Μη γυρίσεις πίσω

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και η πόλη έμοιαζε να έχει βγει από παραμύθι. Λαμπιόνια στόλιζαν κάθε γωνιά, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από χαρούμενες φωνές, και η μουσική των εορτών πλημμύριζε τον αέρα. Ο κρύος χειμωνιάτικος άνεμος έκανε τους περαστικούς να κουμπώνουν τα παλτά τους, αλλά η ζεστασιά της γιορτινής ατμόσφαιρας απλωνόταν παντού.

Η Λένια, μια γυναίκα 35 ετών, μελαχρινή, με μαύρα μάτια και αυστηρή ομορφιά, περπατούσε γρήγορα προς το αυτοκίνητό της. Είχε μόλις σχολάσει από το μεγάλο δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργαζόταν, κουβαλώντας μαζί της την κούραση μιας ακόμη δύσκολης ημέρας. Οδηγούσε μηχανικά, όπως κάθε μέρα, με το πρώτο τσιγάρο της μετά από ώρες να καίγεται αργά στα χείλη της.

Σπίτι την περίμενε ο γιος της, το φως της ζωής της. Ένα τετράχρονο αγόρι, με κατάξανθα μαλλιά που έλαμπαν σαν τον χειμωνιάτικο ήλιο και γαλάζια μάτια, τόσο καθαρά που θύμιζαν τον ουρανό. Ήταν ο πρίγκιπάς της, ένα παιδί που όλοι πρόσεχαν και θαύμαζαν. Εκείνη και ο σύζυγός της, ο Αντώνης, μελαχρινοί και οι δύο, χαμογελούσαν όταν άκουγαν σχόλια για το αγγελικό παρουσιαστικό του γιου τους.

Φτάνοντας στο σχολείο, τον πήρε από την αγκαλιά της δασκάλας του και τον φίλησε στο μέτωπο. Έβαλε στο ραδιόφωνο χαρούμενες χριστουγεννιάτικες μελωδίες, και το παιδί τραγουδούσε ενθουσιασμένο. Σχεδίαζαν να πάνε στο σούπερ μάρκετ, αλλά το τηλέφωνο χτύπησε.
«Έλα, Αντωνάκη μου», απάντησε με φωνή γεμάτη τρυφερότητα.
«Μωρό μου, έχω ένα τελευταίο meeting με προμηθευτές και έρχομαι. Μην μαγειρέψεις, θα φέρω εγώ κινέζικο το βράδυ. Σ’ αγαπώ, φιλιά!» είπε ο Αντώνης βιαστικά, πριν κλείσει.
«Αγάπη μου, ο μπαμπάς είπε να πάμε σπίτι, δε χρειάζεται να πάμε σούπερ μάρκετ σήμερα», είπε η Λένια στον μικρό της.

Καθώς έκανε αναστροφή για να επιστρέψουν, τα φώτα της πόλης φάνηκαν να τη ζαλίζουν. Η κούραση της ημέρας την κατέκλυσε. Δεν πρόσεξε τη μεγάλη μηχανή που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά. Έκοψε τον δρόμο, και ο ήχος του απότομου φρεναρίσματος ακούστηκε σαν κεραυνός.

Πάγωσε. Σταμάτησε το αυτοκίνητο, έλεγξε βιαστικά το παιδί της, και βγήκε τρέχοντας.
«Θεέ μου… Συγγνώμη! Είσαι καλά; Ένα ασθενοφόρο! Κάποιος να καλέσει ασθενοφόρο!» φώναξε, με τη φωνή της να σπάει από τον πανικό.

Ο οδηγός, ξαπλωμένος στο δρόμο, έκανε μια κίνηση να σηκωθεί.
«Ηρέμησε… Είμαι καλά», είπε, με μια φωνή ήρεμη αλλά κουρασμένη.

Η Λένια τον βοήθησε να σταθεί όρθιος, και καθώς έβγαλε το κράνος του, το αίμα της πάγωσε. Τα ξανθά μαλλιά του και τα βαθιά γαλάζια μάτια του την καρφίτσωσαν στη θέση της. Ένιωσε τον χρόνο να σταματά. Τα μάτια του είχαν κάτι που την αναστάτωνε βαθιά – κάτι που την έκανε να νιώσει φόβο, πάθος και ένα ανεξήγητο δέος.

Το βλέμμα τους συναντήθηκε, και για μια στιγμή, ολόκληρος ο κόσμος εξαφανίστηκε. Ήταν μόνο εκείνη κι εκείνος, σαν να υπήρχε μια αόρατη κλωστή που τους έδενε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, ανεξέλεγκτα. Ένα κύμα πανικού και κάτι άλλο –μια παράξενη έλξη, μια ένταση που την παρέλυε– την κυρίευσε.

Εκείνος την κοιτούσε σιωπηλός, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις. Τα γαλάζια του μάτια είχαν μια παράξενη ζεστασιά, παρά τον πόνο που έδειχνε το πρόσωπό του.

«Μαμά!» φώναξε ξαφνικά ο γιος της από το αυτοκίνητο, και η στιγμή έσπασε σαν γυαλί που πέφτει στο έδαφος.
Η Λένια τινάχτηκε, σαν να την ξύπνησε η φωνή του μικρού της. Κοίταξε τον ξανθό άντρα, το βλέμμα του γεμάτο απορία και ένταση, και ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της.
Γύρισε βιαστικά στο αυτοκίνητο, χωρίς να πει λέξη.

«Πάμε σπίτι, αγάπη μου», είπε στον γιο της, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της σταθερή.
Πίσω της, άκουγε τις φωνές του κόσμου που είχε μαζευτεί.
«Πού πας; Τον αφήνεις έτσι; Γύρνα πίσω!»
Αλλά η Λένια δεν κοίταξε πίσω.

Τι ειρωνεία, σκέφτηκε. Εκείνοι έλεγαν ότι τον άφηνε. Ποια; Εκείνη! Πόσο ειρωνικό…

Παναγιώτα Τσάμπρα

One response to “Μη γυρίσεις πίσω”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading