σιγά μάθαινε τα κατατόπια.

Ήταν σαφές, όμως, ότι δεν ήθελε να είναι εκεί, αλλά στο επίκεντρο της δράσης, στο μικρό εκείνο χωριό που είχε κατακτήσει το ενδιαφέρον των Αρχών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Εκεί είχαν πάει οι συνάδελφοί του και πρόσφατα πήγε ένα πολύ μεγαλύτερο απόσπασμα του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, του Κοινού Στρατού, που είχε για έδρα επιχειρήσεων το Μπρασώφ. Ο Ίλις είχε ακούσει την ανακοίνωση του Ζαλάν προς τους άντρες της πολιτοφυλακής την προηγούμενη ημέρα. Τότε ήξερε, βέβαια, ότι ο ίδιος θα παρέμενε στο Μπρασώφ, ωστόσο η απογοήτευσή του που δεν θα ήταν δίπλα στους παλιούς συντρόφους του ήταν μεγάλη. Είχε ρίξει το κεφάλι και δεν απάντησε όταν ο Ζαλάν ούρλιαζε «ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ;» και άλλες παρόμοιες ερωτήσεις και εντολές.

Δεν είχε επιστρέψει στο Μπραν τελικά κι αυτό ήταν κάτι που θα το σκεφτόταν για πολύ καιρό, ίσως για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Γιατί εκείνος ήταν ζωντανός, ενώ οι πρώην συνάδελφοί του είχαν σφαχτεί. Είχε σοκαριστεί όταν έμαθε ότι η διμοιρία του αποδεκατίστηκε και ότι ο ταγματάρχης Άσπελ αγνοείτο. Παραλίγο να λιποθυμήσει και ο Ζαλάν τον έστειλε στο ιατρείο, να ξεκουραστεί το υπόλοιπο της βάρδιάς του. Όμως, ο Ίλις δεν συνήλθε εντελώς -πώς μπορούσε, ξέροντας ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τους φίλους του;-, ακόμα και όταν παρουσιάστηκε ξανά στον ανώτερο αξιωματικό για να αναλάβει και πάλι υπηρεσία.

Πέθαναν, σκεφτόταν συνεχώς. Απαριθμούσε από την μνήμη του τα ονόματα των ανδρών της παλιάς διμοιρίας του. Έπρεπε να είμαι μαζί τους. Φυσικά, ακολουθούσε διαταγές, αλλά και πάλι θα προτιμούσε να ήταν στο Μπραν.

Καθώς ετοιμάζονταν να στρίψουν σε έναν από τους κάθετους δρόμους, ο Ίλις θυμήθηκε τον ταγματάρχη Άσπελ. Τον είχε συμπαθήσει εξ αρχής. Είχαν κάνει μια πολύ ωραία κουβέντα όταν σταμάτησαν για να ξεκουραστούν στο Κάρτσαγκ, κοντά στα σύνορα Ουγγαρίας-Τρανσυλβανίας. Ο ταγματάρχης του είχε φερθεί πολύ καλά, με ευγένεια και δίχως να λαμβάνει υπόψη του τη διαφορά στους βαθμούς ιεραρχίας που έφεραν. Είχαν μιλήσει ακόμα και για προσωπικά θέματα, και για το μέλλον του Ίλις. Δεν είχε ξανακάνει τέτοιες κουβέντες με ανωτέρους του, γιατί οι περισσότεροι εξ αυτών κοιτούσαν αφ υψηλού τους χαμηλόβαθμους και τους στρατεύσιμους. Ο Ίλις θυμόταν πως, όταν άρχισαν να μιλάνε για το αν άξιζε να συνεχίσει να είναι στρατιωτικός ή να γίνει πολίτης, ο ταγματάρχης του είχε πει έμμεσα να μην μείνει στο στρατό. Δύσκολη απόφαση, του είχε πει ο Φάμπιαν. Αν με ρώταγες όταν ήμουν στην ηλικία σου, θα σου έλεγα χωρίς δισταγμό να ενταχθείς μόνιμα στον στρατό. Αλλά τώρα έχω αμφιβολίες. Του είχε δικαιολογήσει την άποψή του, λέγοντας πως είναι επίπονο να είναι μακριά από την οικογένειά του, την σύζυγο και την κόρη του. Επίσης, είχε αναφέρει ότι σε τούτη τη δουλειά, έχεις τεράστιες ευθύνες. Πρέπει να προσέχεις τι λες, τι σκέφτεσαι, τι κάνεις, τα πάντα. Κι αν πάρεις λάθος αποφάσεις, θα πρέπει να πληρώσεις το τίμημα. Και είχε πει και κάτι άλλο ο ταγματάρχης: Ακόμα και αν αποφάσιζα να παραιτηθώ, έπρεπε να συμμετάσχω σε αυτή την τελευταία μου αποστολή. Ο Ίλις ανατρίχιασε. Τότε που του το είχε πει, δε φανταζόταν τι θα συνέβαινε. Τώρα, όμως, ξέροντας ότι το απόσπασμα από τη Βουδαπέστη είχε αποδεκατιστεί και πως ο ίδιος ο ταγματάρχης είχε εξαφανιστεί… Ο Ίλις πραγματικά δεν μπορούσε να διανοηθεί πόσο προφητικά ήταν τα λόγια του ανωτέρου του. Πόσο σωστά είχε υποθέσει ότι αυτή θα ήταν η τελευταία αποστολή του Φάμπιαν Άσπελ. Αν και λεγόταν ανάμεσα στους πολιτοφύλακες ότι δεν είναι σίγουρο τι είχε απογίνει ο ταγματάρχης, ωστόσο όλοι, όταν αναφέρονταν σε αυτόν, υπονοούσαν ότι ήταν νεκρός και πως οι εχθροί είχαν πάρει το πτώμα του, ένας θεός ξέρει γιατί. Κάποιοι έλεγαν ότι, τέτοιοι βάρβαροι που ήταν, αυτοί οι άγνωστοι εχθροί θα πρέπει να πήραν για να δώσουν στα σκυλιά τους το σώμα του άτυχου στρατιωτικού. Ή για να τραφούν οι ίδιοι από αυτόν.

Αυτή η σκέψη ήταν που επανέφερε στον νου του δεκανέα την άλλη εκδοχή του ποιοι ήταν αυτοί οι κακούργοι που λυμαίνονταν τα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν. Ο Ίλις είχε το Μάνλιντσερ περασμένο στον ώμο του, όπως και οι πολιτοφύλακες που προχωρούσαν μπροστά του και συζητούσαν για τις οικογένειές τους, αλλά έσφιξε το δερμάτινο λουρί, για να νιώσει το βάρος του όπλου. Ανέπνεε βαθιά τον παγωμένο αέρα του Μπρασώφ, ενώ έριχνε ματιές στα κτίρια και στις γεμάτες σκιές γωνίες της πόλης. Τα τακούνια των αρβυλών τους χτυπούσαν το δρόμο και ανήγγειλαν την παρουσία τους. Ήξερε ότι υπάρχει υψηλό επίπεδο επιφυλακής από την πολιτοφυλακή και αρκούσε μια ριπή στον αέρα, για να έρθουν ενισχύσεις από άλλους δρόμους, αλλά ανησυχούσε. Φοβόταν. Οι ιστορίες που λέγονταν για το ποιόν των εχθρών είχαν αρχίσει να τον επηρεάζουν. Η μικρή, η Καταλίνα, που την είχαν περισώσει, ανέφερε ότι αιμοβόρα τέρατα είχαν επιτεθεί στους δικούς της. Τι ακριβώς είχε πει; Ότι αυτά τα τέρατα φορούσαν μαύρα, είχαν μαύρα μάτια, δόντια σαν σκύλου και μούγκριζαν σαν ζώα. Δάγκωναν και χτυπούσαν με τα νύχια τους τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τον θείο, την θεία μου. Άρα, ήταν άνθρωποι ή είχαν μορφή ανθρώπου, αλλά είχαν και κάτι από άγριο ζώο. Τι όντα μπορεί να ήταν; Ο Ίλις, όπως και οι περισσότεροι Ούγγροι, ήξερε για την κόμισσα Μπάθορι και για τις απάνθρωπες, αιμοδιψείς ορέξεις της. Ακόμα, γνώριζε και μια άλλη λέξη που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, ειδικά εδώ στο Μπρασώφ. Βρικόλακες. Νεκροί ζωντανοί που διψούν για αίμα. Τέτοια όντα είχε δει η Καταλίνα; Βρικόλακες είχαν επιτεθεί στην οικογένειά της;

Ο Ίλις θα αμφέβαλλε, κυρίως γιατί ήξερε ότι τα μικρά παιδιά έχουν ζωηρή φαντασία, αλλά ο ταγματάρχης δεν είχε απορρίψει όσα είχε πει η μικρή, ούτε την αποπήρε. Αντίθετα, φάνηκε να… να δέχεται όσα τους είχε αποκαλύψει. Ήταν ακραίο, ήταν αδιανόητο ένας αξιωματικός που ήταν κοσμογυρισμένος και με πλήθος γνώσεων να αφήνει ένα μικρό κορίτσι να τον επηρεάζει με τις τρελές απόψεις του… Όμως, αυτό είχε συμβεί. Ο ταγματάρχης είχε συμφωνήσει με την Καταλίνα, με μια τσιγγάνα, γεγονός που ήταν εξίσου πρωτόγνωρο, ένεκα που οι τσιγγάνοι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από τις Αρχές της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.
Οπότε… υπήρχαν βρικόλακες στο Μπραν; Αυτό ήταν;

Ο Ίλις δεν ήξερε τι να σκεφτεί πια. Σαν παιδί, είχε ακούσει παρόμοιες ιστορίες φρίκης από τους δικούς του, κυρίως όταν ο ίδιος και οι αδερφές του δεν κοιμούνταν αμέσως, αλλά, μεγαλώνοντας, και από τότε που άρχισε η θητεία του, τα άφησε πίσω όλα αυτά. Νόμιζε ότι η ζωή του θα περιλάμβανε μονάχα αγγαρείες, σκούπισμα, καθαριότητες, σκληρά κρεβάτια, ασκήσεις μάχης, αστεία για ανόητους άντρες και γυναίκες που έψαχναν ερωτικές περιπέτειες… Ποτέ του δεν είχε φανταστεί ότι θα έφτανε να περιπολεί σε μια κρύα πόλη, περιμένοντας να του επιτεθεί από καμιά γωνία ένα τέρας που έψαχνε για αίμα.

Δεν θα το παραδεχόταν εύκολα, όμως αυτή η εκδοχή ήταν που είχε απομυζήσει από μέσα του το θάρρος να επιμείνει να πάει στο Μπραν. Θα μπορούσε να πιέσει τον Ζαλάν να του επιτρέψει να φύγει από το Μπρασώφ ή, αν δεν τον έπειθε, θα μπορούσε ο ίδιος να το σκάσει και να πάει να πολεμήσει. Μπορεί να τον έπιαναν στο Πουάνα Μπρασώφ, αλλά μπορεί και όχι. Και πάλι, θα μπορούσε να είχε προσπαθήσει. Όμως, ήταν δειλός, αυτό ήταν. Το μυαλό του γέμιζε με εικόνες φοβερών όντων που είχε παρατήσει από τα μικράτα του.
«Μια γύρα ακόμα και επιστρέφουμε» είπε ένας από τους πολιτοφύλακες μπροστά του.
Ο Ίλις συμφώνησε χαμηλόφωνα. Ήταν κουρασμένος και ο φόβος μείωνε κι άλλο τις δυνάμεις του. Ήθελε να πάει στην κουκέτα του, να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Το πρωί θα ζητούσε άδεια να πάει για λίγο στο ορφανοτροφείο θηλέων, που είχαν μεταφέρει την Καταλίνα.

*

2 προ μεσημβρίας
22 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Βιέννη, Αυστρία
Το τρένο έκανε μια σύντομη στάση σφυρίζοντας, όπου άνθρωποι κατέβηκαν και άλλοι ανέβηκαν. Δεν υπήρχε πολύς κόσμος στον καταφώτιστο σταθμό που ακόμα τον έχτιζαν, κυρίως μεσήλικες και δυο τρεις οικογένειες με μικρά παιδιά. Οι ένστολοι που τον περισσότερο καιρό έτρεχαν και δεν έφταναν τέτοια ώρα δεν είχαν πολλή δουλειά, οπότε ελάχιστα παρενέβησαν. Ως συνήθως, μέχρι να ξεκινήσει ξανά, ακούγονταν φωνές και λόγια απορίας και αναστεναγμοί, ενώ οι ελεγκτές είχαν βγει και πάλι παγανιά.
Όπως σε όσες στάσεις είχαν κάνει ως τώρα, όλοι οι επιβάτες, μηδενός εξαιρουμένου, στέκονταν για λίγες στιγμές και παρατηρούσαν την γυναίκα που καθόταν σε ένα από τα καθίσματα, πλαισιωμένη από πέντε άντρες. Την κοιτούσαν επίμονα, κάποιοι άντρες έγλειφαν ακόμα και τα χείλη τους. Κάποιες γυναίκες (παρότι κι αυτές επηρεάζονταν) είχαν παρεξηγηθεί με τους συζύγους τους, οι οποίοι δεν ήξεραν πώς να δικαιολογηθούν. Μόνο τα πολύ μικρά παιδιά απέστρεφαν το βλέμμα σχεδόν αμέσως. Δημιουργούνταν συχνά συνωστισμός, λόγω του ότι κάποιος σταματούσε και εμπόδιζε την κυκλοφορία, παίρνοντας στο λαιμό του και άλλους που, σε άλλες συνθήκες, μπορεί να περνούσαν χωρίς να κοιτάξουν την γυναίκα. Μέχρι και οι ελεγκτές, που την είχαν δει ξανά και ξανά, στέκονταν να τη θαυμάσουν, και έπρεπε να ακουστούν εξαγριωμένες φωνές απέξω, για να σπάσει το ξόρκι και να συνεχιστεί η κίνηση εντός και εκτός του τρένου.

Η παρέα των Ολλανδών και των Αυστριακών κάθονταν δίχως να μιλάνε όσο γινόταν η αποβίβαση και η επιβίβαση. Είχαν πιάσει τα καθίσματα και στις δύο πλευρές του τραπεζιού. Από τη μία, κάθονταν ο Βολφ, ο Ράινχελ και ο Χενκ Χόπε, ενώ στην άλλη μεριά είχαν στριμωχτεί ο Μαρτίν, ο Γιούρις Μπόντεμαν και η Φρίντα. Οι δύο φίλοι του Μαρτίν ήταν αυτοί που κάθονταν δίπλα στο παράθυρο. Οι άντρες πλην του Μαρτίν κάπνιζαν, ενώ όλοι έπιναν καφέ ή κρασί και είχαν βγάλει τα πανωφόρια τους, αλλά η Φρίντα παρέμενε ντυμένη με όλα τα ρούχα που της είχε δώσει ο Μπόντεμαν, με εξαίρεση το καπέλο που το είχε ακουμπήσει στα πόδια της. Ήδη τραβούσε την προσοχή οποιουδήποτε ατόμου έμπαινε στο βαγόνι τους ή όσων ταξίδευαν σε αυτό, δε χρειαζόταν να αποκαλύψει περισσότερα, και μετά να μην ξεκολλάνε καθόλου. Οι άλλοι της παρέας ήταν είτε αμήχανοι, είτε εκνευρισμένοι με αυτό το γεγονός, αλλά ο Μπόντεμαν όχι. Στην αρχή, το διασκέδαζε, χαμογελούσε και έκλεινε το μάτι στους άντρες και τις γυναίκες που κάρφωναν το βλέμμα τους στην εξωτική Φρίντα, μη ξέροντας τι το ξεχωριστό είχε (πέραν της φανταστικής ομορφιάς της, δηλαδή). Επίσης, έδειχνε στους άλλους, που προσπαθούσαν να συζητήσουν σοβαρά, ποιος ή ποια κόρταρε τη Φρίντα. Ο Μαρτίν και ο Χόπε χρειάστηκε να τον μαλώσουν, για να ηρεμήσει (Σαν παιδί κάνεις, ρε Γιούρις, του είχε πει ο Χόπε. Άστο πια, το καταλάβαμε, η Σουκούμπους που έχουμε μαζί μας τους αναστατώνει όλους). Εκείνος αναστέναξε και παράστησε ότι είχε χάσει το ενδιαφέρον του (Καλά, έτσι κι αλλιώς καταντάει βαρετό), αλλά δεν έπεισε κανέναν. Όμως, ικανοποιήθηκαν, επειδή ο Μπόντεμαν σταμάτησε να μιλάει προς όλους τους και άρχισε πάλι να ασχολείται με τη Φρίντα, η οποία έμενε απαθής για όλους τους άλλους, εκτός από τον υπερβολικά λεπτοκαμωμένο Ολλανδό.

Ο Βολφ και ο Ράινχελ, που είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που βρέθηκαν στην πόλη, σχολίασαν πόσο τους έλειπε. Είχαν εκπαιδευτεί και μεγαλώσει στη Βιέννη. Οι γονείς και οι λοιποί συγγενείς τους ζούσαν εδώ, αλλά οι ίδιοι, λόγω της δουλειάς που έκαναν, δεν μπορούσαν να τους επισκέπτονται.

«Δεν σας αρέσει η Βουδαπέστη;» ρώτησε ο Χόπε, αλλά χαμηλόφωνα. Μετά από δυόμιση ώρες που τον είχαν να μπλέκεται στην συζήτηση και να μην τους επιτρέπει να γνωριστούν και να μιλήσουν για την αποστολή τους, επιτέλους ο Μπόντεμαν είχε γείρει στον ώμο της Φρίντα και κοιμόταν. Αλλά, όντας αιώνιος απρόσεκτος Γιούρις, είχε ξεχάσει το τσιγάρο στο στόμα του και χρειάστηκε να του το πάρει ο Μαρτίν. Όμως, τον είχε προλάβει η Φρίντα, η οποία έβγαλε το τσιγάρο από τα χείλη του Μπόντεμαν με προσοχή και το άφησε στο σταχτοδοχείο που μοιράζονταν. Κι έπειτα, ανακάτεψε τα ξανθά μαλλιά του και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού του, προτού γείρει και η ίδια το κεφάλι της προς το δικό του και ο θύσανος των μαύρων μαλλιών της σκεπάσει τον αγαπημένο της. Στα αλήθεια, είναι ερωτευμένοι, είχε πει ο Βολφ. Ναι. Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι, είχε συμφωνήσει ο Μαρτίν, που αντάλλαξε μια ματιά με τον Χόπε, καθότι ήξεραν τι άτομο ήταν ο Μπόντεμαν –οπότε και δε φαντάζονταν ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τόσο όμορφη συντροφική σχέση. Αλλά να που είχαν διαψευστεί, και χαίρονταν για αυτό. Τον αγαπούσαν τον άτιμο, τον πορτιέρη Μπόντεμαν.
«Την έχουμε συνηθίσει» απάντησε ο Ράινχελ. «Καλά είναι και στη Βουδαπέστη. Αλλά θα προτιμούσαμε να δουλεύουμε στη Βιέννη. Βέβαια, στα κεντρικά η δουλειά είναι περισσότερη και όσο πιο κοντά στον ταξίαρχο διοικητή μας τόσο πιο προσεκτικός πρέπει να είσαι, αλλά είσαι σε γνώριμα εδάφη, με ανθρώπους που μιλάτε την ίδια γλώσσα, με συναδέλφους που εκπαιδευτήκατε μαζί…»
«Ή απλά μας έχει πιάσει νοσταλγία» είπε ο Βολφ και χαμογέλασε. «Όπως και να έχει, και εμείς και ο Φάμπιαν θα προτιμούσαμε να μείνουμε για λιγότερο στη Βουδαπέστη, όπου αλλού μας μετέθεταν, και να γυρίζαμε στη Βιέννη ή σε κάποια άλλη πόλη της Αυστρίας όπου έχει στρατιωτική βάση».
«Δεν θα πρέπει να υπάρχει γραφείο σαν αυτό που δουλεύετε; Δηλαδή, ξέρετε…» Ο Χόπε κοίταξε γύρω του, για να σιγουρευτεί ότι δεν τους άκουγαν.
«Θεωρητικά, ναι, αλλά στο στρατό γίνονται αποσπάσεις συνέχεια. Ειδικά άμα δεν υπάρχει μεγάλος αριθμός έμψυχου δυναμικού. Για αυτό και μας έφεραν στο… συγκεκριμένο γραφείο. Γιατί υπήρχαν περικοπές και δεν ήταν αρκετοί όσοι υπηρετούσαν σε αυτό, οπότε πήραν από άλλες μονάδες».
«Κάτι τέτοιο είχα δει και όταν ήμουν στο ναυτικό» είπε ο Μαρτίν. Κι αυτός τραβούσε μερικά βλέμματα πάνω του, γιατί σχεδόν το μισό του σώμα ήταν τόσο πιο ογκώδης από όλους τους άλλους, ώστε το μισό του σώμα ήταν έξω από το κατά τα άλλα μακρύ κάθισμα που μοιραζόταν με τον σχεδόν καχεκτικό Μπόντεμαν και τη Φρίντα. «Είχαμε κάνει πολλές ασκήσεις όπου στρατιώτες άλλων Σωμάτων είχαν ενταχθεί σε εμάς, είχαν γίνει ναύτες. Και το αντίθετο είχε γίνει, δηλαδή είχαμε λειτουργήσει και εμείς ως πεζικάριοι. Για λίγο, φυσικά, και επειδή οι ανώτεροι ήθελαν να είμαστε όλοι έτοιμοι για κάθε περίσταση».

Καθώς το τρένο έφευγε από τη Βιέννη, συνέχισαν να μιλάνε για στρατιωτικά θέματα, μέχρι που η κουβέντα έφτασε πάλι στο προκείμενο, στο Μπραν. Παρότι οι άλλοι συνταξιδιώτες δεν τους έδιναν σημασία (γιατί κοιμούνταν ή ασχολούνταν με τους δικούς τους), αυτοί μαζεύτηκαν πιο κοντά ο ένας στον άλλο, για να μη χρειαστεί να υψώσουν τη φωνή τους. Άλλωστε, η επίδραση της Φρίντα δεν είχε ξεπεραστεί, και ενίοτε όλο και κάποιος της έριχνε μια επίμονη ματιά.

Μετά τις συστάσεις και λίγες λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή του καθενός -κάτι που θεωρήθηκε χρήσιμο, για να γνωριστούν καλύτερα, αλλά που οι Αυστριακοί μετάνιωσαν όταν έμαθαν ότι μαζί τους ταξίδευε και ένας θηλυκός δαίμονας-, είχαν ήδη πει όσα γνώριζαν, βέβαια, και όσα υπέθεταν για ό,τι συνέβαινε εκεί. Οι δύο από τους τρεις Ολλανδούς είχαν ακούσει με προσοχή όσα είπαν ο Βολφ και ο Ράινχελ, αλλά ο Μπόντεμαν, με το που άκουσε τι είχε γράψει στο τηλεγράφημα ο Φάμπιαν (για την ανάμειξη των Βλάχων στην υπόθεση του Μπραν), γέλασε και είπε «Μα καλά, το έχαψαν οι δικοί σας; Και εσείς;» Όταν είδε το θυμωμένο ύφος του Μαρτίν και του Χόπε και ότι οι Αυστριακοί δεν του απαντούσαν, παρά έσκυψαν το κεφάλι, σοβάρεψε και ψιθύρισε «Που να με πάρει… Όντως το χάψατε».

Ο Χόπε του είπε «Γιούρις, δε χωρούν αστεία εδώ. Έχουν πεθάνει άνθρωποι. Αγνοείται ένας φίλος του Μαρτίν και των δύο κυρίων, ο οποίος έχει γυναίκα και παιδί. Ή που θα το πάρεις στα σοβαρά ή κάτσε ήσυχος, εντάξει;»
«Καλά, καλά, μη βαράς, ρε Χόπε» σήκωσε τα χέρια ο Μπόντεμαν και γύρισε προς τη Φρίντα. Κάτι της ψιθύρισε και εκείνη χαμογέλασε. Κανείς δεν τον ρώτησε τι είχε σκαρφιστεί.

Ο Βολφ, που λόγω της αγωνίας του για την οικογένειά του ήταν ο λιγότερο ομιλητικός, θεώρησε πως έπρεπε να εξηγήσει τι είχε σκεφτεί ο ταγματάρχης: «Ο πιο βασικός λόγος για τον οποίο ο Φάμπιαν ανέφερε την πρεσβεία των Βλάχων είναι για να αποπροσανατολίσει τους άλλους. Και γιατί ποιος από εμάς, τους στρατιωτικούς, θα πίστευε ότι…» Εδώ σταμάτησε και αναστέναξε. Η κούρασή του ήταν φανερή. Αλλά εξίσου φανερή ήταν και η προσπάθεια να δεχτεί την αλήθεια. «Ποιος θα πίστευε πως έχουμε να κάνουμε με βρικόλακες; Κανείς. Και δεν θα δίναμε μεγάλη σημασία σε όσα είχε να πει. Και ήδη δεν είχε δοθεί η πρέπουσα σημασία. Οπότε προτίμησε να πει ψέματα, ψέματα που θα πιστεύαμε και που θα μας κινητοποιούσαν».
«Επίσης» συνέχισε ο Ράινχελ «υπάρχει έχθρα με κάποιους από αυτούς που εργάζονται στο προξενείο». Τους είπε εν συντομία για τον Τζούρτζου και τους μπράβους του. «Υποθέτω ότι θα ήθελε να τους ταρακουνήσει, να τους ταρακουνήσουν οι Αρχές της Αυστροουγγαρίας. Ίσως να έβγαινε κάτι από όλο αυτό. Μπορεί να συλλαμβανόταν ο Τζούρτζου ή να τον έδιωχναν ή κάτι τέτοιο».
«Αντ’ αυτού» πετάχτηκε με αγανάκτηση ο Βολφ «αυτός θα είναι εκεί και θα απειλεί τις οικογένειές μας, ενώ εμείς…»

Ο Ράινχελ τον σταμάτησε, ακουμπώντας τον ώμο του. «Θα πας και θα βοηθήσεις ώστε να είναι ασφαλείς, εντάξει; Μπορεί οι Βλάχοι να έχουν παρατήσει τις προσπάθειές τους. Τους τη φέραμε για τα καλά, θυμάσαι;»
«Ρε τους καριόληδες» ακούστηκε ο Μπόντεμαν. Είχε ανασηκωθεί και κουνούσε τα χέρια του, με το τσιγάρο να καίει ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, παρακινδυνεύοντας να βάλει φωτιά στη Φρίντα. «Ρε άμα τους πιάσω, θα τους κάνω τη μούρη σαν να τους έχεσε γουρούνι. Δεν θα τους μείνει ούτε βλεφαρίδα για να θάψουν οι άλλοι πρόξενοι. Κάτι τέτοιους μαλάκες τους ξεπετάω…» Σηκώθηκε από την θέση του τόσο απότομα, που κατάφερε να ενοχλήσει ακόμα και τον Μαρτίν. Ο Μπόντεμαν σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του, εμφανίζοντας χέρια σαν κλαριά. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα και είπε «Πάμε τώρα, να τους βρούμε. Τώρα, τώρα, δεν ακούω κουβέντα».
«Γιούρις» του είπε ο Χόπε, χαμογελώντας με συγκατάβαση. «Μήπως ξεχνάς κάτι;»
«Τι να ξεχνάω; Τίποτα δεν ξεχνάω εγώ. Ακούς εκεί, τους βρομοβλάχους, να κυνηγάνε γυναικόπαιδα. Τι, θα κυνηγούσαν τη Φρίντα μου και κάνα από τα παιδιά μου -όχι αυτά που προέρχονται από εμένα, αλλά τα χαίρονται άλλοι, αυτά τα έχουν αναλάβει εκείνοι οι μαλάκες- και… τι έλεγα;» Έξυσε το κεφάλι του και μόρφασε από την προσπάθεια να θυμηθεί. «Α, ναι. Θα κυνηγούσαν αυτοί οι Βλάχοι την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, και εγώ δεν θα τους έστελνα στην Κόλαση; Άσε, ρε Χόπε. Λοιπόν» κοίταξε τον Βολφ «θα πάμε μαζί και θα τους συγυρίσουμε. Βρες τους μου και δεν θα τους σώσει κανένας από εμένα». Έδειξε το σάκο του. «Έλα να δεις τι τους περιμένει…»
«Γιούρις!» είπε ο Μαρτίν και τον έπιασε από τον ώμο. Τον έσπρωξε προς τα κάτω και τον κάθισε δίπλα του. «Πάμε στο Μπραν, Γιούρις. Στο Μπραν της Τρανσυλβανίας. Θυμάσαι γιατί;»

Ο Μπόντεμαν είχε χρειαστεί μερικές στιγμές, κατά τις οποίες κοιτούσε μόνο τον Μαρτίν. Έμοιαζε με μαθητή που δεν έχει διαβάσει. «Εμ…» άρχισε να λέει. «Γιατί… γιατί…» Έκανε να γυρίσει προς τη Φρίντα, για να τη ρωτήσει, αλλά ο Μαρτίν τον σταμάτησε. «Γιατί εκεί υπάρχουν βρικ…»
«Βρικόλακες! Ναι, θυμήθηκα!» φώναξε ο Γιούρις.
Όπως ήταν επόμενο, κόσμος ενοχλήθηκε και κοίταξε προς το μέρος τους.
«Αμάν, ρε Γιούρις. Αμάν» έκανε ο Χόπε. Και μετά, είπε στον Μαρτίν «Εγώ σου είπα να τον φιμώσουμε. Δεν είχα άδικο».
«Εμένα να φιμώσετε!» αναφώνησε ο Μπόντεμαν. «Εμένα που θέλω να βοηθήσω…»
«Αρκετά. Κανείς δεν θα φιμώσει κανέναν». Ο Μαρτίν ζήτησε από τον Γιούρις να ηρεμήσει και έτσι μπόρεσαν να προχωρήσουν την κουβέντα τους.

Στη συνέχεια της συζήτησης, οι κατάσκοποι είχαν κάνει μια αναδρομή σε όσα βρήκαν στην αρχή της έρευνας: πληροφορίες για την περιοχή της Τρανσυλβανίας, για ανθρώπους που χάνονται κατά καιρούς και που δε βρίσκονται ξανά ή, αν βρεθούν, είναι νεκροί κλπ. Ανέφεραν για την επιστολή του λοχαγού των Ούγγρων μισθοφόρων που είχε γραφτεί το 1604 και μιλούσε για μια “δαιμόνισσα που ζει στο κάστρο πάνω από το χωριό Μπραν και αρρωσταίνει τους άντρες που έχω υπό τις διαταγές μου. Γίνονται χλωμοί και ιδρώνουν ασύστολα και δείχνουν επιθετικές τάσεις προς τους υπόλοιπους. Αναγκαστήκαμε να σκοτώσουμε δύο και, όπως το βλέπω, κύριε, θα πρέπει να σκοτώσουμε κι άλλους. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει, αλλά την έχω δει επί το έργον, κύριε. Είναι όμορφη, πλανεύτρα. Παραλίγο να πέσω και εγώ θύμα της, αλλά την αντιμετώπισα. Όμως, δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόσο θα κρατήσουμε ακόμα”. Ο Μαρτίν και ο Χόπε κατένευαν, αν και δεν είχαν ακούσει ξανά τις συγκεκριμένες φήμες. Εκεί αναφέρθηκε ξανά ο Τζούρτζου και το ότι ο Φάμπιαν τον υποψιαζόταν και πως υπήρχε μεγάλη έχθρα ανάμεσά τους –με αποκορύφωμα του μίσους του Φάμπιαν προς αυτόν τα όσα έκανε ο Τζούρτζου σε μικρά αγόρια. Αλλά τόνισαν και πως ο ανώτερός τους και φίλος τους είχε κάνει έρευνες και για άλλους συναδέλφους τους που είχαν παρανομήσει. Αυτά δεν ενδιέφεραν πολύ τους Ολλανδούς, αν και ο Μαρτίν τα συγκρατούσε στο μυαλό του. Για αργότερα, συλλογιζόταν. Όταν ξεμπερδέψουμε με το Μπραν.

Καθώς οι τέσσερις άντρες μιλούσαν -ο Γιούρις είχε αποσυρθεί στην αγκαλιά της Φρίντα- και έφταναν στις τελευταίες εξελίξεις, ο Μαρτίν και ο Χόπε καταλάβαιναν ότι το έργο τους μπορεί να γινόταν ακόμα πιο δύσκολο εξαιτίας του στρατού που είχε φτάσει στο Μπραν. Οι στρατιωτικοί είχαν προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσουν εχθρούς που μπορεί να ήταν φονιάδες και να επιτίθονταν ύπουλα, όμως για τους Ούγγρους (και τους Αυστριακούς, κατ’ επέκταση) ήταν άνθρωποι. Ενώ δεν ήταν. Ήταν τέρατα, βρικόλακες. Ήταν όντα πολύ πιο ισχυρά, πολύ χειρότερα από ό,τι θα ήθελαν ή από ό,τι φαντάζονταν. Θα έπρεπε να αλλάξουν γνώμη περί αυτού, πριν να είναι αργά. Αντί για τον ίδιο, ανέλαβε ο Χόπε να το πει στους άλλους.
«Απίθανο, μην πω αδύνατο» σχολίασε ο Ράινχελ, κουνώντας το κεφάλι. Έπιασε το φλιτζάνι με όσο καφέ είχε απομείνει και το άδειασε. «Υπάρχει πολύ μεγάλη ένταση, πολύς φόβος, πολύ μίσος. Πολλή πίεση να λυθεί το πρόβλημα άμεσα. Το τελευταίο που θα θέλουν να ακούσουν είναι περί βρικολάκων».
«Είμαι βέβαιος» είπε ο Μαρτίν «πως ανάμεσα στους στρατιώτες θα υπάρχουν κάποιοι που έχουν μεγαλώσει με τέτοιες ιστορίες. Από λαογραφικής απόψεως, η Ουγγαρία, όπως όλες οι χώρες, έχει τους μύθους της. Τους αγγέλους και τους δαίμονές της. Από τους τελευταίους, έχουμε τους γνόμους, διάφορα άλλα στοιχειά, τον Ουρντούγκ… Τον Κράμπους, που είναι κοινός και σε άλλες χώρες. Αλλά ένεκα και της περίπτωσης με την οποία ασχολούμαστε, από την Ουγγαρία ήταν η αιμοδιψής κόμισσα Μπάθορι. Η οποία ήταν υπαρκτό πρόσωπο μεν, με ένα πολύ ταραγμένο μυαλό και με συνήθειες που ο Φούνκε -ο πολύ αγαπημένος μου τρελογιατρός- θα ήθελε να εξετάσει ενδελεχώς, αλλά η κόμισσα δεν ήταν βρικόλακας και πέθανε όπως πεθαίνει κάθε άνθρωπος -ξέρετε, σταματάει η καρδιά, οι πνεύμονες, ο εγκέφαλος κλπ. Δεν είχε κάτι το υπερφυσικό, αν και στην συνείδηση του κόσμου της Ουγγαρίας -ή έστω όσων ζούσαν και ζουν στα μέρη που μεγάλωσε και έζησε- θεωρείται μάγισσα, δαίμονας, βρικόλακας…» Ο Μαρτίν ήπιε λίγο από το κρασί του. «Οπότε θεωρώ ότι μπορούμε να βασιστούμε σε κάποιους από τους στρατιωτικούς, ότι μπορεί να μας πιστέψουν».
«Συγνώμη» είπε ο Βολφ, που έμοιαζε πολύ μπερδεμένος, «έχεις σκοπό να τους πεις ότι θα κυνηγήσετε βρικόλακες;»
«Είναι μία σκέψη που κάνω, ναι. Θεωρώ ότι πρέπει να ξέρουν την αλήθεια, ακόμα και αν δεν την πιστέψουν».
«Στο λέω από τώρα, Μαρτίν, μην τους το πεις. Θα σε στείλουν μακριά από το Μπραν ή μπορεί και να σε συλλάβουν. Ή χειρότερα. Όλη η προσπάθεια να σε βρούμε, ό,τι ήθελε ο Φάμπιαν, θα πάει στράφι. Μην πεις, μην πει κανείς σας, τι υποψιάζεστε πραγματικά».
«Τι ξέρουμε, όχι τι υποψιαζόμαστε» τον διόρθωσε ο Μαρτίν. «Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι έχουμε να κάνουμε με βρικόλακες. Όσα μου έχετε πει ως τώρα και η οδηγία του Φάμπιαν να με βρείτε -κάτι που δεν θα το έκανε σε μια άλλη, συνηθισμένη περίπτωση- με πείθει ότι σε εκείνο το δύσμοιρο χωριό υπάρχουν βρικόλακες. Και» σταμάτησε τον Ράινχελ που πήγε να μιλήσει «δεν θεωρώ ότι πρέπει να κρατήσουμε κι άλλο κρυφό ό,τι συμβαίνει εκεί πέρα. Γιατί οι στρατιώτες θα περιμένουν να αντιμετωπίσουν ανθρώπους που σκοτώνονται εύκολα, με σφαίρες ή από αρρώστιες, ενώ στην πραγματικότητα έχουν να τα βάλουν με πολύ χειρότερους εχθρούς».
«Επιπλέον» είπε ο Χόπε, σε πολύ πιο ήπιο τόνο, «σκεφτείτε και ότι, αν αυτοί οι στρατιώτες δεν ξέρουν τι να περιμένουν, θα “καταδικαστούν” πριν καν πάνε στην μάχη. Θα νομίζουν ότι μια σφαίρα στο κεφάλι ή στο στήθος είναι αρκετή για να σκοτώσουν τους άλλους. Τι θα κάνουν όταν τους δουν να σηκώνονται σαν να μην έχουν τραυματιστεί καθόλου; Θα απορήσουν, θα φοβηθούν. Θα μείνουν στήλες άλατος και θα πεθάνουν από το φόβο τους».
«Όλα αυτά» είπε ο Βολφ «είναι σωστά. Όμως, ο στρατός δεν λειτουργεί έτσι. Στο στρατό υπακούς εντολές ανωτέρων. Υποχρεωτικά. Το ξέρετε ότι έχω δίκιο, έχετε υπηρετήσει κι εσείς. Αν οι ανώτεροι δεν πειστούν, οι κατώτεροι θα ακολουθήσουν ό,τι τους πουν. Δεν γίνεται αλλιώς, έτσι λειτουργούμε, για να μη διασπαστεί η συνοχή και για να μην γίνονται αυθαιρεσίες κλπ –άσχετα που ενίοτε γίνονται. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, όλοι έχουν υπ’ όψιν τους ότι ο εχθρός είναι μια στρατιωτική μονάδα άλλης χώρας. Ή κάποιοι βάρβαροι. Και με αυτό το σκεπτικό θα πορευτούν οι ανώτεροι -ήδη το κάνουν-, και θα διατάξουν τους κατώτερούς τους να ακολουθήσουν αυτό το σκεπτικό. Σίγουρα, δεν θα δεχθούν να σκεφτούν ότι θα πρέπει να κυνηγήσουν βρικόλακες. Εντάξει; Μπορούμε όλοι να το καταλάβουμε αυτό; Παρακαλώ; Για να μη χάνουμε άλλο χρόνο;»
Οι άλλοι δεν είχαν μιλήσει για λίγο. Είχαν αφήσει τον λοχαγό να ξεσπάσει. Τον είδαν να είναι έτοιμος να κλάψει, η φωνή του έβγαινε βραχνιασμένη και αναγκαζόταν να αναζωογονεί τον λαιμό του με τον καφέ του. Όταν τελείωσε τον λόγο του, ο Βολφ κάθισε πιο αναπαυτικά και κοίταξε προς το παράθυρο, το σκοτεινό τοπίο που διέσχιζε το τρένο.
«Και συγνώμη που πάω εκεί την κουβέντα» συνέχισε ο Βολφ «αλλά εσύ, Μαρτίν, δεν είπες ψέματα για εκείνους τους τύπους που σκοτώσατε; Εκείνους με τους μωβ μανδύες; Είπες ότι τους σκότωσες εσύ, για να μην πιάσουν και τον Χενκ και τον Γιούρις. Τώρα θες να πεις την αλήθεια για το Μπραν;»
«Είναι διαφορετικές περιπτώσεις, Θίοντορ» απάντησε ο Μαρτίν. «Αν έλεγα την αλήθεια τότε, οι συνέπειες δεν θα ήταν τόσο μεγάλες, όσο αν την αποκαλύψουμε τώρα. Στο Μπραν, κινδυνεύουν πάρα πολλές ζωές και θα κινδυνεύσουν ακόμα περισσότερες, αυτές των στρατιωτών που θα μας ακολουθήσουν. Δεν θέλω να ρισκάρω να πάθουν κάτι, χωρίς να ξέρουν τι θα αντιμετωπίσουν».
«Μα δεν θα ξέρουν, όχι πραγματικά. Δεν θα πιστέψουν ό,τι τους πείτε, ακόμα κι αν ισχύει».
«Εντάξει. Εντάξει. Όταν φτάσουμε, θα δούμε πώς θα το διαχειριστούμε». Ο Μαρτίν κράτησε μια σημείωση στο μυαλό του, να δουν τι θα κάνουν για αυτό το θέμα, και στράφηκε προς την σύντροφο του Γιούρις. «Φρίντα, μίλα μας, σε παρακαλώ, για την Κόμισσα που ξεκίνησε αυτό το Κακό. Ροντίκα Ντραγκίτσι, την αποκάλεσες, σωστά; Έχει συγγένεια με τον Βλαντ τον Παλουκωτή, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, έτσι είναι» απάντησε η Φρίντα. «Έχουν το ίδιο αίμα. Αλλά αυτός δεν ήταν βαμπίρ, όπως έγινε εκείνη. Αυτός έζησε και πέθανε σαν άνθρωπος. Η Ροντίκα, όμως, άλλαξε, έγινε ένα τέρας, γιατί της πήραν τον αγαπημένο της. Πρώτα, τους κατέδωσε ένας από τους κατοίκους του Μπραν και μετά ο άντρας της διέταξε να σκοτώσουν τον Ίλιε Στάνκου, γιατί ήταν ένας ταπεινός στρατιώτης και τόλμησε να “ατιμάσει” μια κόμισσα. Αλλά εκείνη τον αγαπούσε, όπως την αγαπούσε και εκείνος. Η Ροντίκα δεν άντεξε που τον βασάνισαν μπροστά στα μάτια της και που πέθανε. Ήθελε εκδίκηση, αλλά ως άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να τα καταφέρει». Πριν μιλήσει κανείς άλλος, εκείνη συνέχισε «Τον παλούκωσαν σε ένα μακρύ ακόντιο. Φαινόταν από τα παράθυρα του κάστρου. Σπαρταρούσε για ώρες. Μάτωνε. Πονούσε. Υπέφερε. Άργησε να πεθάνει. Οι φωνές του ακούγονταν σε όλο το Μπραν. Οι δικές του και οι δικές της».

Οι Αυστριακοί, ο Χόπε και ο Μαρτίν δεν μίλησαν. Ήταν φρικτή η μοίρα που είχε βρει αυτόν τον Στάνκου. Αλλά αντιλήφθηκαν πως η Φρίντα μάλλον ευχαριστιόταν που τους περιέγραφε τι είχε πάθει ο καημένος ο στρατιώτης. Δεν τους άρεσε αυτό, όμως ενδόμυχα καταλάβαιναν: η Φρίντα ήταν δαίμονας. Προφανώς και θα την ικανοποιούσαν τέτοια απάνθρωπα μαρτύρια.
«Ωχ, και γι’ αυτό βρικολάκιασε η τύπισσα;» ρώτησε ο Μπόντεμαν με απογοήτευση. «Επειδή την πρόδωσαν και γιατί σκότωσαν αυτόν που αγαπούσε; Γαμώτο… Τώρα δεν θέλω να τη σκοτώσω και τόσο πολύ».
«Γιούρις» είπε ο Χόπε.
«Ναι, Χενκ, ξέρω, αλλά…»
«Γιούρις».
«Καλά, καλά, Μαρτίν. Ναι, θυμάμαι. Βρικόλακες. Στο Μπραν. Πέθανε κόσμος. Αγνοείται ο Άσπελ. Ναι. Η Κόμισσα φταίει. Εντάξει». Γύρισε προς τη Φρίντα και τη φίλησε στο πλάι του λαιμού της. Της ψιθύρισε «Εγώ δεν θα αφήσω κανέναν να σε βασανίσει ή να σε σκοτώσει, αγαπητή μου. Έτσι και τολμήσει κάποιος να τα βάλει μαζί σου, θα τον περιλάβω με το κατάνα. Ούτε ο σκύλος του δεν θα τον αναγνωρίζει. Μη σου πω ότι θα τον φάει κιόλας, έτσι κομμένος σε φέτες που θα είναι».
Η Φρίντα του χαμογέλασε και τον φίλησε και εκείνη.

«Οπότε» είπε ο Μαρτίν «αυτή η Κόμισσα ζει στο κάστρο. Θα το έχει γεμίσει με βρικόλακες, αθώους που έτυχε να βρεθούν στο διάβα της, και με χωρικούς από το Μπραν».
«Όχι ακριβώς» απάντησε η Σουκούμπους. «Η Ροντίκα έχει φύγει από το κάστρο. Κάποιος ανόητος συγγραφέας από την Αγγλία την ερωτεύτηκε και την πήρε μαζί του, πριν από δέκα χρόνια. Εκείνη άφησε πίσω της άλλους βρικόλακες. Αυτοί κάνουν επιθέσεις στο Μπραν και σε αθώους».
Οι άλλοι είχαν παγώσει με το που άκουσαν ότι η Κόμισσα είχε φύγει εκτός Τρανσυλβανίας. Ο Βολφ και ο Ράινχελ, όπως και όταν είχαν μάθει το ποιόν της Φρίντα, αντάλλαξαν μια τρομοκρατημένη ματιά.
«Θυμάμαι ότι κάτι είχα διαβάσει σε μια αγγλική εφημερίδα» είπε ο Μαρτίν και αναθεμάτισε. «Ποια ήταν… Η Essex Gazette πρέπει να ήταν, ναι. Καμιά φορά, κάποιος επισκέπτης που έρχεται στο άσυλο φέρνει εφημερίδα ή περιοδικό από τη χώρα του. Θυμάμαι που έγραφε για κάποια παιδιά που έχουν χαθεί. Δύο ή τρία ήταν». Αλλά δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να έχει ανακατευτεί κάποιο τέρας. Τον νευρίαζε κυρίως που ήξερε ότι σε εκείνη την περιοχή, το Μπόρλεϊ, υπήρχε ένα πρεσβυτέριο που είχε κακή φήμη. Πώς μου διέφυγε, γαμώτο; Ο Μαρτίν, αναπόφευκτα, θυμήθηκε και που πριν επτά χρόνια, μαζί με τον Χόπε και τον Μπόντεμαν είχαν πάει στο Πουάνα Μπρασώφ για να ερευνήσουν την περίπτωση της «εμφάνισης» του δράκου Μπαλαούρ. Αντί να πάνε και στο Μπραν, εκείνοι οι τρεις δεν είχαν φτάσει ως το Πουάνα Μπρασώφ, με αποτέλεσμα να μη βρουν το κάστρο και τα τέρατα που έκρυβε.
«Να πάρει» είπε ο Χόπε «άρα, θα πρέπει να πάμε και στην Αγγλία; Και… ποιος ξέρει πόσους άλλους έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια… Ω Θεέ μου!»
«Φρίντα» ρώτησε ο Μαρτίν «ξέρεις αν έχει μετατρέψει άλλους ανθρώπους σε βρικόλακες;»
«Ναι, το έχει κάνει. Αλλά όχι πολλούς. Μερικά παιδιά μονάχα, εκεί που μένει με τον συγγραφέα, στο Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ».
«Παιδιά;» αναφώνησε ο Βολφ. «Χριστέ μου!» Γύρισε προς τον Ράινχελ. «Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Πρέπει… πρέπει να ειδοποιήσουμε τις Αρχές στην Αγγλία. Πρέπει…»
«Και τι θα τους πούμε, Θίοντορ;» ρώτησε ο Ράινχελ. «Συνειδητοποιείς ότι έχουμε το ίδιο πρόβλημα με αυτό που τόσο έντονα έθεσες πιο πριν για τους Ούγγρους στρατιωτικούς; Κανείς δεν θα μας πιστέψει». Έπιασε τον ώμο του λοχαγού και είπε «Συνάδελφε, είμαστε μόνοι μας. Ό,τι κάνουμε εμείς. Πρώτα εμείς, και μετά οι άλλοι».
«Πολύ φοβάμαι ότι έχει δίκιο ο Τζόνας» συμφώνησε ο Μαρτίν. «Εμείς θα προηγηθούμε και οι άλλοι θα ακολουθήσουν. Πρώτα, θα πάμε στο Μπραν και μετά θα αναλάβουμε το Μπόρλεϊ».
«Μα…»
«Θίοντορ, έχουμε ήδη ξεκινήσει για το Μπραν. Δεν μπορούμε να κάνουμε πισωγυρίσματα». Πριν μιλήσει ο Βολφ, ο Μαρτίν ρώτησε τη Φρίντα «Τι τα έχει κάνει αυτά τα παιδιά που τα άλλαξε;»
«Τα κρύβει στο υπόγειο του Πρεσβυτέριου. Δεν τα αφήνει να βγουν έξω. Ο συγγραφέας, ο Τζον Μπάρλοου, δεν έχει ιδέα για αυτά».
«Ο Τζον Μπάρλοου; Αυτός που εκδίδει το περιοδικό Weird Literature;» ρώτησε ο Μαρτίν.
«Τον ξέρεις;» ρώτησε ο Ράινχελ.
«Ελάχιστα. Τον έχω συναντήσει σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Μια φορά μιλήσαμε κιόλας. Του είχα πει τι πιστεύω για όσα λένε οι συγγραφείς που υποτίθεται ότι έχουν βιώσει υπερφυσικές εμπειρίες. Ότι θα ήθελαν να ζήσουν μια αντίστοιχη εμπειρία. Ότι λένε ψέματα πως ήρθαν σε επαφή με ένα τέρας ή άγγελο ή οτιδήποτε σχετικό, αλλά ότι θα ήθελαν να το είχαν βιώσει στ’ αλήθεια. Του είχα πει ότι, αν τους συνέβαινε, θα ήταν σαν να ζουν σε μια ιστορία σαν αυτές που γράφουν, κάτι που το έβρισκα ρομαντικό, σαν ιδέα». Κοίταξε τους άλλους και μόρφασε από θυμό. «Δεν το πιστεύω πια. Ειδικά αν αυτός ο Μπάρλοου στάθηκε τόσο άτυχος που ερωτεύτηκε ένα βρικόλακα και δεν το έχει καταλάβει…»
«Κι αν το ξέρει;» αναρωτήθηκε ο Μπόντεμαν. «Ποιος μας λέει ότι δεν την αγάπησε ακριβώς γιατί είναι βρικόλακας; Μπορεί… μπορεί να νομίζει ότι θα τον κάνει και αυτόν βρικόλακα, και θα ζήσει αιώνια, και θα γράφει αιώνια».
«Δεν νομίζω, Γιούρις» είπε ο Χόπε. «Δεν μπορεί να είναι τόσο ηλίθιος».
«Κάτσε, μόλις με είπες ηλίθιο;» ρώτησε ο Μπόντεμαν.
«Τι; Όχι. Τον συγγραφέα…»
«Γιατί κι εγώ κάτι τέτοιο δεν έκανα, Χενκ; Ε, Χενκ;» Ο Μπόντεμαν έδειξε τη Φρίντα. «Μήπως το ξέχασες;»
«Όχι, Γιούρις, δεν το ξέχασα. Δεν ξεχνιέται αυτό που έκανες. Αλλά δεν είναι όλοι σαν κι εσένα».
«Δηλαδή; Τι δεν είναι; Όμορφοι ρομαντικοί τύποι που ψάχνουν την αγάπη και μόλις τη βρουν πέφτουν με τα μούτρα σε αυτή;»
«Παίδες» μπήκε στη μέση ο Ράινχελ «μπορούμε να μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας;»
Ο Μπόντεμαν έκανε μια αδιάφορη κίνηση, έσβησε το τσιγάρο του και γύρισε πάλι στη Φρίντα, χωρίς να μιλάει.
«Άρα, έχουμε δύο μέτωπα» είπε ο Μαρτίν. «Στο Μπραν και στο Μπόρλεϊ. Θα τελειώσουμε με το ένα και θα ασχοληθούμε με το άλλο». Όσοι επιβιώσουμε, δηλαδή, σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε.
«Σωστά» συμφώνησε ο Βολφ. «Πρώτα το Μπραν, μετά το Μπόρλεϊ».
Κάπου τότε είχαν φτάσει στη Βιέννη.

Η συζήτησή τους έκτοτε άρχισε να περιορίζεται, μιας και ήταν κουρασμένοι και τα στρατιωτικά θέματα με τα οποία καταπιάνονταν ήταν θεωρητικά, άρα ουσιαστικά υπέθεταν τι θα έκαναν, μια κατεύθυνση που ουσιαστικά δεν έχει τέλος και που μπορεί να αποβεί εντελώς ανούσια.

Τότε ήταν που ο Μαρτίν ζήτησε να μάθει κι άλλα για τον Μαξ Κάρτερ, τον Αμερικάνο ομοσπονδιακό πιστολέρο και αδερφό του Φάμπιαν. Ο Βολφ και ο Ράινχελ επανέλαβαν όσα είχαν πει νωρίτερα, ενώ ο επιλοχίας τόνισε ότι «Ο Μαξ πιστεύει πως υπάρχουν τέρατα, βρικόλακες, στο Μπραν. Η Έμιλυ, η σύζυγος του Φάμπιαν, του μίλησε για το τι πιστεύει ότι συμβαίνει εκεί πέρα. Ο Μαξ την πίστεψε, γιατί και η υπηρεσία του δημιουργήθηκε χάρη στο μύθο ενός πιστολέρο που υποτίθεται ότι πυροβολεί πιο γρήγορα από τη σκιά του. Άρεσε τόσο πολύ στον Αβραάμ Λίνκολν αυτός ο θρύλος, που αποφάσισε να φτιάξει μια ολόκληρη ομοσπονδιακή υπηρεσία. Θα τον αναγνωρίσετε αμέσως: είναι ψηλός, λίγο πιο αδύνατος από το αναμενόμενο, με κοντά ξανθά μαλλιά και καστανά μάτια. Φοράει δερμάτινο πανωφόρι και πλατύγυρο, καουμπόικο καπέλο. Έχει το σήμα του μαζί του και τα πιστόλια του. Σε περιμένει, Μαρτίν. Όμως, εκεί έχει πάει με ψεύτικη ταυτότητα». Εξήγησε στους Ολλανδούς ποιος «ήταν» ο Τζον Χίθροου, («πρώην στρατιωτικός και νυν καθηγητής πανεπιστημίου του Λονδίνου, ειδικός σύμβουλος από την Αγγλία, γνωστός στο Evidenzbureau από προηγούμενο ταξίδι του Φάμπιαν, που είχε έρθει εσπευσμένα, για να βοηθήσει στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Αυτοκρατορία»).
«Θα χαρούμε να τον γνωρίσουμε» είπε ο Μαρτίν. «Τον “κύριο Χίθροου”, εννοώ». Αναρωτήθηκε Άραγε, να ήταν μπροστά όταν άρπαξαν τον Φάμπιαν; Είδε τι του έκαναν; «Είμαι βέβαιος ότι θα θέλει να σφάξει τους βρικόλακες για ό,τι συνέβη στον αδερφό του, και όχι μόνο».
«Όντως. Και, αν σκεφτούμε το ότι συναντήθηκαν πάνω στην μάχη του Μπραν» είπε ο Ράινχελ «και χάθηκε ο Φάμπιαν… Καταλαβαίνετε, θα τον έχει επηρεάσει πολύ».
«Είναι φοβερό, ναι. Μεγάλη ατυχία».
«Δεν πήγε μόνος του στο κάστρο, έτσι;» ρώτησε ο Χόπε.
«Από όσο ξέρουμε, όχι» απάντησε ο Βολφ. «Και δεν νομίζω να του το επέτρεψαν οι Ούγγροι του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, του Κοινού Στρατού. Θα θέλουν να επανακαταλάβουν οι ίδιοι το κάστρο και να εξοντώσουν τους εχθρούς. Ο Μαξ είναι ξένος, όπως είστε και εσείς» έδειξε τους Ολλανδούς. «Για αυτό και θα έρθει μαζί σας ο Τζόνας, για να σας συμπεριφερθούν σωστά».
«Γιατί, αλλιώς μπορεί να μη μας συμπεριφέρονταν σωστά;» ρώτησε θυμωμένα ο Μπόντεμαν και ανασηκώθηκε. «Δεν το κατάλαβα αυτό. Πάμε να τους βοηθήσουμε και θα μας ζορίσουν κι από πάνω; Αυτό μας έλειπε!»
«Γιούρις».
«Τι “Γιούρις”, ρε συ Χενκ; Γιατί πάμε εκεί πέρα, στου διαόλου την μάνα, ή μάλλον την Κόμισσα, αν δεν μας αφήσουν να κάνουμε τη δουλειά μας; Καλά δεν λέω, ρε συ Μαρτίν;»
«Γενικά, έχεις δίκιο» είπε ο Μαρτίν «αλλά είναι η δική τους περιοχή. Ο δικός τους εγωισμός έχει θιχτεί. Θέλουν να τα καταφέρουν μοναχοί τους, να διώξουν οι ίδιοι το Κακό που ταλαιπωρεί τον τόπο τους. Μην ξεχνάς, επίσης, ότι θεωρούν πως ξένοι φταίνε για όλα αυτά, και δεν έχουν εντελώς άδικο: οι βρικόλακες είναι ξένοι, από την ζωή. Είναι κατανοητό αν δεν θέλουν άλλους ξένους. Όμως» πρόλαβε πριν πεταχτεί ο Μπόντεμαν «ο Τζόνας θα διασφαλίσει ότι δεν θα μας προκαλέσουν προβλήματα».
«Αν δεν ήταν αυτός, όμως; Τι θα έκαναν;»
«Δεν μας νοιάζει, γιατί θα είναι εκεί».

Ο Μπόντεμαν ένευσε και άναψε άλλο τσιγάρο. «Και δεν μου λέτε, εσείς που τα ξέρετε όλα, τι θα γίνει αν αποφασίσουν να μας κάνουν την ζωή δύσκολη; Κι ας είναι μαζί μας ο ψηλός αποδώ» έδειξε τον Ράινχελ.
Ο Χόπε κοίταξε τον Ράινχελ. «Μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο;»
«Τυπικά, η υπόθεση είναι και δική μας, αλλά και δική τους δικαιοδοσία. Δεν έχουμε πολλές επαφές με τις εκάστοτε στρατιωτικές μονάδες, παρά μόνο αν χρειαστεί απευθύνονται σε εμάς, ή εμείς σε εκείνους. Αλλά το να μη συνεργαστούν με το Evidenzbureau είναι μια τακτική που δεν συνίσταται, γιατί εμείς έχουμε μεγαλύτερη επιρροή στα ανώτερα κλιμάκια. Κι αυτοί δεν θα θέλουν να μπλέξουν με τους ανωτέρους τους. Από τη στιγμή που θα δουν τη δική μου ταυτότητα, θα συνεργαστούν μαζί μας. Απλά, θα πρέπει να τους πείσουμε ότι ξέρουμε τι κάνουμε».
«Άρα, δεν θα τους πείτε τίποτα για βρικόλακες» είπε ο Βολφ.

Κάποια στιγμή, αποφάσισαν ότι έπρεπε να κοιμηθούν λίγο, γιατί τους περίμενε μια δύσκολη μέρα. «Και περισσότερες δύσκολες μέρες» σχολίασε ο Βολφ και ο Ράινχελ συμφώνησε. Ήξεραν ότι, μετά τα γεγονότα στο Μπραν, σειρά είχαν οι ανακρίσεις και οι ανακοινώσεις. Και η ανοικοδόμηση του χωριού και της υπόληψης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Το έργο τους δεν θα σταματούσε στο Μπραν ή στο Μπόρλεϊ.
Έτσι, γύρισαν ο καθένας στο κάθισμά του και κοιμήθηκαν.

Από τους άντρες, μόνο ο Μαρτίν δεν έκλεισε εντελώς τα μάτια του για πάνω από τρεις ώρες. Τα άνοιγε και τα έκλεινε. Είχε μεγάλη υπερένταση και αγωνία και αδημονούσε να φτάσουν. Μέσα του, ήξερε ότι ο Φάμπιαν δεν υπήρχε πια, αλλά μπορεί να έκανε και λάθος. Όπως και να είχε, όμως, τουλάχιστον ήθελε να προλάβει να σκοτώσει τους βρικόλακες και να ελευθερωθεί το Μπραν μια και καλή. Αυτό ήθελε ο φίλος του από εκείνον, για αυτό είχε στείλει τους συναδέλφους του να τον βρουν. Και αυτό του είχε υποσχεθεί κάποτε και ο Μαρτίν.

Ο Μαρτίν είχε γείρει το κεφάλι του προς τα αριστερά, προς τον Μπόντεμαν και την αγαπημένη του. Ο Γιούρις είχε πέσει σε βαθύ ύπνο, αλλά ο Μαρτίν συνειδητοποίησε ότι η Φρίντα δεν ακουμπούσε πλέον το κεφάλι της πάνω του. Είδε την αντανάκλασή της στο τζάμι δίπλα της. Είδε τα μάτια της να φέγγουν και να τον κοιτάνε, ενώ του χαμογελούσε.

*

3 προ μεσημβρίας
21 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Κάστρο του Μπραν – Μπραν
Η Ρεβέκκα, η Ραλούκα, ο Νικολάι και η Έλενα στέκονταν έξω, σε ένα από τα πιο ψηλά μπαλκόνια. Στέκονταν κοντά στα σκουριασμένα κάγκελα και παρακολουθούσαν το Μπραν. Σκοτάδι και κρύο και υγρασία επικρατούσαν γύρω τους. Ο αέρας κυμάτιζε τα μαλλιά και τους μαύρους μανδύες τους, ενώ τα κλαριά των δέντρων θρόιζαν από κάτω τους. Κοιτούσαν προς το χωριό, ξέροντας ότι οι άνδρες με τις στολές (τα θηράματα) μπορεί να τους έβλεπαν, μπορεί και όχι. Μικρή σημασία είχε για αυτούς, γιατί και οι δύο περιπτώσεις ήταν υπέρ τους: αν οι στρατιωτικοί τους έβλεπαν, μπορεί να έκαναν την ανοησία να επιτεθούν, ενώ αν δεν τους έβλεπαν, οι βρικόλακες θα μπορούσαν να στέκονται στο μπαλκόνι για άλλες τρεις με τέσσερις ώρες, προτού αποσυρθούν. Ήξεραν ότι οι άνθρωποι θα έρχονταν, ήταν αναπόφευκτο. Αλλά αν αντίκριζαν τους εχθρούς τους, μπορεί να ρίσκαραν νωρίτερα και μες στη νύχτα, κάτι που θα ήταν λάθος, γιατί αυτές τις ώρες οι βρικόλακες ήταν πιο ισχυροί απ’ ό,τι την ημέρα. Οι ίδιοι δεν θα αποτολμούσαν μια επιδρομή στο Μπραν, όχι ακόμα. Πρώτα, θα γινόταν μάχη εδώ, στο κάστρο, όπου θα άλλαζαν όσο το δυνατόν περισσότερους άνδρες, και μετά θα εφορμούσαν στο χωριό, για να αποτελειώσουν ή να αλλάξουν τους άλλους. Έπειτα, θα στρέφονταν προς το Μπρασώφ.

Τώρα, το Μπραν ήταν ήσυχο, αλλά με μικρές, σχεδόν αχνές εστίες φωτιάς να καίνε, για να μην κυριαρχεί το σκοτάδι στους δρόμους του. Τα άλογα είχαν αποσυρθεί. Επειδή τα κατοικήσιμα σπίτια δεν επαρκούσαν, οι στρατιώτες είχαν ξεδιπλώσει σκηνές, οι οποίες κάλυπταν μεγάλο κομμάτι του χωριού. Δεν κυκλοφορούσαν πολλοί άνδρες με στολές, ούτε μια ντουζίνα από δαύτους. Αυτοί που ανά τριάδες τριγύριζαν στους δρόμους του χωριού κρατούσαν λάμπες, για να βλέπουν, ενώ τα όπλα τους τα είχαν περασμένα στους ώμους τους. Έτρεμαν από το κρύο και από το φόβο μήπως τους επιτεθούν από τις σκιές.

Να είναι και ο Αμερικάνος ανάμεσα σε αυτούς που διασχίζουν τους δρόμους του Μπραν; αναρωτήθηκε ο Νικολάι. Χωρίς να το σκεφτεί, έτριψε το κέντρο του χλομού μετώπου του, εκεί που ο Αμερικάνος τον είχε πετύχει με μία σφαίρα. Εκείνος με το καπέλο είναι δικός μου, είχε πει στη Ρεβέκκα, λόγια που μετάνιωσε όταν είδε τον άντρα να σφάζει (ανώτερα όντα) αδέρφια του με περισσή άνεση κατά την πιο πρόσφατη μάχη. Σε καμία περίπτωση, δεν θα ήθελε να βρεθεί αντιμέτωπος με δαύτον, ποτέ ξανά. Εκτός από δεκάδες κατώτερους βρικόλακες, αυτός ο Αμερικάνος είχε σφάξει το Βασίλι και τη Ρίλια Μπρέμπαν. Ο Βασίλι… Πόσα τους είχε πει και πόσο δίκιο είχε… Νομίζω ότι δεν πρέπει να γελάμε και να χαιρόμαστε από τώρα, είχε πει. Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε περισσότερο προσεχτικοί, απ’ ό,τι νομίζετε εσείς, είχε πει. Πρέπει να σκεφτούμε πως τα νέα θηράματα μπορεί να είναι καλύτερα προετοιμασμένα από τα προηγούμενα, είχε πει ο Βασίλι. Ανέκαθεν είχε τους ενδοιασμούς του για την εντολή της Κόμισσας και ήταν ο λιγότερο ενθουσιώδης, αλλά και αυτός που κόντραρε τη Ρεβέκκα περισσότερο από τους άλλους βρικόλακες. Κάποιες φορές, φαινόταν να υπερβάλλει και να ανησυχεί για κάποιες αποφάσεις τους (όπως το να αλλάξουν τον παπά και να τον χρησιμοποιήσουν σαν κατάσκοπό τους), αλλά ο Νικολάι πλέον θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είχαν ακούσει τον Βασίλι και να μην είχαν τόση έπαρση. Ναι, ήταν ανώτερα όντα, ναι, ήταν πολύ πιο ισχυροί από τους ανθρώπους, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι είναι και άτρωτοι, απέθαντοι. Μπορούσαν να τους σκοτώσουν, και κάποια από τα θηράματα το είχαν κάνει, είχαν εξοντώσει βρικόλακες.

Αλλά η Ρεβέκκα επιμένει ότι θα υπερισχύσουμε. Ότι εδώ, στο κάστρο, έχουμε το πλεονέκτημα. Όμως, ο Νικολάι δεν ήταν σίγουρος πια ούτε για αυτό. Κάποτε, θα συμφωνούσε αμέσως ότι κανείς δεν θα ήταν ικανός να κατακτήσει το κάστρο, το σπίτι τους. Τότε θεωρούσε ότι ήταν ανίκητοι, αδύνατο να τιθασεύσεις τη φύση τους. Η Ρεβέκκα μπορεί να παρέμενε ονειροπαρμένη, αλλά ο Νικολάι είχε καταλάβει ότι η πλάστιγγα έγερνε ολοένα και περισσότερο εις βάρος τους. Ήδη από την πρώτη μάχη, με τους χωριάτες, είχαν απώλειες, ενώ στη δεύτερη έπαθαν σωστή πανωλεθρία. Τι θα συνέβαινε, άραγε, την τρίτη φορά που θα αντιμάχονταν πολλά θηράματα μαζί; Και ακόμα και αν τα κατάφερναν εδώ, ποιος θα μπορούσε να τους διαβεβαιώσει πως στις επόμενες επιθέσεις θα τα κατάφερναν; Ούτε καν η Κόμισσα δεν ήταν κοντά τους. Κι αυτή πρέπει να φοβόταν και ξεσπούσε στη Ρεβέκκα, θεωρώντας αυτήν ως τη βασική υπαίτια για τις αποτυχίες τους. Πόσο σωστό ήταν αυτό; Καθόλου, κατά την γνώμη του Νικολάι. Θεωρούσε πως έπρεπε να έχουν την αφέντρα τους μαζί τους, να τους οδηγεί ενάντια στους άντρες με τις στολές. Αυτή είχε αιώνες πείρας. Και τι θα έκανε απέναντι σε αυτόν τον Αμερικάνο, που φαινόταν να καθοδηγείται από κάποια άλλη μορφή;

Ο Νικολάι άκουσε τη Ρεβέκκα να λέει «Σύντομα. Σύντομα θα τραφούμε ξανά. Θα γίνουμε πολλοί και μετά ακόμα περισσότεροι. Θα κυριεύσουμε εκατοντάδες θηράματα, δίνοντάς τους το υπέροχο δώρο της αιώνιας ζωής». Στο πλάι της είχε τη Ραλούκα, ενώ η Έλενα μούγκριζε και έξυνε με τα νύχια της τα κάγκελα αποζητώντας εκδίκηση για τον Βασίλι. Οι κατώτεροι, όσοι είχαν απομείνει, ήταν μέσα στο κάστρο και περίμεναν, σαν σκυλιά που τους τρέχουν τα σάλια.
«Ναι, καλή μου» συμφώνησε η Ραλούκα, χαϊδεύοντας το χέρι της Ρεβέκκα. «Θα γίνουν όλα όπως επιθυμείς».
«Όχι όπως επιθυμώ, αλλά όπως επιθυμεί εκείνη, η μεγαλειώδης Κόμισσα μας».
Η Ραλούκα απλά κατένευσε.
Ο Νικολάι σκέφτηκε ότι ο Βασίλι θα γελούσε ή θα εκνευριζόταν που η Ρεβέκκα παρέμενε τόσο αισιόδοξη. Και τι θα του απαντούσε η Ρεβέκκα; Μη φοβάσαι, Βασίλι, η εντολή της Κόμισσας θα εκπληρωθεί. Κάτι τέτοιο.
Τότε ένας άλλος βρικόλακας ήρθε ως νυχτερίδα και άλλαξε μπροστά τους. Είχε πάει στο Μπραν, για να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε για τα θηράματα.

Άνοιξε τα μάτια του, ξέροντας ότι δεν θα είχε άλλο ύπνο. Μέσα του, ήξερε ότι ταλαιπωρούσε τον εαυτό του με το να του αρνείται την πρέπουσα ξεκούραση, αλλά όσο περνούσαν οι ώρες χωρίς να έχει βρει τον αδερφό του και να έχουν εξοντώσει τους βρικόλακες, τόσο δεν θα ηρεμούσε.

Για άλλη μια νύχτα, δεν είχε γίνει κάτι. Καμιά επίθεση, καμιά ουσιώδης έρευνα. Όπως το περίμενε. Δεν του άρεσε που η κατάσταση παρέμενε στάσιμη, αλλά επαναλάμβανε στον εαυτό του ότι όλοι τους έπρεπε να έχουν υπομονή, μέχρι να έρθει ο Μαρτίν. Αυτός ήταν ο ειδικός και δίχως τη βοήθειά του, την καθοδήγησή του, θα ήταν σαν να πηγαίνουν στο κάστρο άοπλοι και αλυσοδεμένοι. Δεν ήταν εύκολο, όμως, να περιμένει, γιατί όσο δεν εφορμούσαν στο κάστρο, τόσο τα τέρατα γιάτρευαν τις πληγές τους και ανασυντάσσονταν, και θα προλάβαιναν να στήσουν καλύτερα τις παγίδες τους. Επίσης, όπως είχε πει και στο συμβούλιο των Ούγγρων στρατιωτικών, το κάστρο, για την ώρα, είναι δικό τους (των βρικολάκων, δηλαδή). Το έχουν μάθει καλά, πλέον. Εκεί θα είμαστε εμείς ευάλωτοι και εκείνοι θα έχουν το πάνω χέρι. Μπορεί να έχουν φτιάξει παγίδες εντός και εκτός του. Δεν θα ήταν φρόνιμο να πάμε σε αυτούς. Όχι τώρα.

Αν όχι τώρα, αν όχι αύριο, τότε πότε; αναρωτήθηκε. Πότε θα ερχόταν ο Μαρτίν; Θα τον έβρισκαν οι συνάδελφοι του Φάμπιαν ή θα περνούσαν κι άλλες μέρες και κανένας τεράστιος Ολλανδός δεν θα εμφανιζόταν; Σύντομα, είχε απαντήσει ο Κάρτερ όταν ρωτήθηκε από έναν αξιωματικό για το πότε πρότεινε να πάνε στο κάστρο. Είχε αναφέρει να δώσουν μία με δύο μέρες προθεσμία. Αλλά τι θα γινόταν αν οι Βολφ και Ράινχελ χρειάζονταν περισσότερο χρόνο; Μπορεί οι βρικόλακες να μην τους έκαναν επιδρομή και ίσως να μην έκαναν ούτε οι Ούγγροι στους βρικόλακες, αλλά πόσο θα συγκρατούνταν και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές; Ο ίδιος αμφέβαλλε ότι ο μοίραρχος θα συνέχιζε να ακούει τις συμβουλές του. Συν ότι κάποια στιγμή θα δινόταν εντολή από τους ανωτέρους του να εκπορθήσουν το κάστρο. Ήδη είχαν τέτοιες εντολές, δηλαδή. Ο αντισυνταγματάρχης Κέρσεν είχε διατάξει: οχυρώστε το Μπραν, φέρτε τους νεκρούς στο Μπρασώφ. Φέρτε πίσω τον ταγματάρχη Άσπελ, νεκρό ή ζωντανό. Και βρείτε μαζί με τους άλλους συναδέλφους σας τους εχθρούς και σκοτώστε τους όλους. Ήταν όλοι έτοιμοι, μια μοίρα τριακοσίων στρατιωτών, συν τους άντρες του ανθυπασπιστή Άπροντ. Όλοι ήθελαν να εξαφανίσουν τα τέρατα και να ανακαλύψουν τι είχε απογίνει ο Φάμπιαν. Κάτι που ήθελε και ο Κάρτερ, ίσως περισσότερο απ’ όλους τους, γιατί στη δική του περίπτωση το θέμα ήταν προσωπικό και όχι μια δουλειά που έπρεπε να γίνει. Αλλά δεν θα ήταν πολύ άστοχη απόφαση να πάνε στο κάστρο χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία;

Θυμήθηκε και κάτι άλλο, που δεν ήξεραν οι Ούγγροι, μα που ο ίδιος το είχε μάθει καλά πλέον: Wačhékiya. Ζήτα βοήθεια. Μια ινδιάνικη επίκληση που, μαζί με το Mitákuye Oyás’iŋ (Όλα σχετίζονται), έφερναν το πνεύμα του θρυλικού πιστολέρο στο σώμα και την ψυχή του και γίνονταν ένα. Και μετά, αλίμονο σε όποιο τέρας τούς στεκόταν εμπόδιο. Αυτό ουσιαστικά δεν θα συνέβαινε και με τον Μαρτίν; Θα ζητούσαν τη συνδρομή του και, όταν ερχόταν, τότε θα πήγαιναν μαζί να κάνουν το καθήκον τους.

Ο Κάρτερ αναστέναξε. Δεν ήθελε να κοιμηθεί άλλο, οπότε παραμέρισε τα σκεπάσματα, έβαλε τις μπότες του και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Φόρεσε το πανωφόρι, πέρασε με προσοχή κοντά από τους κοιμισμένους στρατιώτες με τους οποίους μοιραζόταν το σπίτι και βγήκε στον καθαρό αέρα του Μπραν. Έσιαξε το πανωφόρι, έβαλε το καπέλο του, έκλεισε την πόρτα και άναψε τσιγάρο. Χάρη στα φανάρια που είχαν αφήσει αναμμένα έξω από τα σπίτια του χωριού, είδε τις σκηνές των φαντάρων και την περίπολο που ανεβοκατέβαινε τον κεντρικό δρόμο. Τα άλογα και τα κανόνια βρίσκονταν λίγο πιο πέρα και φυλάσσονταν από τέσσερις στρατιώτες, οι οποίοι συζητούσαν χαμηλόφωνα, αν και έριχναν συχνές ματιές τριγύρω. Ήξερε πως και οι άλλοι δρόμοι του Μπραν είχαν καταληφθεί από ένστολους και πως και εκεί υπήρχαν περίπολοι.

Διέτρεξε με τα μάτια του τα χαμηλά, πετρόχτιστα και σαθρά κτίρια. Πέρασε πάνω από τις σκεπές τους και στόχευσε με το βλέμμα του το κάστρο στο λόφο. Μια μεγάλη συμπαγής σκιά από το παρελθόν που έκρυβε μυστικά και κινδύνους. Θα ήταν δύσκολη η προσέγγισή του, και για αυτόν ακριβώς το λόγο ήταν κατάλληλο και λογικό να το έχουν καταλάβει εχθροί με μοχθηρούς σκοπούς. Ο μοίραρχος είχε πει ότι πού αλλού θα μπορούσαν να έχουν πάει, δηλαδή; Ποιο άλλο θα ήταν το ιδανικότερο μέρος για να στρατοπεδεύσουν; Θέλω να πω, είναι χτισμένο για αυτόν ακριβώς τον λόγο, αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί. Να φιλοξενήσει στρατιώτες και πυρομαχικά. Έχει πύργους, παρατηρητήρια. Βρίσκεται σε ένα σχετικά δύσκολα προσεγγίσιμο σημείο, σε έναν λόφο… Είναι και κοντά στο Μπραν, για να μπορούν να εφορμούν όποτε θέλουν. Αλλά δεν τον αποθάρρυνε αυτό, γιατί είμαστε πολλοί, ετοιμοπόλεμοι και έχουμε κανόνια. Μπορούμε να τους αφανίσουμε.

Μακάρι να ήταν τόσο απλό, συλλογίστηκε ο Κάρτερ. Ο ίδιος, βέβαια, και χάρη στον θρυλικό πιστολέρο, είχε καταφέρει να σκοτώσει πολλούς βρικόλακες, αλλά συνέχιζε να πιστεύει ότι θα ήταν προς όφελος του στρατού τους (της ανθρωπότητας όλης, ίσως) να αναμείνουν την άφιξη του Μαρτίν. Ένιωσε την παγωμάρα που επικρατούσε γύρω του να μπαίνει στο αίμα του, καθώς θυμόταν μια από τις κουβέντες που είχε πει στεναχωρημένος ο Φάμπιαν: Δυσκολευτήκαμε να δεχτούμε την πιθανότητα να υπάρχουν πράγματι βρικόλακες. Δηλαδή, ναι, εγώ το είχα υπ’ όψιν μου ότι υπάρχουν, όμως ήλπιζα μέσα στην ψυχή μου ότι θα αποδειχτεί πως δεν υπάρχουν.

Ο Κάρτερ, καθώς συνέχιζε να κοιτάζει το κάστρο, είχε την εντύπωση ότι ξεχώρισε κάποιες φιγούρες στα ψηλότερα σημεία του. Στέκονταν εκεί, δύο ή τέσσερις από δαύτους. Λες και ήταν πολιτικοί που ετοιμάζονταν να βγάλουν λόγο στο πλήθος. Οι καριόληδες δεν θα φύγουν, είχε πει στους Ούγγρους. Έχουν αποθρασυνθεί. Θεωρούν ότι είναι καλύτεροι από εμάς. Και θέλουν να σκοτώσουν κι άλλους. Σας το λέω, όποτε και να πάμε στο κάστρο θα τους βρούμε εκεί. Αυτά όλα τα είχε πει για να πείσει τους στρατιωτικούς, ώστε νε μην επιτεθούν, αλλά τώρα αναρωτιόταν αν είχε δίκιο, αν όντως τα τέρατα θα παρέμεναν στο κάστρο. Πίστευε ότι θα ήξεραν πως είχαν έρθει κι άλλοι στρατιώτες στο Μπραν. Αν σκέφτονταν ότι είχαν απώλειες με λιγότερους εχθρούς τους, τότε δεν θα ήταν λογικό να υποθέσουν πως με περισσότερους εχθρούς θα έχαναν κι άλλους δικούς τους ή μπορεί να εξαφανίζονταν όλοι τους; Γιατί να έμεναν και να μην αναζητούσαν αλλού θύματα, όπου δεν θα τους περίμενε κανείς και δεν θα υπήρχε για αυτούς τόσο μεγάλη απειλή;
Με βλέπετε, έτσι δεν είναι; είπε μέσα του, αγγίζοντας τη λαβή του σπαθιού που κάποτε ανήκε στον Φάμπιαν. Αν μπορώ εγώ να σας δω έστω και αμυδρά, τότε εσείς σίγουρα με βλέπετε. Κι αυτό θέλω, να με βλέπετε. Να ξέρετε ότι είμαι ακόμα εδώ. Δεν έφυγα και δεν πρόκειται να φύγω αν δεν «τα πούμε» μια τελευταία φορά.

Ο Κάρτερ κάπνισε το υπόλοιπο τσιγάρο του και άρχισε να περπατάει προς το μεγάλο σπίτι όπου είχε γίνει η μάχη. Θα περνούσε και από τους άλλους δρόμους του Μπραν, πριν γυρίσει στο σπίτι. Ήθελε να κινηθεί, για να παραμείνει σε εγρήγορση. Λόγω της δουλειάς του πίσω στην Αμερική, δεν είχε συνηθίσει να κοιμάται πολύ, ειδικά αν υπήρχαν εχθροί κοντά του. Πέραν από αυτό, όμως, αυτός ήξερε με τι είχαν να κάνουν, ενώ οι περίπολοι των Ούγγρων όχι. Αν οι βρικόλακες έρχονταν ξαφνικά, οι στρατιώτες δεν θα προλάβαιναν να κάνουν πολλά, ίσως τίποτα, όχι έγκαιρα. Ο Κάρτερ παρακαλούσε να κάνουν μια τέτοια ανοησία τα τέρατα. Θα χαιρόταν πολύ να αποτελειώσει μερικά ακόμα. Ίσως να μην ξεπάστρευε κάποιο, για να μπορέσει να το ανακρίνει για το πού ήταν ο Φάμπιαν.

Αλλά ήξερε ότι δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δεν θα έρχονταν. Δεν ήξερε πώς σκέφτονται οι βρικόλακες, φυσικά, όμως κάτι του έλεγε ότι είχαν συγκλονιστεί από τις απώλειες που τους κατάφεραν οι υπερασπιστές του Μπραν.

Ο Κάρτερ ευχόταν να έρθει ο Μαρτίν άμεσα. Έπρεπε να τελειώσουν με αυτή την ιστορία μια και καλή. Έπρεπε να μάθει αν ήταν καλά ο Φάμπιαν. Σε ό,τι κατάσταση και να ήταν ο αδερφός του, όμως, ο ίδιος ήξερε ότι θα έπαιρνε εκδίκηση για αυτόν, για την Έμιλυ και την Ορέλια, και για όλους τους άλλους ανθρώπους που χάθηκαν από τα τέρατα και για τους συγγενείς τους.

*

5 προ μεσημβρίας
19 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Βουδαπέστη
Το τρένο σταμάτησε και ο κόσμος ξεχύθηκε από τα σπλάχνα του. Οι Ολλανδοί, η Φρίντα και ο Ράινχελ αποχαιρέτισαν τον Βολφ, ανταλλάσσοντας ευχές για καλή τύχη. «Βρες τις Άσπελ και τους δικούς σου και σώσε τους. Προστάτευσε και την γυναίκα μου» είπε ο Ράινχελ. «Φέρε πίσω τον Φάμπιαν και τον Κάρτερ» του απάντησε ο Βολφ και αγκαλιάστηκαν. Έμειναν έτσι για μερικές στιγμές, καθότι για άλλη μια φορά τα εναπομείναντα μέλη της μικρής ομάδας που είχαν σχηματίσει με τον Φάμπιαν ως επικεφαλής χώριζαν, αντί να είναι μαζί ως συνήθως. Με τους άλλους έσφιξαν τα χέρια, αλλά ο Μπόντεμαν φούσκωσε το σχεδόν αποστεωμένο στήθος του, πήρε μια δήθεν σοβαρή έκφραση και τον χαιρέτισε στρατιωτικά. Ο Βολφ χαμογέλασε και του ανταπέδωσε. Ο Μπόντεμαν του άρπαξε το χέρι και του είπε ότι θα γυρνούσαν και θα περιλάβαιναν μαζί τους καριόληδες τους Βλάχους. Ο Θίοντορ ένευσε και είπε ότι θα περιμένει. Ύστερα, γύρισε και απομακρύνθηκε προς αναζήτηση μιας άμαξας, μην γνωρίζοντας πως κάποιους από αυτούς δεν θα τους έβλεπε ποτέ ξανά.

Το επόμενο τρένο για την Τρανσυλβανία θα έφευγε δέκα λεπτά μετά, ενώ ο Βολφ θα έβρισκε μια κλειστή άμαξα λίγο νωρίτερα. Δύο μεταφορικά μέσα της Βουδαπέστης, φτιαγμένα για μεταφορά πολιτών, οδήγησαν τους πολεμιστές προς δύο διαφορετικούς πολέμους.

Κατά την πορεία ως την πολυκατοικία του, ο Βολφ καθόταν σε ένα από τα καθίσματα του κουβούκλιου και κάπνιζε. Είχε βγάλει το καπέλο του και έξυνε το κεφάλι του, ενώ χτυπούσε ρυθμικά το πάτωμα με τα παπούτσια του. Είχε τραβήξει τις κουρτίνες, κατέβασε λίγο το παράθυρο, αφήνοντας το κρύο και τους ήχους να του κάνουν παρέα, τη στιγμή που εκείνος κοιτούσε έξω την μισοσκότεινη πόλη, χωρίς να εστιάζει κάπου το βλέμμα του. Είχε πει στον αμαξά να οδηγήσει τα δύο άλογα όσο πιο γρήγορα γίνεται, τάσσοντάς του μερικά επιπλέον κέρματα. Πράγματι, η άμαξα προχωρούσε διέσχιζε τη Βουδαπέστη κάνοντας μανούβρες και με τις οπλές των αλόγων να βροντοχτυπούν στο δρόμο και να τσαλαβουτούν σε βρόμικες λιμνούλες, τη στιγμή που άλλα οχήματα πήγαιναν σαφώς πιο αργά, ενώ κάποιοι από τους λιγοστούς περαστικούς διαμαρτύρονταν που τους έβρεχαν ή που κινδύνευαν να τους πατήσουν. Αλλά ο αμαξάς δεν έδινε σημασία, καθότι σκεφτόταν το πουρμπουάρ που του είχε υποσχεθεί ο πελάτης.

Κάτι που δε διέφυγε της προσοχής του Βολφ ήταν η ολοένα και πιο έντονη παρουσία πολιτοφυλάκων που περιπολούσαν. Δεν γινόταν να του διαφύγει, μιας και αυτοί συνήθως κυκλοφορούσαν είτε ο καθένας μόνος, είτε ανά δυάδες. Τώρα, όμως, έβλεπε ομάδες των τριών και των τεσσάρων. Και όχι απλά περπατούσαν, αλλά σταματούσαν περαστικούς και τους μιλούσαν. Ο Βολφ, που πλέον άρχισε να ανησυχεί, πρόσεξε ότι οι πολιτοφύλακες ακουμπούσαν τα θηκαρωμένα πιστόλια τους και κατέγραφαν με τα μάτια τους ό,τι και όποιον έβλεπαν. Ήταν σαν οι Αρχές να είχαν μπει σε κατάσταση επιφυλακής. Κάτι έχει συμβεί, είπε μέσα του ο Βολφ. Κάτι πολύ σοβαρό. Βέβαια, οι ένστολοι δεν είχαν αρματωθεί με βαρύτερο οπλισμό, όπως ήταν τα τυφέκια Μάνλιντσερ. Αλλά το να βρίσκονται δέκα ή και παραπάνω από αυτούς σε ένα δρόμο, και ειδικά τέτοια ώρα (που δεν υπήρχαν πολλοί πολίτες)… Αυτό δεν ήταν σύνηθες.

Ο λοχαγός σκέφτηκε τα μέλη των δύο οικογενειών. Σκέφτηκε τις Άσπελ και τη γυναίκα και τον γιο του. Σκέφτηκε και τον επιλοχία που είχε αναλάβει να τους προστατεύσει. Σκέφτηκε τον Τζούρτζου και τους δολοφόνους του. Αυτή η υπόθεση ήταν η μόνη που ήξερε ότι έχει επικίνδυνες παραμέτρους. Μπορεί οι Βλάχοι να βρήκαν το διαμέρισμα; Μπορεί;… Μπορεί;…
Όχι. Όχι, όχι, όχι, Σε παρακαλώ, Θεέ μου, όχι!

Άνοιξε κι άλλο το παράθυρο και έβγαλε όσο μπορούσε το κεφάλι. Φώναξε στον αμαξά «Με ακούς;»
«Ναι, πείτε μου» απάντησε ο άλλος.
«Τι έγινε; Γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί πολιτοφύλακες στο δρόμο; Ξέρεις κάτι;»
«Από ό,τι άκουσα, έγινε ένα περιστατικό. Έπεσαν πυροβολισμοί. Πέθαναν δύο άντρες και τραυματίστηκαν δύο άλλοι».
«Πού έγινε;»
«Κοντά στην Οκάτσφα, σε ένα δρόμο που είναι γεμάτος μπάζα και μισοχτισμένα κτίρια».
Στην Οκάτσφα; Μόλις πριν λίγο την περάσαμε. Και είναι μακριά από τη δική μου πολυκατοικία, σκέφτηκε ο Βολφ. Αναστέναξε, καθώς ηρεμούσε λίγο. Ρώτησε «Ξέρεις γιατί έγινε όλο αυτό; Υπήρχαν μάρτυρες; Μήπως μίλησαν οι τραυματίες;»
«Υπήρχαν κάτι κουρελήδες άστεγοι και ένας συνάδελφος αμαξάς. Επίσης, στο περιστατικό ήταν και δύο γυναίκες και δύο παιδιά».
ΤΙ; Ω Θεέ μου! Ο Βολφ γούρλωσε τα μάτια του. «Τι απέγιναν; Ζουν; Ξέρεις; Πες μου, ξέρεις;» ρώτησε απότομα.
«Ζουν, ναι. Τις πήραν μαζί τους οι πολιτοφύλακες». Ο αμαξάς συνέχισε «Περίεργη υπόθεση, πάντως, κύριε. Πολλά άκουσα, αλλά δεν είμαι σίγουρος τι ισχύει. Δύο από τους νεκρούς ήταν μες στα αίματα. Λένε ότι δεν σκοτώθηκαν από τους πυροβολισμούς».
Ε; Τι σημαίνει πάλι αυτό; «Τι εννοείς; Από τι μπορεί να πέθαναν, δηλαδή;»
«Α, δεν ξέρω, κύριε. Μη με ρωτάτε, δεν έχω ιδέα. Όχι, καμία ιδέα».
«Είπες ότι άκουσες πολλά. Τι άκουσες;»
Ο αμαξάς άργησε να απαντήσει. «Να, σε λίγο φτάνουμε» είπε. «Στην οδό…»
«ΤΙ ΑΚΟΥΣΕΣ;»
«Καλά, κύριε, δε χρειάζεται να φωνάζετε έτσι». Ο αμαξάς καθάρισε τη φωνή του και ξεφύσησε. «Να, άκουσα ότι οι πολιτοφύλακες που πήγαν στο σημείο της σύγκρουσης είπαν ότι… εμ… οι νεκροί είχαν… στο λαιμό… κάτι τρύπες, σαν να τους είχαν καρφώσει με λεπτά μαχαίρια».
Ο Βολφ κάθισε βαρύς και δε ρώτησε τίποτα άλλο. Θα μας πεις ότι στο Μπραν υπάρχουν φανταστικά τέρατα, έτσι δεν είναι, Έμιλυ; είχε ρωτήσει ο Βολφ την κυρία Άσπελ στις πέντε του μήνα, όταν με τον Ράινχελ ανέλαβαν την αποστολή να βρουν τον Μαρτίν. Εκείνη είχε απαντήσει Ναι, Θίοντορ. Αυτό θα σας πω. Στο Μπραν, υπάρχουν τέρατα. Βρικόλακες. Νεκροζώντανα ανθρωπόμορφα όντα που βγαίνουν από τους τάφους τους, για να πιουν αίμα. Μόνο που δεν είναι φανταστικά, αλλά υπαρκτά. Πιστεύω ότι ο Φάμπιαν και το απόσπασμα θα κυνηγήσουν βρικόλακες.

Τα θυμόταν όλα αυτά, γιατί του φαίνονταν αδιανόητα. Και τι της είχε πει ο Βολφ; Δεν ξέρεις το παραμικρό, Έμιλυ. Συγνώμη που στο λέω έτσι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Δεν ξέρεις. Εδώ δεν ξέρουν η πολιτοφυλακή και το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα, που φυλάνε το Μπρασώφ και έχουν ερευνήσει το Μπραν. Πώς θα μπορούσες να ξέρεις εσύ, που μένεις τόσο μακριά; Είναι παράλογο!

Πολλά ήταν παράλογα σε αυτή την υπόθεση, ο Βολφ το ήξερε. Το Μπραν, ένα μικρό χωριό κοντά στα σύνορα. Ο τρόπος δράσης των εχθρών, το ποιόν τους, τα όπλα τους. Οι φήμες για αυτούς. Τα ευρήματα, οι μαρτυρίες. Το γράμμα του Φάμπιαν. Ο Κάρτερ. Ο Μαρτίν και η παρέα του. Ο Τζούρτζου που ποιος ήξερε τι είχε κάνει για το Μπραν. Και τώρα, οι περίεργοι φόνοι στη Βουδαπέστη και η κινητοποίηση της ντόπιας πολιτοφυλακής.
Ο λοχαγός έκλεισε τα μάτια, καθώς ένας ορυμαγδός από παλιότερες κουβέντες και σημειώσεις κατέκλυζε το μυαλό του.
Ράινχελ: Βρες τις Άσπελ και τους δικούς σου και σώσε τους. Προστάτευσε και την γυναίκα μου.
Μαρτίν: Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, μα και κατάρες, αγαπητέ Φάμπιαν. Γεμάτος αγγέλους, και διαβόλους. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι τι. Όσο για μένα, μπορείς να με σκέφτεσαι ως ένα καλό φίλο που αναζητά τις αλήθειες αυτού του κόσμου. Θα πάω στο Μπραν. Κάποτε έδωσα μια υπόσχεση στον Φάμπιαν. Ότι αναζητώ τις αλήθειες αυτής της ζωής. Αυτά που ακόμα δεν ξέρουμε, αλλά που υπάρχουν. Του είχα πει ότι, αν επρόκειτο για ακίνδυνα πράγματα, θα τα καταγράψω σε κάποιο βιβλίο. Αλλά αν έβρισκα επικίνδυνα πράγματα, τότε αλίμονο τους!
Χόπε: Θα πρέπει να πάμε και στην Αγγλία; Και… ποιος ξέρει πόσους άλλους έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια.
Κάρτερ: Πηγαίνω σε όλες τις Πολιτείες και όπου με χρειάζονται βοηθάω. Λούκυ Λουκ, ένας θρυλικός πιστολέρο, που πυροβολούσε πιο γρήγορα και από την σκιά του. Έτσι λέγεται και η υπηρεσία μου. Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Είμαι ο άνθρωπός σας, σας το εγγυώμαι.
Φάμπιαν: Θα δούμε πώς θα πάει, παίδες. Υπομονή και επιμονή. Δεν θα έρθετε εσείς οι δύο. Εγώ θα πάω, μαζί με όποιους άλλους βρούμε. Εσείς θα παραμείνετε εδώ. Θέλω να ξέρω ότι υπάρχουν εδώ τουλάχιστον δύο άτομα που μπορώ να εμπιστευτώ. Τρεις, συμπεριλαμβάνοντας και τον επιλοχία στην είσοδο. Εσύ και ο Ράινχελ θα μείνετε στον τοπικό σταθμό. Σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά, να μπορέσετε να περατώσετε την υπόθεση. Γνωριζόμαστε χρόνια και σας θεωρώ δικούς μου ανθρώπους. Μην αμφιβάλλετε για αυτό, σας παρακαλώ. Έχω τους λόγους μου που έπραξα τοιουτοτρόπως. Μην θεωρήσετε ότι δεν σας θεωρώ ικανούς. Δεν θα πίστευα ποτέ κάτι τέτοιο για εσάς. Θα επιστρέψω.
Κι άλλες φράσεις ανασύρθηκαν από την μνήμη του, αλλά δεν τους έδωσε σημασία. Ο Βολφ άνοιξε τα μάτια του, αποφασίζοντας πως πρώτα θα εξασφάλιζε την ακεραιότητα των μελών των δύο οικογενειών και μετά θα σκεφτόταν οτιδήποτε άλλο. Έπρεπε να κάνει ό,τι υποσχέθηκε, όπως περίμενε ότι θα κάνουν οι άλλοι στο Μπραν.

Έφτασαν στην πολυκατοικία του λίγο αργότερα. Ο Βολφ κατέβηκε, πλήρωσε τον αμαξά, αλλά του είπε να περιμένει. Έπειτα, ξεκλείδωσε και μπήκε στην πολυκατοικία και έτρεξε ως το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα, έλεγξε αν ήταν παραβιασμένη και τράβηξε το όπλο του. Μπήκε και έκλεισε. Φώναξε τα ονόματα των δύο γυναικών και των παιδιών. Δεν πήρε απάντηση. Έψαξε. Δε βρήκε κανέναν. Αλλά ανακάλυψε το γράμμα με τις κωδικοποιημένες σημειώσεις –σίγουρα ο επιλοχίας το έγραψε, σκέφτηκε. Δεν του πήρε πάνω από τρία λεπτά για να μάθει πού είχαν σκοπό να πάνε. Αναρωτήθηκε αν τα είχαν καταφέρει. Αλλά ήταν βέβαιος ότι θα το μάθαινε σύντομα. Έχωσε το χαρτί σε μια τσέπη του πανωφοριού του και έφυγε από το διαμέρισμα. Βγήκε από την πολυκατοικία και κοίταξε τριγύρω. Δεν έβλεπε κάποιον να ασχολείται μαζί του, οπότε θεώρησε ότι δεν παρακολουθούνταν. Ανέβηκε στην άμαξα, αφού έδωσε στον οδηγό τη διεύθυνση, τάσσοντάς του κι άλλα νομίσματα, και ξεκίνησαν.

Ο Βολφ τότε ήταν που σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε πάθει κάτι ο επιλοχίας. Ότι μπορεί να ήταν ένας από τους τραυματίες που είχε αναφέρει ο αμαξάς. Ή χειρότερα, να ήταν ένας από τους νεκρούς.
Και η γυναίκα του είναι έγκυος… Γαμώτο!

Ενώ η άμαξα διέσχιζε τους δρόμους της Βουδαπέστης, ο Βολφ σκέφτηκε και την σύζυγο του Ράινχελ. Εκεί είχε σκοπό να πάει ο επιλοχίας τις Άσπελ και την σύζυγο και τον γιο του. Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, τα σχέδιά του ανατράπηκαν βιαίως. Ο Βολφ ήταν σίγουρος ότι το περιστατικό που είχε αναφέρει ο αμαξάς και η κινητοποίηση της πολιτοφυλακής σχετίζονταν άμεσα με τον επιλοχία και τα μέλη των δύο Αυστριακών οικογενειών. Οι μπράβοι πρέπει να είχαν βρει πού έμεναν και ο συνάδελφός του είχε κρίνει ότι έπρεπε να απομακρύνει τις γυναίκες και τα παιδιά σε κάποια πιο ασφαλή τοποθεσία. Σύμφωνα με το γράμμα που είχε κρύψει, θεώρησε πως το διαμέρισμα των Ράινχελ θα ήταν καλό. Ο Βολφ αμφέβαλλε πλέον ακόμα και για την επιλογή που είχαν κάνει με τον Ράινχελ για το δικό του διαμέρισμα, γιατί ο Ορμπάν μπορεί εύκολα να πρόδιδε την τοποθεσία ή ό,τι άλλο θα του ζητούσε ο Τζούρτζου, προφανώς και την οδό που έμενε ο Ράινχελ. Αλλά ο επιλοχίας έπρεπε να πάρει μια δύσκολη απόφαση και το είχε κάνει, ελπίζοντας για το καλύτερο.
Αν ήμασταν εδώ, θα τους σκοτώναμε όλους τους, είπε μέσα του ο Βολφ και μίσησε τον εαυτό του που είχαν φύγει με τον Ράινχελ, αντί να… να…
Δεν έχει νόημα να τα σκέφτεσαι τώρα αυτά. Πρώτα, πάρε υπό την προστασία σου την οικογένειά σου και τις Άσπελ. Μετά, όταν αισίως τελειώσει αυτή η ιστορία, θα έχεις το χρόνο να έχεις όσες ενοχές θέλεις.
Ο Βολφ έγειρε πίσω στο κάθισμα και περίμενε να φτάσουν στον προορισμό τους.

*

7 προ μεσημβρίας
17 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Βουδαπέστη – Σύνορα Ουγγαρίας-Τρανσυλβανίας – Σιμπίου, Τρανσυλβανία
Ο Τζούρτζου άφησε τον άντρα που είχε αρπάξει για να τον ρωτήσει προς τι όλη αυτή η κινητοποίηση των Αρχών, και γύρισε προς την αποθήκη. Έμεινε να κοιτάζει την μισόκλειστη σάπια πόρτα. Από τη χαραμάδα, ξεπρόβαλλε δειλά-δειλά το σκοτάδι που επικρατούσε στο εσωτερικό –τα κεριά είχαν σβήσει εδώ και δύο ώρες. Ξεφύσησε εκνευρισμένος. Άκουσε παιδικές φωνές να πλησιάζουν από πιο κάτω στον ίδιο δρόμο με εκείνον. Είχε την παρόρμηση να αρπάξει κάνα σκουριασμένο σωλήνα ή κάποιο κομμένο παλούκι και να σφάξει όλα τα μούλικα, όπως τα σκεφτόταν. Ήταν εκνευρισμένος εκατό φορές περισσότερο από όσο ήταν χθες το βράδυ, όταν οι δικοί του του είχαν φέρει με έμμεσο τρόπο δυσάρεστα νέα για άλλη μια γαμημένη φορά. Εκείνος τους είχε απειλήσει να μην τον απογοητεύσουν ξανά. Και όχι απλά δεν τον υπάκουσαν, αλλά είχαν πέσει στα χέρια της πολιτοφυλακής κιόλας. Ο Τζούρτζου ήταν σίγουρος ότι στο περιστατικό για το οποίο έμαθε είχαν εμπλακεί οι δικοί του. Αυτό που τον έπειθε ήταν κάποιοι από τους μάρτυρες που είχαν βρεθεί εκεί (δύο γυναίκες και δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι), αλλά και ο παχουλός νεκρός. Από τους δικούς του, οι δύο εξ αυτών είχαν τραυματιστεί και τους πήγαν στο νοσοκομείο, όπου λογικά θα φυλάσσονταν. Ίσως και να είχαν ομολογήσει, οι μαλάκες. Μπορεί να τον είχαν καταδώσει. Μπορεί να είχαν πει και για το τι έκανε σε τούτη την αποθήκη.
Σκέφτηκε Οι δύο, αλλά ο τρίτος; Αυτός είχε πεθάνει. Έτσι του είπε ο άτυχος περαστικός, που το είχε ακούσει από έναν μπάρμπα του που βρέθηκε στο περιστατικό λίγο μετά από τους πυροβολισμούς. Ο Τζούρτζου είχε ρωτήσει τον ηλίθιο πώς πέθανε ο μπράβος του. Από πυροβολισμό, σωστά; είχε τονίσει. Όχι, είχε απαντήσει έντρομος ο άλλος, απλά του είχαν πάρει όλο το αίμα από κάτι τρύπες στον λαιμό του. Το ίδιο έπαθε και ένας άλλος, ένας χοντρός. Τι σήμαινε πάλι αυτό, ο Τζούρτζου δεν ήξερε. Ή μήπως ήξερε; Τα τελευταία τρία λεπτά δεν έλεγε να φύγει από τη σκέψη του το γεγονός ότι μάλλον ήξερε τι είχαν πάθει οι δύο άντρες που βρέθηκαν κατάχλομοι και με τρύπες στον λαιμό. Ο Τζούρτζου θυμόταν. Δύο Μαρτίου ήταν όταν έμαθε τι είχε συμβεί στο Μπραν. Βρικόλακες. Αυτό του είχαν πει οι Πάτακι Άκος, Γιούχαζ Άρπαντ, Πάστορ Ίμρε και Κέλεμεν Γιάκομπ, οι σωματοφύλακες του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, κατοίκου του Μπραν. Δεν είναι μύθος είχε τονίσει ο Κέλεμεν. Υπάρχουν και είναι πιο δυνατοί απ’ όσο φαντάζεσαι. Πρέπει να το μάθουν όλοι. Εγώ και οι φίλοι μου κάναμε το λάθος να μη μιλήσουμε. Αλλά εσύ μπορείς. Οι μπράβοι του Τζούρτζου είχαν σκοτώσει τους Ούγγρους, για να μη μιλήσουν και να μην πάνε υποψιασμένοι ο Άσπελ και το απόσπασμα, αν και αμφέβαλλε ότι θα είχαν πιστέψει τους σωματοφύλακες του Τσομπάνου, όπως δεν είχαν πάρει στα σοβαρά και όσα είπαν οι άλλοι κάτοικοι του χωριού που είχαν διαφύγει. Βέβαια, αυτοί οι Ούγγροι ήταν πρώην στρατιωτικοί, οπότε μπορεί και να μετρούσε παραπάνω ο λόγος τους… Και αυτοί δεν είχαν μιλήσει στις Αρχές για όσα είχαν ζήσει, και μπορεί να μην το έκαναν ποτέ, γιατί είχαν λερωμένη τη φωλιά τους… Ωστόσο, ο Τζούρτζου τότε είχε θεωρήσει ότι δεν έπρεπε να τους αφήσει να ζήσουν άλλο. Και η τακτική του είχε αποτέλεσμα: ο Άσπελ και το απόσπασμα έπεσαν στην παγίδα, απ’ ό,τι μάθαινε, και η Αυστροουγγαρία ήταν σε αυξημένη επιφυλακή. Είχαν ταρακουνηθεί οι μαλάκες και, το πιο αστείο, ήταν πως ήξεραν τι γινόταν στο Μπραν, αλλά επέλεγαν να το αγνοήσουν. Δεν πίστευαν τα περί βρικολάκων και ιδού πού είχαν φτάσει.

Ο Τζούρτζου κανονικά θα ήταν παραπάνω από ικανοποιημένος από τις εξελίξεις. Αυτό, όμως, που συνέβη στους δικούς του, στον ένα από αυτούς ειδικά, και στον χοντρό κατάσκοπο τον ανησυχούσε. Ο τρόπος θανάτωσής τους έμοιαζε με όσα είχε μάθει για τους βρικόλακες, πώς επιτίθονταν και σκότωναν τα θύματά τους. Κάτι τέτοιο θα είχε πάθει και ο Άσπελ, αλλά στο Μπραν. Στο Μπραν, τόνισε στο μυαλό του. Στο γαμημένο κωλοχώρι. Που είναι πολύ μακριά από εδώ, σε μια άλλη χώρα –στον νου του, όλη η Τρανσυλβανία δεν ανήκε στην Αυστροουγγαρία, αλλά ήταν κομμάτι της Βλαχίας. Αν, όμως, ένα από αυτά τα φρικιά είχε διαφύγει και ήρθε στη Βουδαπέστη…
Μα πώς; Και πώς γίνεται να μην έχει ακουστεί τίποτα σχετικό; αναρωτιόταν. Ο Ορμπάν δεν του είχε πει κάτι, ότι οι εχθροί τους είχαν προχωρήσει πέραν από το Μπραν και όδευαν προς τη Βουδαπέστη. Να μην ήξερε; Είναι άχρηστος, ναι. Αλλά αυτά μαθαίνονται. Κι αυτός είναι διοικητής του τοπικού σταθμού της Αντικατασκοπείας. Θα έπρεπε να ξέρει.
Ο Τζούρτζου διερωτήθηκε μήπως ο Ορμπάν τού είχε κρύψει τι συνέβαινε, όμως απέρριψε την ιδέα. Ο μαλάκας φοβόταν και τη σκιά του και αποζητούσε τις συμβουλές του Τζούρτζου ακόμα και για θέματα για τα οποία έπρεπε να ξέρει πώς να τα διαχειριστεί. Άρα, τι είχε γίνει χθες; Πώς βρέθηκε εδώ ένας βρικόλακας; Μήπως όπως και οι σωματοφύλακες του Τσομπάνου; Κι αυτοί είχαν έρθει δίχως να τους πάρουν χαμπάρι οι Αρχές της Βουδαπέστης. Αν τα είχαν καταφέρει αυτοί σαν άνθρωποι που ήταν, τότε γιατί όχι και ένα βαμπίρ, που…

Ένιωσε την καρδιά του να βροντοχτυπάει στο στήθος του. Ο Τζούρτζου έριξε μια ματιά τριγύρω του. Δεξιά, αριστερά, βόρεια και νότια. Κάτω στο δρόμο έως την κορυφή των σκεπών. Ήταν ακόμα αρκετά σκοτεινά. Θα μπορούσε να κυκλοφορεί κάπου εκεί κοντά ένα βαμπίρ;

Η αποθήκη… Ο Τζούρτζου γύρισε προς το βρόμικο κτίσμα. Η χαραμάδα ήταν εκεί και διέχεε το δικό της σκοτάδι. Στο οποίο θα μπορούσε να κρύβεται ένα τέρας που διψά για αίμα. Σκέφτηκε ότι μπορεί το τέρας να είχε βρει άλλη κρυψώνα, αλλά αυτός δεν είχε σκοπό να το ανακαλύψει.
Ξάφνου, ο Βλάχος ήθελε να φύγει αμέσως από εκεί και να μην επιστρέψει ποτέ ξανά.

Άρχισε να απομακρύνεται από την αποθήκη. Σταμάτησε να σκέφτεται τα περί βρικολάκων στη Βουδαπέστη και να συλλογίζεται τι θα έκανε. Θα πήγαινε στο διαμέρισμά του, θα έπαιρνε κάποια πράγματα και θα έφευγε. Ίσως να έστελνε και ένα γράμμα στην πρεσβεία, ότι είναι άρρωστος, για να μην τον αναζητήσουν για τις επόμενες μια δυο μέρες, οπότε και θα είχε αρκετό χρόνο για να το σκάσει για κάποια άλλη χώρα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει στην Οραντέα της Τρανσυλβανίας, όταν η Κόμισσα κάθισε στο σκληρό έδαφος στο εσωτερικό της σπηλιάς που είχε βρει στο δάσος έξω από την πόλη. Είχε μπει αρκετά βαθιά, για να μην τη φτάνει το φως. Βρήκε κουφάρια και κόκαλα από νεκρά ζώα, ενώ το μέρος βρομούσε και ήταν γεμάτο υγρασία και έντομα. Η Κόμισσα ξάπλωσε σε ένα σημείο που ο βράχος σχημάτιζε μια κοιλότητα. Έχοντας πιει τόσο πολύ αίμα τις τελευταίες ώρες, ένιωθε ασύλληπτα ανανεωμένη. Θα μπορούσε να πετάξει ως το Μπραν πριν ο ήλιος φανερωθεί εντελώς, όμως ήθελε να φυλάξει όλες τις δυνάμεις της για το επόμενο βράδυ, οπότε και μαζί με τα τέκνα της θα εξουσίαζαν τους άντρες που είχαν πάει στο χωριό. Ήταν πολλοί, το ήξερε. Ακόμα και αν δεν της το έλεγε η Ρεβέκκα, θα το μάντευε. Είχαν και κανόνια μαζί τους, για να γκρεμίσουν το κάστρο. Αυτό ήταν το λιγότερο που ένοιαζε την Κόμισσα. Αφού είχαν σκοπό να φύγουν από το Μπραν και να καταλάβουν τον κόσμο, το κάστρο δεν θα τους ήταν χρήσιμο. Εκτός αυτού, είχε ζήσει μέσα σε εκείνους τους τοίχους τόσες πολλές μέρες δυστυχίας και στον περιβάλλοντα χώρο του είχε δει να πεθαίνει βάναυσα ο αγαπημένος της στρατιώτης. Δεν είχε ζήσει τίποτα το καλό εκεί μέσα, οπότε η καταστροφή του περισσότερο θα την ωφελούσε, παρά θα την έβλαπτε. Ίσως να το έριχνε η ίδια κιόλας. Ίσως έτσι να αγαλλίαζε η ψυχή του Ίλιε.
Η Κόμισσα έκλεισε τα μάτια της.

«Ένας βρικόλακας μπορεί να ζήσει αιωνίως, για εκατονταετίες ολόκληρες, αν δε φονευθεί. Μπορεί να σκοτωθεί από το φως του ήλιου, αν και ως προς αυτό υπάρχουν διφορούμενες απόψεις. Κάποιοι λένε ότι ο ήλιος σκοτώνει τα βαμπίρ, άλλοι λένε ότι τα κάνει πιο αδύναμα… Όμως, αυτό στο οποίο συμφωνούν όλοι είναι πως ένας βρικόλακας πεθαίνει αν τον μαχαιρώσεις στην καρδιά και αν του κόψεις το κεφάλι. Αυτοί είναι οι πιο σίγουροι τρόποι για να τον κάνεις σκόνη -κυριολεκτικά» είπε ο Μαρτίν στον Ράινχελ, που καθόταν δίπλα του και οδηγούσε την άμαξα που είχαν νοικιάσει.

Βρίσκονταν έξω από την πόλη του Σιμπίου και κατευθύνονταν με άμαξα προς το Μπρασώφ. Είχαν αναγκαστεί να κατέβουν νωρίτερα από το τρένο, γιατί, λόγω της επιφυλακής, όλες οι αφίξεις που περνούσαν από τα Εδάφη του Σαιντ Στεφάν περνούσαν από ελέγχους. Ο Ράινχελ είχε προτείνει να κατέβουν στην Κλουζ-Ναπόκα και να συνεχίσουν με άμαξα, για να αποφύγουν τους πολλούς ελέγχους. Ήταν κάτι που είχαν συζητήσει και με τον Βολφ στο σταθμό του Άμστερνταμ, όσο περίμεναν να βρει ο Μαρτίν τους άλλους. Όσο λιγότεροι ήξεραν για τη συμμετοχή των Ολλανδών, τόσο το καλύτερο. Οι ερωτήσεις που θα γίνονταν αργότερα, μετά το πέρας της επιχείρησης στο Μπραν, θα ήταν πιο δύσκολες αν είχαν πολλούς μάρτυρες που θα παραδέχονταν την ύπαρξη του Μαρτίν και της παρέας του. Με τον Κάρτερ κάπως τα καταφέραμε, είχε σχολιάσει ο Βολφ. Του βρήκαμε μια ταυτότητα, έγγραφα. Με τους Ολλανδούς δεν κάναμε τόση προεργασία. Το μόνο που έχουμε να παρουσιάσουμε είναι η προτροπή του Φάμπιαν, οι αποφάσεις του οποίου είναι ήδη υπό αμφισβήτηση. Ο Ράινχελ είχε συμφωνήσει. Άλλωστε, είχε πει στον λοχαγό, θα είμαι μαζί τους. Θα πείσουμε τους ντόπιους στρατιωτικούς, και αυτό θα μας είναι αρκετό.
Ο Μαρτίν, όπως και ο Χόπε (που καθόταν στο εσωτερικό της άμαξας μαζί με τον Γιούρις και τη Φρίντα), έλεγχαν το περιβάλλον γύρω τους. Με εξαίρεση τα δύο φανάρια που κρέμονταν μπροστά στην άμαξα και τα κεριά ή τις λάμπες λαδιού των περιστασιακών αγροτόσπιτων που διέκριναν στον ορίζοντα, το σκοτάδι επικρατούσε, αν και πλέον είχε αρχίσει να αναδεικνύεται ο ήλιος. Οι σκιές των δέντρων και της λοιπής βλάστησης έδιναν τη θέση τους στα πραγματικά φυτά που έκρυβαν. Ο αέρας ήταν κρύος και ο ουρανός συννεφιασμένος. Ο Μαρτίν είχε κάτσει μπροστά, για να έχει παρέα ο Ράινχελ, αλλά και γιατί πλέον είχαν περάσει σε χωράφια όπου υπήρχαν αρκετοί μύθοι για τέρατα που λυμαίνονταν την Τρανσυλβανία. Βέβαια, εκτός των υπερφυσικών όντων, υπήρχαν και οι περιφερόμενοι τσαρλατάνοι, ληστές κλπ, που μπορεί να επιτίθονταν. Κάτω από το ναυτικό πανωφόρι του, είχε σε ετοιμότητα τα δύο πιστόλια, το σπαθί και τον σταυρό του -τα υπόλοιπα όπλα ήταν κι αυτά σε ετοιμότητα, αν χρειάζονταν.
«Οι σφαίρες δεν κάνουν δουλειά, δηλαδή;» ρώτησε ο Ράινχελ. «Αν τον σημαδέψεις και τον πετύχεις στην καρδιά, από μικρή απόσταση;»
«Είναι αμφίβολο, γιατί η σφαίρα μπορεί να μην πετύχει την καρδιά. Μπορεί να εξοστρακιστεί μέσα στο σώμα του και να πάει σε άλλο όργανο, όπως τους πνεύμονες. Το σπαθί ή ένα παλούκι και σφυρί είναι πιο ασφαλείς επιλογές. Και όσο για τον αποκεφαλισμό, δεν είναι αρκετός από μόνος του. Η καρδιά πρέπει να σφαχτεί οπωσδήποτε».
«Δηλαδή, τόσα τυφέκια από το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού που θα έχουμε στη διάθεσή μας… Μας είναι άχρηστα;»
«Όχι. Βλέπεις, κι εμείς έχουμε μαζί μας πιστόλια. Χρειάζονται κι αυτά. Αν τον πετύχεις το βρικόλακα στο κεφάλι ή και στο στήθος, θα τον καθυστερήσεις λίγο. Για μια ή δυο στιγμές, ας πούμε. Αλλά μπορεί να σου είναι αρκετό, για να τραβήξεις το σπαθί σου ή τον σταυρό σου. Ο σταυρός είναι ένα μέσο προστασίας, πολύ χρήσιμο απέναντι σε βρικόλακες που κάποτε είχαν μεγαλώσει ως πιστοί χριστιανοί. Πλέον, είναι δούλοι του Διαβόλου, οπότε ο σταυρός τούς φοβίζει, τους παραλύει. Αν έχεις και αγιασμό, όπως έχω εγώ, και τους τον αδειάσεις πάνω τους, τους καις. Μπορεί να μην γίνουν σκόνη, αλλά σίγουρα θα τους πλήξεις. Θα πονέσουν». Ο Μαρτίν συνέχισε «Είπες ότι ο στρατός που φυλάσσει το Μπραν είναι του Πυροβολικού. Άρα, θα έχουμε και κανόνια στη διάθεσή μας, σωστά;»
«Σωστά». Ο Ράινχελ έριξε μια ματιά στον Μαρτίν. «Μη μου πεις ότι ούτε αυτά κάνουν ζημιά στους βρικόλακες». Χαμογέλασε, αν και ανησυχούσε για όσα μάθαινε για τα τέρατα. Τώρα που ήταν μακριά από το αστικό τοπίο της Βουδαπέστης ή του Άμστερνταμ και που δεν είχε μαζί του τον Βολφ να του υπενθυμίζει όλες εκείνες τις υποθέσεις αντικατασκοπείας που αναλάμβαναν κατά καιρούς, πίστευε ολοένα και πιο πολύ ότι οι εχθροί τους ήταν βρικόλακες. Ίσως έφταιγε και η αμφίεση που είχε επιλέξει ο κάθε ένας από τους Ολλανδούς συνταξιδιώτες τους (που του θύμιζαν περισσότερο σαν ηθοποιούς του θεάτρου ή της όπερας, παρά σαν πραγματικούς πολεμιστές). Αυτό που ήταν βέβαιο ότι τον έπειθε για το ποιόν των τεράτων ήταν η τύπισσα που είχαν μαζί τους, η Φρίντα. Αυτή η εξωτικής ομορφιάς γυναίκα-δαίμονας (Σουκούμπους, την είχαν αποκαλέσει) που κουβαλούσαν ως το Μπραν. Όπως και ο Βολφ, έτσι και ο Ράινχελ δεν πίστευε ότι είχαν δεχτεί να έχουν μαζί τους, στην πλευρά τους, μια δούλη του Διαβόλου. Βγάζοντας αυτό στην άκρη, όμως, κάτι που λυπούσε τον επιλοχία ήταν ότι, κρίνοντας από την εντελώς ανθρώπινη εμφάνισή της Φρίντα, καταλάβαινε πλέον πώς και κανένας στρατιωτικός δεν θα πειθόταν εύκολα για την ύπαρξη βρικολάκων. Αν ήταν κι αυτοί τόσο όμοιοι με τους ανθρώπους, όσο ήταν η Φρίντα… Και ο Φάμπιαν, δηλαδή, το δέχτηκε, αλλά ήταν αργά πια.
«Τα κανόνια» απάντησε ο Μαρτίν «κάνουν δουλειά, ναι. Όπως και ο δυναμίτης. Αν διαλύσεις το στήθος του βαμπίρ, αν καταστρέψεις την καρδιά του γενικά, τότε θα το σκοτώσεις. Όμως, όπως και με τα τυφέκια και τα πιστόλια, έτσι και με τα εκρηκτικά όπλα πρέπει να έρθεις πολύ κοντά με το τέρας. Και εκεί αρχίζουν άλλα προβλήματα».
«Μπορεί να τραυματιστείς άσχημα ή και να πεθάνεις και εσύ».
«Ακριβώς. Και το να στοχεύσεις από μακριά, ελπίζοντας ότι θα πετύχεις ένα ον που μπορεί να τρέχει πολύ πιο γρήγορα από τον κάθε άνθρωπο και που μπορεί να πετάει… Καταλαβαίνεις ότι ρισκάρεις. Μπορεί να αστοχήσεις, και άντε να γεμίσεις ξανά». Ο Μαρτίν αναστέναξε. «Αλλά μπορεί να μας χρειαστούν κι αυτά. Καλύτερα που τα έχουμε στη διάθεσή μας. Για παν ενδεχόμενο».
«Μάλιστα». Ο Ράινχελ ρώτησε «Πώς δημιουργούνται οι βρικόλακες; Πώς γίνεται κάποιος βρικόλακας;»
«Αν τον δαγκώσει ένας άλλος βρικόλακας και αν του δώσει να πιει το μολυσμένο αίμα του. Έχω ακούσει, όμως, ότι μπορεί να γίνεις βρικόλακας και αφού μόλις έχεις πεθάνει».
«Ε; Πώς;»
«Επιλοχία, θέλω να καταλάβεις κάτι. Όλα αυτά που σου λέω τα έχω διαβάσει κάπου ή τα έχω ακούσει από γέροντες ή τρελούς. Δεν τα έχω διαπιστώσει ο ίδιος. Δεν έχω εξακριβώσει κατά πόσο ισχύουν. Με απλά λόγια, δεν έχω έρθει αντιμέτωπος με έναν βρικόλακα, για να μπορέσω να τον μελετήσω και να μάθω από αυτόν για αυτόν. Ούτε λυκανθρώπους έχω αντιμετωπίσει, ούτε δράκους, ούτε φαντάσματα… Ούτε εγώ, ούτε ο Γιούρις, ούτε ο Χόπε».
«Και η Φρίντα; Είπατε ότι είναι δαίμονας, σωστά;»
«Ναι. Για την ακρίβεια, η Φρίντα είναι το δεύτερο πραγματικό υπερφυσικό ον που βλέπω. Ο δεύτερος δαίμονας που αντιμετωπίζω, και μάλιστα το ίδιο βράδυ. Πριν πάω να βρω τους άλλους δύο, πέρασα από το ίδρυμα που έχουν πάει την μητέρα μου. Στο δωμάτιό της υπήρχε ένας δαίμονας της αφρικανικής μυθολογίας, ο Ποπομπάουα».
«Τι; Ποιος δαίμονας;»
«Ο Ποπομπάουα».
Ο Ράινχελ τον κοίταξε με σμιγμένα φρύδια. «Τώρα επινοείς δικά σου ονόματα δαιμόνων, Μαρτίν;»
Ο Μαρτίν χαμογέλασε. «Μακάρι να το έκανα. Τέλος πάντων. Άλλη ιστορία αυτή. Μη σε απασχολεί. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια που ψάχνουμε για υπερφυσικά όντα έχουμε βρει μόνο ψεύτες και δεισιδαίμονες ανθρώπους που βλέπουν ό,τι θέλουν, για να τραβήξουν την προσοχή ή για να τρομάξουν μικρά παιδιά. Οπότε τα περισσότερα απ’ όσα ξέρω είναι θεωρητικά, όχι πρακτικά». Αναστέναξε ξανά. «Οι κάτοικοι του Μπραν ξέρουν πιο πολλά από εμένα. Ο Φάμπιαν» πήγε να πει ήξερε, αλλά το διόρθωσε έγκαιρα «ξέρει πιο πολλά από εμένα. Υποθέτω ότι και ο αδερφός του, ο Αμερικάνος, ξέρει…»
«Πιο πολλά από εσένα. Κατάλαβα, Μαρτίν. Αλλά αυτά τα θεωρητικά, που λες ότι ξέρεις, αυτοί που στα είπαν ή εκεί όπου τα διάβασες… Θα πρέπει να έχουν κάποια δόση αλήθειας, έτσι δεν είναι;»
«Αυτό πιστεύουμε, ναι. Πάρε τη Φρίντα, για παράδειγμα. Είχαμε διαβάσει κάποια πράγματα για τους Σουκούμπους στο βιβλίο Οι μάγισσες του Σάλεμ Βίλατζ ή Πώς να σκοτώσεις μια δούλη του Διαβόλου. Ένα από αυτά που μάθαμε ήταν το πώς να φέρεις στην πραγματικότητα έναν τέτοιο δαίμονα. Κι αυτό έκανε ο Γιούρις. Είχε πιει, ήταν μόνος και επικαλέστηκε τη Σουκούμπους και… εγένετο η Φρίντα».
«Πάνω σε αυτό…» Ο Ράινχελ καθάρισε τον λαιμό του. Κοίταξε τον Μαρτίν. «Δεν ξέρω κατά πόσο εμπιστεύομαι τον φίλο σου, τον Γιούρις. Ο Χόπε είναι πιο σοβαρός».
«Πολύ πιο σοβαρός. Αλλά και πολύ πιο αγχώδης, όπως σας είχα πει χθες».
«Ναι… Κοίτα, καταλαβαίνω ότι γνωρίζεστε από παλιά, ότι είστε ομάδα, αλλά δεν πάμε βόλτα στην εξοχή. Πάμε σε ένα μέρος όπου έχουν πεθάνει και από το οποίο έχουν εξαφανιστεί άνθρωποι. Είναι σοβαρά τα πράγματα, Μαρτίν. Ο Μπόντεμαν δε δείχνει να παίρνει την όλη κατάσταση στα σοβαρά. Περισσότερο φαίνεται να νομίζει ότι πάμε κάπου όπου γίνεται καβγάς, να παίξουμε κι εμείς μπουνιές και κλοτσιές. Τίποτα το πολύ απειλητικό, δηλαδή».
Ο Μαρτίν ένευσε. «Ο Γιούρις δίνει αυτή την εντύπωση, όντως. Αλλά σε διαβεβαιώνω, όταν χρειαστεί, θα κάνει αυτό που πρέπει. Όταν βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο με νεκροζώντανα τέρατα, δεν θα έχει κανείς μας άλλη επιλογή. Ακόμα και αν πει ανοησίες πάνω στη μάχη, ο Γιούρις θα κάνει το καθήκον του».
Ο Ράινχελ κούνησε το κεφάλι του, αβέβαιος. «Δεν ξέρω. Το ότι έφερε στην πραγματικότητα αυτή την γυναίκα, δαίμονα, ό,τι είναι… Εμένα μου δείχνει ότι δεν είναι και ο πιο έμπιστος άνθρωπος».
«Τζόνας, αν το πίστευα αυτό, δεν θα τον έφερνα στην αποστολή μας. Δεν θα τον έπαιρνα μαζί μου σε καμιά αποστολή. Θυμήσου ότι όπου πηγαίναμε με τον Χενκ και τον Γιούρις υπήρχαν φήμες για τέρατα που βλάπτουν ή τρομοκρατούν ανθρώπους. Δεν πηγαίναμε βόλτα στην εξοχή. Πηγαίναμε για δουλειά, για μια επικίνδυνη δουλειά. Απλά, τύχαινε να ανακαλύπτουμε πως δε συμβαίνει κάτι σαν αυτό που ψάχναμε εξ αρχής. Όμως, είχαμε κατά νου όσα ξέραμε θεωρητικά και με βάση αυτά πηγαίναμε κατάλληλα εξοπλισμένοι. Όπως τώρα. Και» πρόλαβε τον Ράινχελ, που πήγαινε να πει κάτι «στην περίπτωση του Μπραν, οι Αρχές μιλάτε για εχθρούς πιθανότατα από άλλη χώρα. Αυτή είναι η επίσημη θέση σας. Έχω δίκιο;»
«Ναι. Αλλά ο Φάμπιαν άλλαξε γνώμη. Και για να πω την αλήθεια, κι εγώ έχω αλλάξει γνώμη. Παρότι δεν έχω δει καν το χωριό».
«Να ξέρεις κάτι, μακάρι να έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους και όχι με βαμπίρ. Μακάρι να είναι άνθρωποι σαν εσένα και εμένα, Τζόνας. Θα είναι πολύ πιο εύκολα τα πράγματα για εμάς».
«Με δουλεύεις; Εσύ δεν ήσουν σίγουρος ότι είναι βρικόλακες; Έλεγες ότι δεν αμφιβάλλεις καθόλου…»
«Ναι. Αλλά σε κάθε μία από τις περιπτώσεις που αναλαμβάνουμε με τον Γιούρις και τον Χενκ εύχομαι να μην υπάρχει το τέρας για το οποίο μαθαίνουμε. Ενδόμυχα, ξέρω ότι υπάρχουν υπερφυσικά τέρατα, μα πάντα ελπίζω να κάνω λάθος. Γιατί αν υφίστανται… Τα πράγματα θα γίνουν πολύ δύσκολα για την ανθρωπότητα». Ο Μαρτίν ολοκλήρωσε τη σκέψη του λέγοντας «Κι αυτό είναι κάτι που λαμβάνουν υπ’ όψιν τους και ο Γιούρις και ο Χενκ».
«Μάλιστα».

Ο Ράινχελ είδε από μακριά έναν καβαλάρη να πλησιάζει με το άλογό του. Ήταν ένας άντρας με παχύ μουστάκι, κρυμμένος κάτω από ένα πανωφόρι φτιαγμένο από προβιά. Τους προσπέρασε χωρίς να τους χαιρετίσει. Από το βλέμμα του, κατάλαβαν ότι είτε δεν είχε ξυπνήσει καλά, είτε πως δεν του άρεσαν οι ξένοι, είτε και τα δύο. Όταν του το ανέφερε ο επιλοχίας, ο Μαρτίν σχολίασε «Μπορεί να φταίει η κατάσταση στο Μπραν. Εδώ πέρα πιστεύουν πολύ σε δεισιδαιμονίες».
«Όντως. Μας το είχε πει και ο Φάμπιαν αυτό. Είχε έρθει παλιότερα σε τούτα τα μέρη. Κυνηγούσαν έναν δραπέτη». Ο Ράινχελ είπε εν τάχει την ιστορία που τους είχε αφηγηθεί ο ταγματάρχης. Στο τέλος, είπε «Σκέφτηκα κάτι. Αυτή η Κόμισσα, που ανέφερε η Φρίντα».
«Ναι;»
«Πρέπει να ήταν η “δαιμόνισσα” για την οποία είχαμε διαβάσει στην επιστολή των Ούγγρων μισθοφόρων του 17ου αιώνα, σωστά; Από τη στιγμή που ζουν αιωνίως, όπως είπες;»
«Ναι, αυτό πιστεύω και εγώ. Αν και κάπου τότε, το 1610 ή λίγο πιο μετά, πέθανε η κόμισσα Μπάθορι».
«Αυτή που ήταν αιμοδιψής;»
«Ναι».
«Δεν είπες, όμως, ότι δεν είχε κάτι το υπερφυσικό;»
«Ναι, το είπα. Αλλά τώρα αναρωτιέμαι αν σχετίζονται κάπως αυτές οι δύο».
«Πώς; Η μία ζούσε στην Ουγγαρία, η άλλη στην Τρανσυλβανία. Και για να λένε ότι η Μπάθορι πέθανε, πρέπει να ισχύει. Δηλαδή, την έθαψαν. Την είδαν ότι είναι αυτή η ίδια που κείτεται στο φέρετρο».
Ο Μαρτίν συμφώνησε. «Ναι. Μάλλον, υπερβάλλω. Απλά, είναι τόσες πολλές οι σκέψεις μου από πράγματα που έχω διαβάσει και ακούσει, που… Καταλαβαίνεις, μπερδεύονται λίγο στο μυαλό μου». Χαμογέλασε. «Ξέρεις, σε αυτή τη δουλειά, αν αρχίσεις και πιστεύεις στην ύπαρξη των όντων που κυνηγάς, τότε μπορεί να χάσεις το δρόμο σου. Μπορεί να καταλήξεις να αμφιβάλλεις για τα πάντα. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή από μέρους σου, να μην παρασυρθείς και γίνεις… τρελός».
Ο Ράινχελ δεν μίλησε.
«Μην ανησυχείς, επιλοχία» του είπε ο Μαρτίν και τον χτύπησε απαλά στην πλάτη. «Ξέρω ότι ήμουν κλεισμένος σε τρελάδικο. Δεν έχω πρόβλημα να μιλήσω για αυτό».
«Να σου πω κάτι, Μαρτίν;»
«Δεδομένου ότι είμαστε στην περιοχή δικαιοδοσίας σου και άρα εσύ κάνεις κουμάντο, νομίζω πως μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα».

Ο Ράινχελ χαμογέλασε. «Εντάξει. Αυτό που είπες για τη δουλειά που κάνετε με τον Γιούρις και τον Χενκ ισχύει και για τη δική μου δουλειά. Δεν είναι το πιο σύνηθες, αλλά μπορεί να συμβεί. Μπορεί να χαθείς καθώς ψάχνεις για εχθρούς. Πολλά απ’ όσα μαθαίνεις δεν είναι αλήθεια ή εμπεριέχουν λίγη αλήθεια». Ο Ράινχελ ρούφηξε τη μύτη του, καθώς σοβάρευε ξανά. «Κι αυτό ίσως να έπαιξε ρόλο που αγνοείται ο Φάμπιαν. Γιατί δεν ήξερε αν έπρεπε να πιστέψει όσα έλεγαν οι χωρικοί του Μπραν. Έπρεπε να πάει από κοντά για να διαπιστώσει τι συμβαίνει. Για να δει ότι οι χωρικοί είχαν δίκιο και πως όντως υπάρχουν βρικόλακες. Αλλά τότε… τότε…» Σταμάτησε να μιλάει. Η φωνή του είχε ήδη αρχίσει να σπάει.
Ο Μαρτίν έπιασε το μπράτσο του διπλανού του και του είπε «Μη χάνεις τις ελπίδες σου, Τζόνας. Τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Έχε πίστη».
«Ελπίζω. Μόνο αυτό μου έχει μείνει, άλλωστε. Η πίστη μου ότι ο Φάμπιαν ζει».

*

10 προ μεσημβρίας
14 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Μπρασώφ
Η Καταλίνα Μπάνικα, το κορίτσι που το απόσπασμα των ορειβατών τυφεκιοφόρων (με επικεφαλής τον Φάμπιαν) είχε περισυλλέξει από τα κατεστραμμένα πράγματα και τα νεκρά άλογα των τσιγγάνων, χάρηκε όταν είδε τον δεκανέα Ίλις να μπαίνει στον προαύλιο χώρο του ορφανοτροφείου θηλέων που το είχαν πάει. Έφυγε από την επίβλεψη της δασκάλας της και από τις συμμαθήτριές της και όρμησε τρέχοντας προς τον νεαρό, που τώρα δε φορούσε στολή, αλλά ένα απλό κουστούμι και πανωφόρι. Εκείνος γονάτισε χαμογελώντας της και τον αγκάλιασε. Η δασκάλα της Καταλίνα τούς πλησίασε χαμογελώντας κι αυτή. Όπως και ο φύλακας που του είχε ανοίξει, έτσι και η δασκάλα ήξερε ποιος είναι ο Ίλις, μιας και δεν ήταν η πρώτη φορά που την επισκεπτόταν, συν ότι η μικρή μιλούσε συνέχεια για τον δεκανέα, διερωτώμενη πότε θα τον ξαναδεί. Ο Ίλις ζήτησε άδεια από τη δασκάλα να μιλήσει για λίγο με την Καταλίνα. Η δασκάλα πήρε μια παιχνιδιάρικη έκφραση σαν να το σκεφτόταν, ενώ άκουγε τα παρακάλια της μαθητευομένης της, και τελικά έδωσε την άδειά της και επέστρεψε στις άλλες μαθήτριες-οικότροφους.

Ο Ίλις και η Καταλίνα προχώρησαν προς την άκρη του περιβάλλοντα χώρου, λίγο πριν το μικρό δάσος που υπήρχε (και στο οποίο έκαναν μάθημα για τη γη, τις καλλιέργειες κλπ) και κάθισαν κοντά στην άκρη ενός από τους ξύλινους πάγκους, κάτω από το σκέπαστρο όπου τα κορίτσια του ορφανοτροφείου έπαιρναν το μεσημεριανό τους. Ο δεκανέας παρατήρησε το κορίτσι. Όπως και την προηγούμενη φορά που το είχε δει, έτσι και τώρα διαπίστωνε ότι ήταν καθαρό. Η άσπρη-γκρίζα στολή που φορούσαν όλα τα κορίτσια του ορφανοτροφείου ήταν ζεστή και, σε συνδυασμό με την κοτσίδα, έκανε την Καταλίνα να μοιάζει με μια μικρή δεσποινίδα που εργάζεται με την μητέρα της σε κάποιο μεγάλο σπίτι. Κατά την πρώτη του επίσκεψη, ο Ίλις την είχε ρωτήσει πώς της φαίνεται το ορφανοτροφείο και η Καταλίνα του είχε πει ότι της άρεσε. Ήταν πολύ νωρίς, βέβαια, ούτε τρεις μέρες δεν είχε συμπληρώσει εδώ, αλλά, μετά τον εφιάλτη που είχε ζήσει και μη έχοντας πλέον τους γονείς, τα αδέρφια και τους θείους της, τούτο το μέρος ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να έχει. Ο Ίλις είχε μιλήσει και με τη δασκάλα της Καταλίνα και είχε μάθει πώς ζούσαν οι οικότροφοι και πώς τους συμπεριφέρονταν οι εκπαιδευτικοί τους (με γνώμονα την πειθαρχία και την προετοιμασία για την ζωή της μελλοντικής συζύγου, αλλά επιδεικνύοντας και την απαραίτητη αγάπη). Είχε πει στη δασκάλα κάτω από ποιες συνθήκες είχαν βρει την μικρή, οπότε της είχε τονίσει ότι καλό θα ήταν να μην τη ζορίσουν πολύ, ειδικά στην αρχή. Ένας θεός ξέρει τι είδε, είχε πει ο Ίλις. Ούτε να το φαντάζομαι δεν θέλω. Η νεαρή δασκάλα τον είχε ακούσει με προσοχή και του υποσχέθηκε ότι θα έπραττε αναλόγως. Κι απ’ ό,τι φαινόταν, δεν του είχε πει ψέματα.

«Ο κύριος Φάμπιαν είναι καλά;» ρώτησε η Καταλίνα. Είχε ρωτήσει τον Ίλις και όταν ήταν στο νοσοκομείο (την πρώτη μέρα που είχαν έρθει στο Μπρασώφ), αλλά και όταν ήρθε εδώ. Τον είχε συμπαθήσει τον ταγματάρχη. Της είχε φερθεί με περίσσεια αγάπη τότε που τη βρήκαν. Της είχε καθαρίσει μέχρι και το πρόσωπο από τις βρομιές του εδάφους. Αυτός ήταν που είχε διατάξει να περιμένει το απόσπασμα, μέχρι να απεγκλωβίσουν την Καταλίνα και να τη φροντίσουν, αλλά χωρίς να την αντιμετωπίσουν σαν μια τσιγγάνα που κοιτούσε πώς να κλέψει. Ο Ίλις ήξερε ότι, αν έκανε κουμάντο ο λοχαγός Σούκε, το πιθανότερο θα ήταν να παρατήσουν την μικρή κάτω από τα συντρίμμια της κατεστραμμένης άμαξας, κοντά στα νεκρά άλογα. Μες στο δάσος, όπου παραφυλούσαν τέρατα. Ίσως να αδικούσε τον Σούκε, αλλά τον είχε γνωρίσει αρκετά καλά τον λοχαγό του. Ό,τι άνθρωπος και να ήταν, όμως, ο Ίλις θα πολεμούσε για αυτόν. Και για αυτόν. Για άλλη μια φορά, αναθεμάτισε μέσα του που δεν είχε επιστρέψει στο πλευρό των συστρατιωτών του.
Χαμογέλασε όσο καλύτερα μπορούσε. «Πιστεύω πως είναι καλά, ναι» απάντησε στην Καταλίνα. «Ήταν μαζί με άλλους γενναίους φαντάρους. Δεν θα άφηναν να πάθει κάτι ο κύριος ταγμ… ο κύριος Φάμπιαν, εννοώ». Είχε διαπιστώσει ότι ο ταγματάρχης Άσπελ ήταν για την Καταλίνα ο κύριος Φάμπιαν και όχι ένας ακόμα στρατιωτικός. Μπορεί να είχε παίξει ρόλο η κατά βάση πολιτική αμφίεσή του, αλλά ο Ίλις πίστευε ότι έφταιγε και η εγκάρδια, σχεδόν πατρική συμπεριφορά του προς την μικρή. Την είχε βοηθήσει μέχρι και να ονοματίσουν την κούκλα της, την οποία ακόμα είχε το κορίτσι στο δωμάτιο που μοιραζόταν με συμμαθήτριές της.

Η Καταλίνα κούνησε το κεφάλι της. Κοίταξε με τα καφετιά μάτια της αλλού, δεξιά και αριστερά. Κάτω από το άσπρο σκουφάκι, ανέμισαν τα ξανθά μαλλιά της. Είχε σοβαρέψει. Όπως και τις προηγούμενες φορές, όταν ετοιμαζόταν να μιλήσει για τα τέρατα. «Δεν έχει έρθει στο Μπρασώφ;»
«Όχι, όχι ακόμα, Καταλίνα. Όταν έρθει, όμως, είμαι σίγουρος ότι θα έρθει να σε δει».

Η Καταλίνα έσκυψε το κεφάλι και τώρα κοιτούσε τον ξύλινο πάγκο, τον οποίο έξυνε με τα σχεδόν ανύπαρκτα νύχια της. «Δεν έπρεπε να φύγει» είπε. «Δεν έπρεπε να πάει στο Μπραν. Η μαμά και ο μπαμπάς έλεγαν ότι στο Μπραν υπάρχει το Κακό».
Ο Ίλις έβρισε μέσα του. Είχε μετανιώσει που είχε πει στην Καταλίνα προς τα πού όδευε το απόσπασμα. Την είχε αναστατώσει πολύ η σκέψη ότι ο κύριος Φάμπιαν πήγαινε στο μέρος για το οποίο είχε ακούσει τα χειρότερα. Είπε «Καταλίνα, ο κύριος Φάμπιαν ξέρει τι κάνει. Εμείς… ας προσευχόμαστε να είναι μαζί του ο Θεός, ναι; Ο Θεός θα τον προστατεύσει, έτσι δεν είναι; Ο Θεός είναι καλός. Βοηθάει τους καλούς ανθρώπους, όπως είναι και ο κύριος Φάμπιαν».
Η Καταλίνα δεν απάντησε αμέσως. Κι όταν το έκανε, σήκωσε το κεφάλι και ατένισε με δάκρυα και με θυμό τον Ίλις. «Ο Θεός δε βοήθησε την μαμά και τον μπαμπά μου. Ούτε τα αδέρφια μου. Κανέναν μας».

Ο Ίλις πήρε αγκαλιά την Καταλίνα. «Μη χάνεις την πίστη σου, μικρή μου» της είπε, ενώ ο ίδιος ήξερε τι είχε απογίνει το απόσπασμα. Αλλά δεν μπορούσε να βλέπει την μικρή να κλαίει «Πρέπει να φανείς δυνατή. Είσαι δυνατή, Καταλίνα. Έχε πίστη και όλα θα πάνε καλά».
Η Καταλίνα δεν απάντησε. Ανταπέδωσε την αγκαλιά στον δεκανέα, αλλά προτίμησε να μη μιλήσει.
Όταν συνέχισαν την κουβέντα τους, πιο αισιόδοξα, άλλαξαν θέμα και μίλησαν για την ζωή στο ορφανοτροφείο, για τις φίλες της Καταλίνα και για ό,τι θα ήθελε να κάνει στο μέλλον.

*

12 προ μεσημβρίας
12 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Βουδαπέστη
Οι ενήλικοι κάθονταν στο μικρό σαλόνι-κουζίνα των Ράινχελ και έπιναν τσάι, μαζί με την σύζυγο του συναδέλφου του Βολφ, η οποία δε φαινόταν τόσο αναστατωμένη όσο οι άλλες γυναίκες ή όσο και ο ίδιος ο λοχαγός. Είχε υποδεχθεί με χαμόγελο τις δύο οικογένειες, όταν της χτύπησαν την πόρτα και της ζήτησαν να μείνουν για λίγο στο διαμέρισμά της. Είχε χαρεί πολύ με τα παιδιά, τα οποία, όταν τα πίεσαν οι γονείς τους να πάνε σε άλλο δωμάτιο, εκείνη είχε παρέμβει για να τα οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρα που μοιραζόταν με τον Τζόνας, μιλώντας τους γλυκά. Αν και είχε λίγο καιρό να τα δει, τα γνώριζε αρκετά καλά και τα αγαπούσε σαν να ήταν δικά της. Κι εκείνα, όμως, ανταποκρίθηκαν αμέσως και μάλιστα χαμογέλασαν με κάτι που τους είπε. Από το μυαλό του Βολφ, της συζύγου του και της Έμιλυ πέρασε η σκέψη ότι η γυναίκα του Ράινχελ θα γινόταν κάποτε μια καταπληκτική μητέρα.

Όταν επέστρεψε στους άλλους μεγάλους, η νεαρή κυρία Ράινχελ ρώτησε τι είχε συμβεί και αν είχαν κάποια ενημέρωση για τον άντρα της. «Νόμιζα ότι είχατε φύγει μαζί, Θίοντορ» σχολίασε. Έτσι, ο Βολφ ανέλαβε να της πει για την αποστολή τους στο Άμστερνταμ και για την απόφαση του Τζόνας να συνεχίσει ως το Μπραν, ενώ ο ίδιος ο λοχαγός γύρισε για να βοηθήσει τον επιλοχία που είχαν αφήσει να προστατεύει τις δύο οικογένειες.
«Αλλά πού να ήξερα ότι όλα θα είχαν πάει τόσο άσχημα…» Ο Βολφ σταμάτησε να μιλάει, όσο η σύζυγός του τον παρηγορούσε και όσο η Έμιλυ εξηγούσε στην κυρία Ράινχελ τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ.
«Θεέ μου…» είπε η κυρία Ράινχελ. «Πολύ λυπάμαι για τον επιλοχία. Ο άντρας μου τον συμπαθούσε πολύ. Τι να πω… Ευτυχώς που δεν πάθετε τίποτα εσύ και η Ορέλια, Έμιλυ». Ήπιε μια γουλιά από το φλιτζάνι της. «Πώς είπατε ότι πέθανε ο επιλοχίας και ο άλλος… ο κακοποιός; Δεν το κατάλαβα αυτό».
«Δεν είμαστε σίγουροι» απάντησε η Έμιλυ. Έριξε μια ματιά στην γυναίκα του Βολφ. Και οι δύο θυμούνταν πόσο πολύ είχαν επιμείνει οι πολιτοφύλακες να τους πουν ποιοι ήταν αυτοί που τις κυνηγούσαν και ποιος είχε παρέμβει και σκοτώσει έναν στρατιωτικό της Αυστροουγγαρίας και έναν εργαζόμενο μιας ξένης χώρας. Όμως, αυτό το έκαναν στην άκρη συνέχεια (θα το εξακριβώσουμε αργότερα, έλεγαν) και οδηγούσαν την ανάκριση προς τους λόγους για όλο αυτό το μπλέξιμο. Η Έμιλυ και η κυρία Βολφ δυσκολεύτηκαν να τους πείσουν ότι οι άντρες του Τζούρτζου ήθελαν να πιάσουν τα μέλη των δύο οικογενειών και να τα πάνε στο αφεντικό τους, που ήθελε να βλάψει κυρίως τον Φάμπιαν και τον Θίοντορ και που θεωρούσε ότι θα το κατάφερνε με το να εξαφανίσει/βασανίσει τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Οι αξιωματικοί της πολιτοφυλακής είχαν ανακρίνει και τις μητέρες και τα παιδιά, κάνοντας μικρά διαλείμματα. Πάνω από τρεις ώρες έλεγαν τα ίδια και τα ίδια. Κάποια στιγμή, οι πολιτοφύλακες αποφάσισαν να τα σταματήσουν, αλλά δεν άφησαν τους ανακρινόμενους να φύγουν. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν άλλες δυόμιση ώρες για να έρθει ο Βολφ και να αναλάβει την ευθύνη. Είχε μιλήσει με τους άλλους αξιωματικούς, εξηγώντας τους ότι ο ταγματάρχης Άσπελ, ο ίδιος και ένας ακόμα άντρας του Evidenzbureau είχαν συχνά υπό παρακολούθηση τον Χάραλαμπ Τζούρτζου, λόγω υποψιών ότι ίσως εμπλέκεται με διαρροή πληροφοριών. Ξέραμε ότι δεν του άρεσε που τον είχαμε από κοντά και, προφανώς, ο κύριος Τζούρτζου επέλεξε να δράσει εις βάρος μας, εκμεταλλευόμενος και το ότι εμείς θα λείπουμε και οι οικογένειές μας θα είναι απροστάτευτες. (Το ότι αποκάλεσε κύριο τον Τζούρτζου ήταν κάτι που είχε ενοχλήσει τον Βολφ, αλλά το προσπέρασε.) Οι πολιτοφύλακες, ξέροντας ότι ο λοχαγός δεν θα τους έλεγε περισσότερα για τις επιχειρήσεις της Αντικατασκοπείας, είχαν δεχθεί να πάρει μαζί του τη δική του οικογένεια και τις Άσπελ, αλλά με την προϋπόθεση ότι θα τους ενημέρωνε αν μάθαινε κάτι άλλο. Στο μεταξύ, εμείς θα ψάξουμε για αυτόν τον τρελό που σκότωσε τον επιλοχία σας και τον σωματοφύλακα αυτού του Βλάχου, είπε ο ανώτερος αξιωματικός στον Βολφ, ζητώντας του να αναλάβει η Αντικατασκοπεία τον ίδιο τον Τζούρτζου. Ο Θίοντορ είχε δεχθεί –άλλωστε, οι ξένοι υπήκοοι/υπάλληλοι προξενείων (και όχι μόνο) που ζούσαν στην Αυστροουγγαρία ήταν υπόθεση του Evidenzbureau. Μέχρι να βγουν από την πολιτοφυλακή, να πάρουν άμαξα, να φτάσουν στο διαμέρισμα των Ράινχελ και να μείνουν μόνοι οι μεγάλοι, ο Βολφ διέταξε να μην μιλήσουν καθόλου. Το μόνο που είχε ειπωθεί στο ενδιάμεσο ήταν το πόσο είχαν αγχωθεί και φοβηθεί από την ανάκριση που υπέστησαν. Είναι κάτι που δεν θα ήθελα να μου τύχει ξανά, είχε σχολιάσει η Έμιλυ. Ήδη έχω τον καημό μου για τον άντρα μου και για το παιδί μου. Δεν θέλω να μου μιλούν σα να είμαι καμιά εγκληματίας. Και ακόμα περισσότερο, δεν θέλω να φέρονται στην Ορέλια σαν να έχει κλέψει κάτι. Η κυρία Βολφ είχε συμφωνήσει και αυτή. Τα παιδιά, από την άλλη, είχαν επηρεαστεί και αυτά. Οι αξιωματικοί δεν είχαν κάνει κάποια προσπάθεια να τους μιλήσουν ήρεμα. Μόνο που δεν τα είχαν απειλήσει με φυλάκιση. Οι πολιτοφύλακες ήθελαν να ξεκαθαρίσουν την υπόθεση, ήταν η απάντηση του Βολφ. Δεν τους δικαιολογώ, αλλά καταλαβαίνω το σκεπτικό τους. Η σύζυγός του, όσο και να είχε χαρεί που τον είχε ξανά κοντά της, τον μάλωσε για αυτό που είχε πει, δίχως όμως να το πάει παραπέρα. Ήταν όλοι πολύ κουρασμένοι.
Τώρα, έχοντας βγάλει από πάνω τους τα βαριά ρούχα και απολαμβάνοντας το καυτό τσάι που τους είχε σερβίρει η κυρία Ράινχελ, ο Βολφ ρώτησε την Έμιλυ «Πες μου ξανά τι είδες; Και τι σου είπε η Ορέλια ότι είδε».

Η Έμιλυ μίλησε για την ομίχλη και την νυχτερίδα που πίστεψε ότι είδε να πετάει. Όσον αφορά το τι είχε πει η Ορέλια… «Είδε δύο ανθρώπους αγκαλιασμένους. Τον επιλοχία και κάποιον άλλο. Ή ίσως κάποια άλλη, ίσως να ήταν γυναίκα. Η Ορέλια παίρνει όρκο ότι ήταν γυναίκα. Είχε το πρόσωπό της στον λαιμό του επιλοχία». Ξεροκατάπιε, νιώθοντας τον λαιμό της να την ενοχλεί. Ήπιε κι αυτή λίγο από το τσάι της. «Πίεσα την Ορέλια για να μου πει, γιατί δεν ήθελε. Το κοριτσάκι μου, είχε φοβηθεί πολύ».
Γυναίκα, είπε μέσα του ο Βολφ. Θυμήθηκε που οι αξιωματικοί δεν μίλησαν για γυναίκα, αλλά για άντρα, για τρελό, όχι για τρελή. Μάλλον, τους φαινόταν απίθανο να είχε καταφέρει μια γυναίκα να σκοτώσει δύο άντρες, και μάλιστα ο ένας εκ των οποίων ήταν στρατιωτικός κατάσκοπος.

Ο Βολφ έκανε να πιάσει ένα τσιγάρο από την τσέπη του, αλλά σταμάτησε. Μια φριχτή ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό του. Κοίταξε την Έμιλυ. Του ανταπέδωσε το βλέμμα. Κανείς τους δεν μίλησε και ούτε άκουσαν όσα έλεγαν η κυρία Βολφ και η κυρία Ράινχελ. Ξέρει, σκέφτηκε ο Βολφ για την Έμιλυ. Ή έστω το υποψιάζεται. Ο λοχαγός θυμήθηκε τις κουβέντες που εκείνος και ο Τζόνας είχαν ανταλλάξει με τους Ολλανδούς. Θυμήθηκε την Κόμισσα από το Μπραν. Θυμήθηκε ακόμα και τον θηλυκό δαίμονα του φίλου του Μαρτίν Χόουνεχ. Θυμήθηκε και το Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ στην Αγγλία και τα παιδιά που η Κόμισσα είχε πιάσει εκεί πέρα. Ω Θεέ μου, οι βρικόλακες έχουν έρθει και στη Βουδαπέστη; είπε μέσα του.

Είχε δίκιο για την Έμιλυ. Κι αυτή είχε σκεφτεί το ίδιο πράγμα. Όταν η Ορέλια της είπε για την γυναίκα που είχε φιλήσει στον λαιμό τον επιλοχία και μετά εκείνη είδε μια νυχτερίδα να ίπταται, ήταν αναπόφευκτο να πάει ο νους της στα τέρατα που λυμαίνονται το Μπραν. Είχε διαβάσει για αυτά στο Weird Literature. Ήξερε ότι, μεταξύ άλλων δυνάμεων που έχουν, μπορούν να μεταμορφωθούν σε νυχτερίδες ή λύκους. Και τώρα… είχε έρθει μία από αυτούς εδώ; Τόσο μακριά από το Μπραν; Αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα για την Έμιλυ: οι στρατιωτικοί δεν είχαν καταφέρει κάτι απέναντι στα τέρατα και ο Μαρτίν με τους φίλους του δεν είχαν φτάσει ακόμα στο χωριό. Επίσης, αν δεν ήταν ασφαλείς ούτε στη Βουδαπέστη, τότε ίσως έπρεπε να φύγουν. Έπρεπε να διασφαλίσει την ζωή της κόρης της και της ιδίας. Τώρα. Τώρα.
«Θίοντορ» είπε η Έμιλυ. «Νομίζω ότι πρέπει να συζητήσουμε κάτι».

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, ο Τζούρτζου περίμενε το επόμενο τρένο που θα έφευγε για Βουκουρέστι. Δεν έδινε σημασία στους πολιτοφύλακες που περιπολούσαν, ούτε στον υπόλοιπο κόσμο που τον περιέβαλλε. Είχε φροντίσει ώστε να μην τον αναζητήσει κανένας, τουλάχιστον όχι κάποιος από τη δουλειά. Περίμενε, ωστόσο, ότι ίσως είχαν δώσει σήμα για να τον πιάσουν οι Αρχές, αλλά μετά από τόσες ώρες, κατά τις οποίες είχε κυκλοφορήσει στην πόλη, κανείς δεν τον σταμάτησε, αν και σίγουρα θα είχαν την περιγραφή του ή και μια φωτογραφία του. Αν, βέβαια, η πολιτοφυλακή ή η Αντικατασκοπεία είχαν κινήσει τα νήματα. Κάτι για το οποίο αμφέβαλλε. Πιθανότατα, ασχολούνταν με τον άγνωστο φονιά που είχε ξεπαστρέψει τον χοντρό επιλοχία και τον μπράβο, παρά με τα όσα θα τους είχαν πει οι άλλοι μπράβοι του για το αφεντικό τους. Όπως και να είχε, όμως, εκείνος φορούσε το καπέλο του με τρόπο ώστε να μη φαίνεται καθαρά το πρόσωπό του, ενώ είχε κουμπώσει το πανωφόρι του και είχε ανεβάσει τον γιακά του. Καλύτερα να μην έπαιρνε περιττά ρίσκα, σκεφτόταν. Για αυτό και έφευγε. Ήξερε ότι οι τοπικές Αρχές δεν θα ήθελαν να μπλέξουν με το προξενείο της Βλαχίας και της Μολδαβίας, αλλά η συμπλοκή που έγινε μπορεί να άλλαζε τη στάση των στρατιωτικών. Αυτός ήθελε να βρει και να σφάξει τις Άσπελ, ωστόσο, αν παρέμενε, θα κινδύνευε να τον συλλάβουν. Ή χειρότερα, αν έπεφτε στα χέρια των συναδέλφων του μαλάκα του Άσπελ –αν είχαν γυρίσει από το Άμστερνταμ, δηλαδή. Ούτε θα βασιζόταν στον άλλο μαλάκα, τον φοβητσιάρη μαλάκα, τον Ορμπάν. Αυτός κι αν δεν θα μπορούσε να τον προστατεύσει. Όσο για το ίδιο το προξενείο, ήξερε ότι θα τον έστελναν στην πατρίδα, μέχρι νεωτέρας. Οπότε τους έβγαζε από τον κόπο, έτσι κι αλλιώς. Όλοι έβγαιναν κερδισμένοι. Κάπως.
Εκτός από τον Άσπελ, είπε μέσα του και χαμογέλασε. Αυτός δεν νιώθει κερδισμένος. Δεν νιώθει τίποτα. Γιατί έχει ψοφήσει.

Αν υπήρχε ένας λόγος για να χαίρεται ήταν αυτός. Είχε πετύχει ένα βασικό σκοπό του, να βγει ο Φάμπιαν Άσπελ από τη μέση. Τα υπόλοιπα, η επανακατάληψη όσων εδαφών της Τρανσυλβανίας είχαν πάρει οι Αυστροούγγροι… Θα ερχόταν η σειρά τους. Σιγά-σιγά. Ας ξέφευγε αυτός από τα χέρια των εχθρών και θα έβρισκε κάποιο τρόπο να συνεχίσει το έργο του.
Ο Τζούρτζου είδε μια αμαξοστοιχία να πλησιάζει και έναν από τους υπαλλήλους του σταθμού να βγαίνουν από το κτίριο και να έρχεται και να στέκεται δίπλα του, αλλά δίχως να του δώσει σημασία. Εκείνος, όμως, τον ρώτησε «Αυτό είναι το τρένο για το Βουκουρέστι;»
«Ναι, κύριε» απάντησε ο υπάλληλος χωρίς να τον κοιτάξει.
«Τέλεια. Είναι ωραία να ταξιδεύεις με τρένο. Ειδικά όταν επιστρέφεις στα πάτρια εδάφη. Συμφωνείτε;»
Ο υπάλληλος είπε ένα ξερό Ναι και γύρισε να κάνει τη δουλειά του.

Μισή ώρα αργότερα, το τρένο έφυγε από τον σταθμό και ο Χάραλαμπ Τζούρτζου κάθισε αναπαυτικά στην θέση του. Έκλεισε τα μάτια, αφού παρατήρησε καλά-καλά ένα αγοράκι που καθόταν απέναντί του με τους γονείς του. Ο μικρός ήταν πανέμορφος και ο Τζούρτζου ήθελε να έχει τη δική του εικόνα στο όνειρό του. Ήθελε να δει τι θα έκανε σε αυτό το πιτσιρίκι, αν του δινόταν η ευκαιρία και αν είχε ακόμα στην κατοχή του εκείνη την αποθήκη στην 8η Συνοικία της Βουδαπέστης.
Αλλά γρήγορα άνοιξε τα μάτια του ξανά και σηκώθηκε από την θέση του και πήγε και κάθισε αλλού, όπου δεν είχε κανένα μικρό και τρυφερό αγόρι να βλέπει. Είχε θυμηθεί εκείνη τη χαραμάδα της πόρτας της αποθήκης, το σκοτάδι που έκρυβε… Και το τέρας, το βρικόλακα, που ίσως αναπαυόταν και τον περίμενε εκεί μέσα.
Ο Τζούρτζου κοίταξε έξω από το παράθυρο, ατενίζοντας τα τελευταία σπίτια της Βουδαπέστης. Δεν θα το έλεγε ποτέ φωναχτά, αλλά σκέφτηκε ότι είχε γλιτώσει πολύ φθηνά από τους μπελάδες που θα μπορούσαν να τον βρουν.

*

3 μετά μεσημβρίας
9 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Μπρασώφ
Οι κάτοικοι της πόλης είχαν περιορίσει τις μετακινήσεις τους στις απολύτως απαραίτητες και μόνο όσοι είχαν κάποιο πρόβλημα υγείας και έπρεπε να κινούνται βάσει ιατρικής συμβουλής έβγαιναν για περίπατο. Οι υπόλοιποι πήγαιναν στις δουλειές τους, που πλέον γίνονταν μέχρι το σούρουπο, οπότε και τα διάφορα μαγαζιά έκλειναν. Οι αγροτικές εργασίες, που ήταν και οι περισσότερες με τις οποίες απασχολούνταν οι πολίτες, έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί το πολύ ως τις πέντε, έτσι ώστε όλα τα ζωντανά να είναι ασφαλή στα μαντριά και τους στάβλους και οι άνθρωποι να πάνε στα σπίτια τους. Και υπάκουαν στις διαταγές που είχαν δοθεί, γιατί οι πολιτοφύλακες περιπολούσαν παντού με βαρύ οπλισμό και ήταν αυστηροί απέναντι σε όποιον δεν συμμορφωνόταν –μπορούσαν ακόμα και να συλλάβουν κάποιον επειδή κυκλοφορούσε παράνομα. Όσοι επαναστάτες είχαν απομείνει δεν έκαναν το παραμικρό για να διαμαρτυρηθούν, καθότι ήξεραν τι τους περίμενε αν το τολμούσαν.

Το Μπρασώφ (και όχι μόνο) ήταν σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής, λόγω του Μπραν. Το πρόβλημα που είχε προκύψει στο κοντινό χωριό είχε δημιουργήσει μια δυσάρεστη, πολύ περιοριστική και αόριστα απειλητική ρουτίνα. Ήξεραν ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και ότι οι στρατιωτικές μονάδες της Αυτοκρατορίας δεν κατάφερναν να αντιμετωπίσουν επάξια τους εχθρούς. Υπήρχαν απώλειες, ενώ το τι γινόταν στο αντίπαλο στρατόπεδο ήταν εντελώς θολό. Κανείς από τους αρμόδιους δε φαινόταν να ξέρει να πει αν οι εχθροί είχαν χάσει άντρες και πόσοι μπορεί να είχαν μείνει. Οι πολιτοφύλακες, τουλάχιστον στα ανώτερα κλιμάκια, παρίσταναν ότι η κατάσταση ήταν υπό έλεγχο και πως δεν μπορούν να αποκαλύψουν το παραμικρό, για να μη ρισκάρουν την όλη στρατιωτική επιχείρηση, αλλά δεν έπειθαν κανέναν –πέραν ίσως των ευκολόπιστων και όσων είχαν ανάγκη να σκέφτονται ότι οι στρατιώτες της χώρας τους ήταν άξιοι για κάθε δύσκολη περίσταση.
Όλοι οι πολίτες ήταν ανήσυχοι και φοβούνταν. Τα σπίτια ήταν μονίμως κλειδωμένα, οι κουρτίνες τραβηγμένες για να καλύπτουν όσους ζούσαν και περιφέρονταν στους εσωτερικούς χώρους.

Κάποιοι είχαν επιλέξει να μην στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, παρότι λειτουργούσε πρωινές ώρες, κάτι που αρχικά άρεσε στα αγόρια και τα κορίτσια, αλλά όχι πια, γιατί κι αυτά είχαν καταπονηθεί από το άγχος των γονιών και των λοιπών συγγενών τους.
Άλλοι είχαν μετακομίσει προσωρινά στα πατρικά τους, για να μπορούν να επιβλέπουν και τους πιο μεγάλους σε ηλικία συγγενείς τους.
Όσοι είχαν κυνηγετικά όπλα (οι περισσότεροι, δηλαδή) τα είχαν γεμίσει και κοιμούνταν με αυτά στο προσκεφάλι.

Κανένας πολίτης δεν περπατούσε στους δρόμους του Μπρασώφ όταν έπεφτε ο ήλιος και αναδυόταν το φεγγάρι. Και οι πολιτοφύλακες που το έκαναν είχαν ενδοιασμούς. Πολλοί από αυτούς θα προτιμούσαν να είναι αλλού, κρυμμένοι, ασφαλείς. Αν ρωτούνταν από τους ανώτερούς τους ή και από πολίτες, δεν θα το παραδέχονταν –μόνο οι άμεσοι συγγενείς τους ήξεραν πώς νιώθουν.
Ορισμένοι κάτοικοι είχαν επιδιώξει αρχικά να μιλήσουν σε χωρικούς που είχαν έρθει από το Μπραν, για να μάθουν όσο περισσότερα μπορούν. Όμως, δεν πήραν τις απαντήσεις που αναζητούσαν, κι αυτό τους έκανε να νιώθουν ακόμα χειρότερα.

Κι αν όλοι οι ντόπιοι δεν ήθελαν μία φορά να γνωρίσουν τη φρίκη ενός τόσο περίεργου πολέμου που τους είχε κηρυχτεί, τότε οι άνθρωποι που είχαν φύγει εσπευσμένα από το Μπραν και βρήκαν καταφύγιο στο Μπρασώφ -οι Στόιτσα, οι Βλαντιμιρέσκου, οι Τσομπάνου κ.ά.-, ήταν αυτοί που θα προτιμούσαν πιο πολύ από όλους να μην ξέρουν. Είχαν δει, είχαν ακούσει, είχαν αισθανθεί τον τρόμο που είχε ξυπνήσει στο κατά τα άλλα ήσυχο χωριό τους και το είχε ρημάξει. Ήταν αυτοί, επίσης, που κατηγορούσαν περισσότερο τους στρατιωτικούς που δεν είχαν σπεύσει στο χωριό τους ευθύς εξ αρχής, από τότε που η Κορνέλια Βλαντιμιρέσκου και ο γιος της ο Σάντου ήρθαν και ζήτησαν βοήθεια, δείχνοντας ως απόδειξη και το γράμμα του αγαπητού ιερέα του Μπραν, του Στεφάν Οσμοκέσκου. Ενδόμυχα, πίστευαν ακόμη ότι, αν είχε έρθει αμέσως ο στρατός, ίσως να είχαν σωθεί οι δικοί τους. Μπορεί να είχαν φύγει όλοι, όσο θα τους κάλυπταν οι ένστολοι ή μπορεί οι τελευταίοι να σκότωναν τα τέρατα προτού αυτά κυριαρχήσουν. Αμφέβαλλαν, βέβαια, γιατί ήξεραν ότι οι στρατιωτικοί δεν θα πίστευαν ότι στο Μπραν υπάρχουν βρικόλακες (άρα, δεν θα ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι), αλλά, εφόσον δεν είχε γίνει τίποτα από αυτά, δεν θα μάθαιναν ποτέ. Το μόνο που τους είχε μείνει πια ήταν ο καημός τους για τους ανθρώπους τους που έμειναν στο Μπραν και για τα σπίτια και τα ζωντανά τους –αν υπήρχαν ακόμα, δηλαδή.

Αν και οι Αρχές δεν τους είχαν συμπεριφερθεί όπως θεωρούσαν ότι είναι σωστό (υπήρχε καχυποψία και έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος προς αυτούς, αυτό ένιωθαν οι χωρικοί), ωστόσο για έναν άνθρωπο μπορούσαν να κάνουν ένα βήμα πίσω και να πουν μερικά καλά λόγια. Ο ταγματάρχης Φάμπιαν Άσπελ τους είχε συμπεριφερθεί αλλιώτικα, πιο ανθρώπινα. Είχε έρθει στο Μπρασώφ για να μάθει από αυτούς και να βοηθήσει. Ήταν ένας ξένος, που τον είχαν δει για πρώτη και μοναδική φορά και τον είχαν συμπαθήσει αμέσως. Αντίθετα από τους άλλους στρατιωτικούς, αυτός ο ταγματάρχης φαινόταν να θέλει πραγματικά να ανακαλύψει τι είχε συμβεί και γιατί και πώς θα μπορούσε να το επιλύσει. Μπορεί να μην είχε υποχωρήσει εντελώς στις απόψεις του (κυρίως, στο ότι δεν υπάρχουν βρικόλακες στο Μπραν), αλλά ειδικά στην Ιούλια Τσομπάνου είχε δώσει την εντύπωση πως, αν υπήρχε μία ελπίδα για το ταλαιπωρημένο χωριό, αυτή καθρεφτιζόταν στα μάτια του ταγματάρχη Άσπελ. Στον Σάντου και την αδερφή του τη Στεφανία είχε πει ότι (η υπόθεση του Μπραν) Δεν είναι μόνο θέμα δουλειάς, για εμάς. Σκεφτόμαστε και την ασφάλεια των δικών μας. Γιατί ξέρουμε πως, αν εκείνα τα καθάρματα πετύχουν το σκοπό τους εδώ, τότε θα εξαπλώσουν την κυριαρχία τους και δεν θα είναι κανείς ασφαλής πια. Αλλά δεν θα συμβεί αυτό. Δεν θα το επιτρέψουμε. Θα καθαρίσουμε το Μπραν και την Τρανσυλβανία από οποιονδήποτε εχθρό, όποια κι αν είναι η φύση του. Ήταν ένας βαρύγδουπος όρκος. Μπροστά στην Ιούλια είχε γονατίσει και της είχε μιλήσει παρηγορητικά, αναφέροντας ακόμα και τις εγγονές της. Στο τέλος, είχε ζητήσει τις γνώσεις της για τους βρικόλακες και είχε δεχθεί τον σταυρό που του προσέφερε. Ο Φάμπιαν Άσπελ είχε συγκινήσει με τη στάση του τους χωρικούς του Μπραν. Όλοι τους ευχήθηκαν να είχαν κάποιον σαν αυτόν από την αρχή και όχι όταν ξέφυγε η κατάσταση από τον έλεγχό τους.
Και όλοι τους τώρα παρακαλούσαν τον Θεό να τον φυλάει, να τον έχει καλά. Να τον κρατήσει μακριά από τα δόντια των βρικολάκων. Αλλά οι περισσότεροι (όσοι δεν ήταν αφελείς ή δεν εθελοτυφλούσαν) ανησυχούσαν ότι ήταν αργά και για τον ταγματάρχη.

*

6 μετά μεσημβρίας
6 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Βουδαπέστη
Ο Βολφ έλεγξε για άλλη μια φορά τις Άσπελ και την σύζυγο του Ράινχελ, που μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο στο ξενοδοχείο που είχαν καταλύσει και έπειτα έκλεισε την πόρτα, κοίταξε πάνω και κάτω στο διάδρομο -κανείς δεν κυκλοφορούσε- και επέστρεψε στο διπλανό που είχε κλείσει για τον ίδιο και την οικογένειά του. Είχαν μετακομίσει προσωρινά σε μια πιο ασφαλή τοποθεσία, μακριά από τα διαμερίσματα των στρατιωτικών, τα οποία ήταν γνωστά στην υπηρεσία –και άρα, στον Ορμπάν, ο οποίος μπορούσε πολύ εύκολα να τους προδώσει στον Τζούρτζου. Είχαν φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, παίρνοντας ελάχιστα βασικά πράγματα μαζί τους, και πήγαν σε ένα μέρος με ενοικιαζόμενα δωμάτια, όπου, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα, είχαν εξασφαλίσει δύο μεγάλα δωμάτια. Το είχαν αποφασίσει έπειτα από συζήτηση που έκαναν για το τι είχε γίνει με τους μπράβους του Τζούρτζου και εκείνη την γυναίκα που είχε επιτεθεί στον επιλοχία. Η Έμιλυ είχε προτείνει να φύγουν εκτός Βουδαπέστης, αλλά ο Βολφ είχε αρνηθεί. Δεν το θεωρούσε απαραίτητο και επιπλέον δεν θα μπορούσε να τους επιβλέπει, γιατί αναπόφευκτα θα έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία του. Υπήρξε μια μικρή διαμάχη ανάμεσά τους, αλλά, έπειτα από παραίνεση του Βολφ, διάλεξαν να μείνουν σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Ο Βολφ είχε επικαλεστεί ότι μόνο έτσι θα ήταν σίγουροι πως θα απέφευγαν δυσάρεστες επισκέψεις και θα μπορούσε να γυρίζει σε αυτούς άμεσα. Σε περίπτωση, δε, που κάποιος από τους δικούς τους (ο Τζόνας ή και ο Φάμπιαν με τον Κάρτερ) επέστρεφαν και τους αναζητούσαν, θα έβρισκε ένα σημείωμα που υποδείκνυε ένα συγκεκριμένο καφέ-εστιατόριο, όπου μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας θα πήγαινε εκεί ο Βολφ και θα περίμενε για μισή ώρα, όταν και θα γύριζε στο ξενοδοχείο. Βέβαια, είχε πει στις τρεις γυναίκες, καλώς εχόντων των πραγμάτων, δεν θα πάρει πολύ. Κάποια στιγμή θα τελειώσει όλο αυτό και θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Τους είχε τονίσει και ότι τον Τζούρτζου θα τον αναλάμβαναν όταν θα ήταν ξανά όλη η ομάδα του Evidenzbureau μαζί. Δεν τους ανέφερε, φυσικά, ότι θα είχαν μπλεξίματα με τους ανωτέρους τους. Ο Βολφ ήθελε να τον ακολουθήσουν, όχι να τις τρομοκρατήσει κι άλλο. Ας επέστρεφαν θριαμβευτές ο Φάμπιαν με τον Μαξ και τους Ολλανδούς, κι όλα θα έμπαιναν στην θέση τους. Η γυναίκα του τον είχε ρωτήσει τι θα έκανε με τη δουλειά, αν θα πήγαινε στο σταθμό να αναγγείλει ότι γύρισε. Ο Βολφ είπε πως όχι, δεν θα ανακοίνωνε ακόμα την επιστροφή του, δικαιολογώντας τον εαυτό του ότι θα τον ήθελαν να είναι εκεί παρών και ότι θα άρχιζαν τις ερωτήσεις για τον Ράινχελ, κάτι που, προς το παρόν, μόνο προβλήματα θα τους απέφερε. Ήξερε ότι αν όχι αύριο, τότε το πολύ σε δύο ημέρες θα έπρεπε να πάει στον τοπικό σταθμό της Αντικατασκοπείας, είτε επέστρεφαν οι άλλοι από το Μπραν είτε όχι. Η Βουδαπέστη βρισκόταν κι αυτή σε έκρυθμη κατάσταση και οι Αρχές ακόμα περισσότερο. Η πολιτοφυλακή μπορεί να μην απευθυνόταν στο Evidenzbureau σήμερα, αλλά θα το έκανε κάποια στιγμή τις επόμενες ημέρες. Ο Βολφ, βέβαια, ήταν σίγουρος ότι ήδη ήξεραν όλοι στην Αντικατασκοπεία τι είχε γίνει και ποιοι είχαν εμπλακεί. Ίσως να ήξεραν και ότι είχε επιστρέψει –το πιο πιθανό αυτό ήταν. Όταν πήγαινε στη δουλειά ή αν τον έβρισκαν οι ίδιοι, είχε έτοιμη δικαιολογία: υπήρχαν προδότες εντός του τοπικού σταθμού, ο Ορμπάν και ένας άλλος λοχαγός. Ο Βολφ θα αναγκαζόταν να αποκαλύψει νωρίτερα όσα είχε βρει ο Φάμπιαν για αυτούς τους δύο, αλλά δεν έβλεπε άλλη λύση. Θα έλεγε ότι εφόσον δεν μπορούσε να εμπιστευτεί δύο συναδέλφους του, γιατί να εμπιστευτεί άλλους; Ποιος θα του έλεγε ότι ο Ορμπάν ή και ο λοχαγός δεν είχαν δώσει στα τσιράκια του Τζούρτζου την τοποθεσία του διαμερίσματός του και πως το όλο περιστατικό σε εκείνον τον παράδρομο δεν θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν δεν υπήρχαν προδότες εντός του τοπικού σταθμού;

Όσα έγιναν σε εκείνον τον παράδρομο, σκέφτηκε τώρα ο Βολφ και έβγαλε το σακάκι του και το άφησε σε μια καρέκλα. Πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι, πλάι στον γιο και την γυναίκα του, που ήδη κοιμούνταν. Ήταν νωρίς, αλλά όλοι τους ήταν εξαντλημένοι. Δεν έβγαλε τα παπούτσια, ούτε ξεντύθηκε. Είχε πάνω του το υπηρεσιακό του πιστόλι. Έκλεισε τα μάτια του, αλλά δεν θα κοιμόταν. Όχι ακόμα, όχι πριν γυρίσει η σύζυγος του Ράινχελ από το μπαρ του ξενοδοχείου. Τι έγινε, άραγε; Όντως, ένα από αυτά τα φρικιά ήρθαν στη Βουδαπέστη; Αλλά πώς; Αν είχε ξεφύγει, δεν θα έκανε φόνους στο διάβα του; Δεν θα είχε ακουστεί κάτι στην πολιτοφυλακή; Δεν θα είχε κηρυχτεί η πόλη σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής, ίσως σε κατάσταση πολέμου; Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει γίνει, αλλά ένα τέτοιο τέρας φαίνεται να σκότωσε τον επιλοχία και τον μαλάκα του Τζούρτζου. Ή μήπως η Έμιλυ και η Ορέλια κάνουν λάθος; Δεν ήξερε. Ήλπιζε ότι δεν θα χρειαζόταν να μάθει. Ότι δεν θα γινόταν άλλο περιστατικό, ειδικά μακριά από το Μπραν. Ει δυνατόν, ούτε εκεί –εκτός από το να σκοτωθούν όλα αυτά τα φρικιά, δηλαδή. Η σκέψη, όμως, ότι μπορεί να είχε έρθει εδώ ένας βρικόλακας τρομοκρατούσε τον Βολφ. Τον έκανε να αναθεωρεί όσα ήξερε, ενώ αμφέβαλλε αν θα κατάφερνε μοναχός του κάτι παραπάνω από τον άτυχο επιλοχία απέναντι σε ένα τέτοιο ον.

Ένα χαμόγελο ξέφυγε κάποια στιγμή από τον Βολφ, καθώς θυμήθηκε ότι αυτός ο Γιούρις Μπόντεμαν ήθελε να έρθουν στη Βουδαπέστη, για να περιλάβουν τους Βλάχους. Όσο τρελός και να έδειχνε ο φίλος του Μαρτίν, ο Βολφ θα ήθελε πολύ να τον έχει μαζί του τούτες τις ώρες. Σίγουρα, ήξερε περισσότερα από τον ίδιο για τους βρικόλακες και έμοιαζε ετοιμοπόλεμος. Βέβαια, μαζί του θα ερχόταν και η τύπισσα, ο δαίμονας, η Φρίντα, κι αυτό κατά πόσο θα ήταν καλό, ο Βολφ δεν είχε ιδέα να πει.

Στο διπλανό δωμάτιο, η Έμιλυ και η Ορέλια κάθονταν στο κρεβάτι, φορώντας τις νυχτικιές τους. Η κυρία Ράινχελ, προς έκπληξη των άλλων, είχε πάει στο μπαρ. Όντας η πιο νέα από τους ενηλίκους, αλλά και εκείνη που δεν είχε έρθει αντιμέτωπη με τον θάνατο, δεν είχε το ίδιο άγχος με τους άλλους, συν ότι της ήταν ασυνήθιστο να αποσύρεται τόσο νωρίς. Επίσης, είχε πει ότι ήθελε ένα ποτό, γιατί όλα αυτά που έχω ακούσει και δει μου είναι πολλά, δικαιολογήθηκε. Ο Βολφ και η Έμιλυ είχαν διαμαρτυρηθεί, το θεωρούσαν επιπόλαιο και παράτολμο, αλλά εντέλει ήταν δική της απόφαση. Ο Βολφ της ζήτησε να μην καθυστερήσει πολύ και να μην πιάσει κουβέντα με κανέναν και εκείνη του το υποσχέθηκε.
Η Έμιλυ διάβαζε ένα παραμύθι από το βιβλίο του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, αλλά καμιά από τις δύο δεν έδινε μεγάλη σημασία στην πλοκή. Δεν έφταιγε μόνο ότι αυτές τις ιστορίες τις είχαν διαβάσει πολλές φορές, μα το ότι μέσα σε λίγες μέρες η ζωή τους είχε έρθει τα πάνω κάτω. Ο Φάμπιαν αγνοείτο και οι ίδιες είχαν αναγκαστεί να φύγουν από το σπίτι τους. Είχαν ανακριθεί, μια εμπειρία που τις είχε συγκλονίσει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχαν φτάσει πολύ κοντά στο να σκοτωθούν από τους μπράβους ενός ξένου. Ή χειρότερα, παραλίγο να γίνουν βορά ενός θηλυκού τέρατος, ενός βαμπίρ. Το είχαν συζητήσει αναμεταξύ τους και πλέον ήταν σίγουρες ότι αυτή η μορφή που είχε δει η Ορέλια και η νυχτερίδα που είχε δει η Έμιλυ ήταν το ίδιο πλάσμα, το οποίο δεν μπορεί να ήταν τίποτα άλλο, παρά ένας βρικόλακας. Αμφότερες είχαν τρομοκρατηθεί με τη συνειδητοποίηση αυτή. Ίσως είχε παίξει ρόλο και όσα τους είχε πει ο Βολφ για τον Μαρτίν και τους φίλους του, κυρίως ότι ο πανύψηλος Ολλανδός ήταν σίγουρος ότι υπάρχουν βρικόλακες στο Μπραν. (Ο Βολφ δεν είχε αναφέρει κάτι για τη Φρίντα ή ότι η Κόμισσα που έφταιγε για το Κακό που έπληττε εκείνο το μικρό χωριό της Τρανσυλβανίας είχε πάει στην Αγγλία και είχε συνεχίσει και εκεί το αποτρόπαιο έργο της, για να μην τις τρομάξει κι άλλο.) Ποιος θα μπορούσε να τους εγγυηθεί ότι ένα τέτοιο τέρας δεν είχε ξεφύγει από το Μπραν και δεν έφτασε μέχρι τη Βουδαπέστη; Απ’ ό,τι φαινόταν, οι στρατιωτικοί δεν μπορούσαν να κυριαρχήσουν εκεί πέρα. Ήταν κάτι που λυπούσε βαθύτατα την Έμιλυ, κυρίως γιατί σήμαινε ότι ούτε ο άντρας της ούτε ο Μαξ τα είχαν καταφέρει, αλλά παρέμενε γεγονός, όσο κι αν ο Βολφ δεν αποκάλυπτε όλες τις λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Η Έμιλυ, όσο διάβαζε, έριχνε συνεχώς κλεφτές ματιές στην κόρη της, χαμογελώντας της, για να την ενθαρρύνει. Αγνοούσε τι σκέψεις έκανε πραγματικά η ίδια η Ορέλια, η οποία είχε πει στην μητέρα της κάποια πράγματα που όντως ίσχυαν (ότι φοβόταν και πως κουραζόταν πολύ), αλλά κρατούσε για τον εαυτό της άλλες σκέψεις. Καθώς απομακρυνόταν η εμπειρία στο τμήμα της πολιτοφυλακής, η Ορέλια εστίαζε όλο και πιο πολύ σε όσα είχε δει ενώ ήταν κρυμμένη πίσω από την αναποδογυρισμένη άμαξα. Θυμόταν καθαρά το πόσο φοβερό ήταν εκείνο το τέρας, η γυναίκα με τα μαύρα, που είχε αγκαλιάσει τόσο σφιχτά τον φίλο του μπαμπά, ο οποίος, παρότι πολύ πιο ογκώδης, δεν είχε καταφέρει να σωθεί. Η Ορέλια έβλεπε και ξανάβλεπε την σκηνή με τα μάτια της μνήμης της, αλλά κάθε φορά άλλαζε κάτι: εκείνη, μαζί με τον θείο της τον Μαξ, έσωζαν τον κύριο και σκότωναν το τέρας, τον βρικόλακα. Εμφανίζονταν μπροστά του, χωρίς εκείνο να το περιμένει, και έβγαζαν τα πιστόλια τους και το αποτελείωναν. Και όλοι τους χειροκροτούσαν. Ίσως να ήταν και ο μπαμπάς ανάμεσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί και χαιρόταν για την κόρη του και τον αδερφό του. Και μετά, έφευγαν για την επόμενη αποστολή, για να βρουν άλλα τέρατα. Ίσως εκείνα που έμεναν στο χωριό, στο Μπραν. Θα τα περιλάβαιναν και εκείνα, πολύ εύκολα.

Αυτά δεν τα έλεγε στην μαμά, γιατί ήξερε ότι η μαμά ανησυχούσε πάρα πολύ και φοβόταν πάρα πολύ. Δεν θα ήθελε να φανταστεί την κόρη της να κάνει τέτοια πράγματα και δεν θα την άφηνε ποτέ να γίνει σαν τον θείο Μαξ ή σαν τον μπαμπά. Κι ίσως, να μάλωνε την Ορέλια κιόλας που έκανε τέτοιες σκέψεις, ειδικά λόγω της απουσίας του μπαμπά και της κατάστασης της υγείας της. Όμως, η ταλαιπωρημένη Ορέλια ονειρευόταν έναν κόσμο που είναι δυνατή, που είναι μαχήτρια και που βοηθάει άλλους, σαν τον θείο της και σαν τον μπαμπά της. Της άρεσε αυτός ο κόσμος, γιατί τα τέρατα θα έπρεπε να κρύβονται, αν ήθελαν να ζήσουν. Που δεν θα ζούσαν για πολύ, δηλαδή, γιατί εκείνη και ο θείος Μαξ θα τα έβρισκαν και θα τα σκότωναν. Και έτσι, δεν θα χρειαζόταν να φεύγει ο μπαμπάς, γιατί θα φρόντιζε εκείνη, η κόρη του, για το καλό τους.

Ο Ορμπάν καθόταν στην καρέκλα του και κάπνιζε, ενώ οι ανώτεροί του που είχαν έρθει από τη Βιέννη συζητούσαν και τον αγνοούσαν. Υπήρχε κινητικότητα στον τοπικό σταθμό, γιατί ένας επιλοχίας τους είχε σκοτωθεί, ενώ τρεις υπάλληλοι του προξενείου της Βλαχίας και της Μολδαβίας είχαν τραυματιστεί ή σκοτωθεί. Επίσης, δεν μπορούσαν να βρουν έναν άλλο υπάλληλο, τον Χάραλαμπ Τζούρτζου, αλλά και τις οικογένειες τριών κατασκόπων της Αυστροουγγαρίας, του ταγματάρχη Άσπελ, του λοχαγού Βολφ και του επιλοχία Ράινχελ, των ανθρώπων, δηλαδή, που είχαν αναλάβει την υπόθεση του Μπραν. Οι Άσπελ και οι Βολφ είχαν εμπλακεί στο περιστατικό, ήταν μάρτυρες. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχαν μάθει πως ο Βολφ είχε επιστρέψει στη Βουδαπέστη και μάλιστα είχε πάει στην πολιτοφυλακή και πήρε μαζί του τα μέλη των οικογενειών. Όμως, δεν είχαν πάει σε κάποιο από τα διαμερίσματά τους. Αγνοούνταν, κανείς δεν τους είχε δει. Άντρες της Αντικατασκοπείας και της πολιτοφυλακής είχαν βγει στους δρόμους και τους έψαχναν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα ακόμα.

Οι ανώτεροί του είχαν ρωτήσει τον Ορμπάν για το τι είχε συμβεί, γιατί δεν είχε επιστρέψει ο λοχαγός στο πόστο του και γιατί μπορεί να κρύφτηκε μαζί με τους άλλους πολίτες. Και πού να ήταν ο επιλοχίας Ράινχελ; Μαζί είχαν φύγει, γιατί δεν επέστρεψαν μαζί; Ή είχε γυρίσει και αυτός, αλλά μόνο ο Βολφ εμφανίστηκε; Ο Ορμπάν είχε ανασηκώσει τους ώμους του, λέγοντας πως δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε, αν και ήξερε ότι ο Βολφ και ο Ράινχελ, και ο Άσπελ, γνώριζαν κάτι για τα καμώματά του, για τις παρανομίες και τις δοσοληψίες του με ξένους, ειδικά με τους Βλάχους. Ο Ορμπάν δεν θα το παραδεχόταν, όμως, στους άλλους συναδέλφους του και, για την ώρα, πίστευε ότι είχαν γλιτώσει. Αλλά για πόσο; Κάποια στιγμή, ο Βολφ και ο Ράινχελ θα έρχονταν και τότε θα γίνονταν όλες οι αποκαλύψεις. Και το στρατοδικείο δεν το γλίτωνε, σίγουρα πράματα.
Τι θα έκανε, γαμώτο; Πώς θα ξέφευγε; Ή μήπως ήταν ήδη αργά, και άδικα ταλαιπωρούσε τον εαυτό του με φρούδες ελπίδες;
Και εκτός αυτών, είχε να ανησυχεί για τον γαμημένο τον Τζούρτζου. Πού είχε πάει αυτός ο μαλάκας; Να τον είχαν φάει ο Βολφ ή και ο Ράινχελ; Διόλου απίθανο. Κι αν είχε γίνει κάτι τέτοιο… ήταν καλό για τον ίδιο ή όχι; Δεν ήξερε.

*

9 μετά μεσημβρίας
3 ώρες πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Έξω από την Οραντέα, Τρανσυλβανία
Το σκοτάδι είχε απλωθεί σε όλη την πλάση. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζούσαν στις γύρω περιοχές είχαν ολοκληρώσει τις δουλειές τους και είχαν αποσυρθεί στα σπίτια τους, κλειδαμπαρώνοντας πόρτες και παράθυρα και έχοντας τα όπλα τους κοντά τους. Το κρύο επικρατούσε, ενώ η υγρασία θέριζε, και ο φόβος μιας επικείμενης μπόρας ήταν εμφανής.
Η Κόμισσα Ροντίκα Ντραγκίτσι βγήκε από τη σπηλιά. Αλλά όχι με την σκιώδη ανθρώπινη μορφή της, παρά σαν λύκος. Θα πήγαινε στο Μπραν, όχι όμως χωρίς να μοιράσει αναγγελίες θανάτου στο διάβα της. Νόμιζαν οι άθλιοι χωριάτες ότι ήξεραν τι εστί τρόμος, αλλά δεν είχαν ιδέα. Θα το έπαιρναν το μάθημά τους, και αυτοί και οι στρατιώτες που είχαν κατακλύσει την πατρίδα της.

Τάκης Κομνηνός

Συνεχίζεται…

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

One response to “Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.Ι”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading