Στο Μεγάλο Πάπιγκο

Ο ήλιος φώτιζε την κορυφή της Αστράκας και της έδινε μια φλεγόμενη αίσθηση. Η Σμαράγδα άφησε για λίγο το τσάι της και πλησίασε το παράθυρο να χαζέψει τα λίγα λεπτά που ο ήλιος χάριζε αυτή την αίσθηση. Πόσο αγαπούσε αυτή την ώρα… ειδικά το χειμώνα…Όλα ήταν διαφορετικά εδώ, ήρεμα, ήσυχα. Τίποτε δεν είχε να κάνει με τις ταχύτητες της μεγάλης πόλης που έμενε και δε μετάνιωνε καθόλου που είχε αποφασίσει να την αφήσει και να πάρει τα βουνά, όπως έλεγαν συχνά οι φίλες της.

Ήταν πριν πέντε χρόνια που πήρε την απόφαση να τα αφήσει όλα πίσω και να έρθει εδώ, στο Μεγάλο Πάπιγκο και να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Ένα μικρό, παραδοσιακό ξενώνα με τέσσερα μονάχα δωμάτια. Και όχι πως ήταν εύκολα στην αρχή… δυσκολεύτηκε πολύ. Έφτασε μόνη της ένα πρωί κρατώντας από το χέρι της το μικρό της κοριτσάκι που ήταν μόλις τριών. Δυσκολεύτηκε πολύ, όχι γιατί άφησε την πόλη, γιατί έπρεπε να αρχίσει από την αρχή. Ευτυχώς είχε τους γονείς της αρωγούς σε κάθε προσπάθεια, πάντα εκεί για αυτήν και τη μικρή της. Και εκείνη έβαλε πείσμα, δούλεψε σκληρά και μέσα σε ένα εξάμηνο είχε δημιουργηθεί ένα μικρό όμορφο πέτρινο αριστούργημα που τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά ακολουθούσε την Ζαγορίσια αρχιτεκτονική.

Το λάτρευε το Πάπιγκο. Το είχε ερωτευτεί από τότε που είχε έρθει μικρή με τους γονείς της. Ήταν μαγικό αυτό το μέρος! Είχε τέτοια ενέργεια!

Δεν το έβαλε ποτέ κάτω και όλα εκείνα τα βράδια που ένιωθε ότι δεν άντεχε άλλο και έβαζε τα κλάματα, κοιτούσε την κόρη της που κοιμόταν ήσυχα στο κρεββάτι δίπλα της και έπαιρνε κουράγιο. Καμία φορά την έπαιρνε το παράπονο… θυμόταν εκείνον, αλλά γρήγορα τον έδιωχνε από το μυαλό της, ήταν επιλογή του να φύγει, ήταν επιλογή της να κρατήσει και να μεγαλώσει μόνη της το παιδί…

Και τώρα ολόκληρο κοριτσάκι τη βοηθούσε μετά το σχολείο στις δουλειές του ξενώνα, έφτιαχναν μαζί πίτες και σπιτικές μαρμελάδες και κουλουράκια και όλου του κόσμου τα καλά! Είχαν η μια την άλλη! Η δύναμή της ήταν η κόρη της… η Μυρτώ της!
Τα βράδια ξάπλωναν παρέα και έχοντας αναμμένο το τζάκι, έλεγαν ιστορίες για το δράκο που φυλούσε τη λίμνη ψηλά στη χιονισμένη κορυφή της Τύμφης! Και η Μυρτούλα άκουγε καθηλωμένη τη μαμά της να διηγείται ιστορίες για νεράιδες και ξωτικά που ζούσαν στα βουνά που μεγάλωνε!

Η Σμαράγδα έπιασε τη κούπα με το τσάι της και κοίταξε για άλλη μια φορά τη κορυφή που πλέον δε φωτιζόταν από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, αλλά είχε πάρει τα χρώματα του σούρουπου… Τύλιξε το σάλι γύρω από τους ώμους της, πήρε τη Μυρτώ της και βγήκαν στη μικρή πέτρινη αυλή να γεμίσουν ζωή… να πάρουν καθαρό αέρα!

Ρέα Βρεττού

One response to “Στο Μεγάλο Πάπιγκο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading