– Τι κάνεις μόνη σου έξω; Κάνει κρύο, έλα μέσα.
– Γεια σου Θωμά. Δεν μπορώ μέσα! Με ενοχλεί η δυνατή μουσική και η βαβούρα. Για να μην μιλήσω για όλους όσους καπνίζουν και δεν βγαίνουν έξω! Προτιμώ να κάτσω εδώ. Εσύ, γιατί είσαι έξω;
– Κι εμένα με ενοχλεί ο καπνός. Δεν πίνω κιόλας… Κατά τα άλλα ήρθαμε για το χριστουγεννιάτικο πάρτι της εταιρείας!, απάντησε και γέλασε
– Ναι, αλλά είναι η Έλλη μέσα. Δεν πας καλύτερα;, πρότεινε η Αθηνά και μόνο εκείνη ήξερε πόσο πονούσε όσο ξεστόμιζε αυτά τα λόγια.
*****
Ο Θωμάς ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά! Πριν ενάμιση χρόνο, ενώ πήγαινε προς το γραφείο της, τον είδε από το τζαμί στην αίθουσα συνεδριάσεων. Περίμενε τον διευθυντή ώστε να περάσει συνέντευξη για τη θέση του λογιστή, μιας και ο ένας που υπήρχε ήδη στην εταιρεία δεν προλάβαινε να φέρει εις πέρας όλες τις υποχρεώσεις. Επιβράδυνε το βήμα της και τα μάτια της κόλλησαν πάνω του. Μαύρα, πυκνά μαλλιά, αμυγδαλωτά μάτια, ίσια μύτη, σαρκώδη χείλη, καθαρό πρόσωπο και αν και καθιστός, φαινόταν πως είναι πανύψηλος. Φορούσε ένα ανθρακί κοστούμι, χωρίς γραβάτα και ένα λευκό πουκάμισο. Σήκωσε το βλέμμα του για να δει μήπως έρχεται ο διευθυντής και καρφώθηκε πάνω στο δικό της. Τα μάτια του ήταν ανοιχτό καφέ. Είχε αρκετά αυστηρή έκφραση και η Αθηνά ένιωσε άβολα. Το κατάλαβε ότι είχε κοκκινίσει κι έτσι έστριψε αριστερά, που ήταν και το γραφείο της, κι έφυγε.
Ο Θωμάς προσλήφθηκε. Ο διευθύνων τον σύστησε σε όλα τα μέλη του ορόφου και η Αθηνά άδραξε την ευκαιρία ώστε να έρθουν πιο κοντά. Τι το ήθελε; Κάθε μέρα αντλούσε και μια νέα πληροφορία για εκείνον, μέχρι που έμαθε για την αρραβωνιαστικιά του. Εκεί όλα σκοτείνιασαν γύρω της. Κρύος ιδρώτας ένιωσε να κατακλύζει το κορμί της και αναζήτησε μια καρέκλα για να κάτσει. Προφασίστηκε υπερκόπωση για να μην ‘καρφωθεί’. Τώρα κατάλαβε γιατί ο Θωμάς ήταν τόσο ευγενικός μαζί της, μα μερικές φορές διστακτικός…
*****
– Έχει πιάσει την κουβέντα για μόδα και άλλα τέτοια επιφανειακά πάλι, που τα βαριέμαι. Ευτυχώς που βρήκα εσένα εδώ…, είπε και της χαμογέλασε, ενώ φαινόταν με τα μάτια του να εξετάζει το πρόσωπό της.
Η Αθηνά ήθελε να σταματήσει ο χρόνος. Να τον αρπάξει και να τον φιλήσει. Πόσο θράσος και θάρρος θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο! Ο Θωμάς, όση ώρα έκανε αυτές τις σκέψεις, της μιλούσε, μα δεν είχε εστιάσει στα λόγια του. Ευτυχώς άκουσε την τελευταία του ερώτηση και απάντησε αμέσως.
– Τι ποτό πίνεις εσύ;
– Ουίσκι, σκέτο.
– Και καφέ και ποτό σκέτα; Πώς τα καταφέρνετε μερικοί άνθρωποι!, είπε και γέλασαν και οι δύο
Ήταν καθημερινό αστείο – πείραγμα το ότι ο ένας ήθελε τον καφέ του σκέτο και ο άλλος γλυκό.
– I think I’ ll take my whiskey neat, my coffee black and my bed at three, you’re too sweet for me!, τραγούδησε αυθόρμητα η Αθηνά και όταν κατάλαβε τι είπε, κατέβασε το κεφάλι της και κοίταξε το ποτό της.
– Έχω πολλές απορίες. Αρχικά, δεν ήξερα ότι τραγουδάς…, της είπε και με τον δείκτη του έπιασε και σήκωσε το πηγούνι της. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Τα αυτιά της άρχισαν να βουΐζουν. Ήθελε μόνο να τον νιώσει! Το φιλί του, τη γεύση του, το άγγιγμά του, το κορμί του, όλον! Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που φοβόταν ότι και ο Θωμάς την άκουγε! ...Δεύτερον, ε δεν νομίζω να θεωρούμαι και τόσο γλυκός πια! Τόσα μεγαθήρια έχω βάλει στη θέση τους από τότε που ήρθα στο τμήμα…
– Καλά ντε, μην παρεξηγείσαι κιόλας! Ένα τραγούδι μου ήρθε στο μυαλό και το είπα, μπαααα! είπε με όση δύναμη μπόρεσε να μαζέψει και κατέβασε με μια γουλιά όσο ουίσκι είχε μείνει στο ποτήρι της.
– Δεν παρεξηγήθηκα. Θύμωσα! Δεν καταλαβαίνω γιατί όλες οι γυναίκες με βλέπετε ως πολύ καλό ή πολύ γλυκό κι αυτό δεν σας ταιριάζει!
– Αχ Θωμά για τον Θεό πια! Προφανώς οι επιλογές σου είναι λάθος! Υπάρχουν γυναίκες που θέλουν να είναι μαζί σου και γιατί είσαι όμορφος και καλό παιδί και έξυπνος. Άμα δεν θες να το δεις, κάτσε να τρώγεσαι με τα ρούχα σου! Πάω να γεμίσω το ποτήρι μου!
Ο Θωμάς την άρπαξε από τον πήχη.
– Αθηνά, από την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ, με έναν άνθρωπο έχω νιώσει άνετα κι αυτός είσαι εσύ! Πάντα μπορούσα να συζητήσω ήπια οτιδήποτε με απασχολούσε, από προσωπικό μέχρι επαγγελματικό. Πρώτη φορά μου μιλάς έτσι! Τι συμβαίνει;
Η Αθηνά νιώθοντας την καυτή παλάμη του πάνω στο χέρι της και με λίγη βοήθεια από τα ήδη δύο ποτήρια που είχε πιει ξεσπάθωσε.
– Τι συμβαίνει; Θα σου πω εγώ τι συμβαίνει!…, είπε και τράβηξε απότομα το χέρι της. Προσέχοντας πολύ τις κινήσεις της για να μην γίνουν θέαμα στους υπόλοιπους συναδέλφους που διασκέδαζαν μέσα, τα εξομολογήθηκε όλα με μια ανάσα. Εδώ και ενάμιση χρόνο προσπαθώ και προτάσσω την ηθική και τη λογική μου καταπιέζοντας κάθε συναίσθημα! Από την πρώτη μέρα που ήρθες για συνέντευξη και σε είδα μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων, δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου! Κάθε πρωί ανυπομονώ να σε δω και κάθε βράδυ σε σκέφτομαι… Δεν ταιριάξαμε μόνο ιδεολογικά, όπως καταλαβαίνεις, όσον αφορά στην δική μου πλευρά τουλάχιστον. Ναι, έχουμε πολλά κοινά, ναι, μπορούμε να τα συζητάμε όλα και να νιώθουμε άνετα με αυτό, αλλά φτάνει πια! Δεν αντέχω να ξανακούσω για την Έλλη! Καλύτερα να μην μου ξαναμιλήσεις, τώρα που τα ξέρεις όλα, παρά αυτό…
Ο Θωμάς την κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.
– Κατάλαβα!, είπε με ένα άκρως ειρωνικό ύφος η Αθηνά και άνοιξε με φορά την μπαλκονόπορτα. Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που έπαιζαν δυνατά στον εσωτερικό χώρο, σε συνδιασμό με τις δυνατές φωνές όλων, της προκαλούσαν ζαλάδα. Έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και πήρε το ασανσέρ για το υπόγειο γκαράζ.
Μέχρι να φτάσει στο -3 ένιωθε ανάμεικτα συναισθήματα. Από την μια κατηγορούσε τον εαυτό της που τα ‘ξέρασε’ όλα στον Θωμά, από την άλλη ένιωθε ένα βάρος να έχει φύγει από πάνω της. Από τη μια δεν ήξερε πώς θα τον αντικρίσει ξανά και από την άλλη έλεγε δυνατά ότι δεν την ενδιαφέρει.
Ο ήχος του ασανσέρ την έβγαλε από τις σκέψεις της και με γρήγορο βήμα έφτασε στο αυτοκίνητό της. Ξεκλείδωσε, μπήκε μέσα και έκλεισε τα μάτια της. Ήθελε να ηρεμήσει πριν πιάσει το τιμόνι.
Μετά από μερικές βαθιές ανάσες, ένιωσε έτοιμη να βάλει μπρος τη μηχανή, όταν η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε απότομα.
– Δεν μπορείς να μου λες όλα αυτά και μετά να φεύγεις έτσι!, της είπε θυμωμένα ο Θωμάς και μπήκε μέσα
– Και τι θες να κάνω; Αρκετά ρεζίλι δεν έγινα; Αρκετά δεν σε έφερα σε δύσκολη θέση; Τέλος πάντων, πήγαινε στην καλή σου τώρα κι άσε με εμένα. Φιλαράκια θα βρεις κι άλλα!, είπε ξανά ειρωνικά η Αθηνά. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωθε δυνατή κι έτοιμη να βγάλει όλα όσα κρατούσε τόσο καιρό από μέσα της.
Ο Θωμάς ανασήκωσε τα χέρια και την κοίταξε αγανακτισμένα.
– Δηλαδή εγώ τόσο καιρό μιλάω μαζί σου, είμαι συνέχεια στο γραφείο σου, γευματίζουμε κάθε μεσημέρι μαζί, σε κοιτάω μέσα στα μάτια και κρέμομαι από τα χείλη σου, έτσι! Το ξέρω ότι δεν έπρεπε να φέρνω στη συζήτηση την Έλλη, μα σου επικοινωνούσα τα προβλήματά μας, όχι για να μου δίνεις λύσεις, που μεταξύ μας δεν τις ακολούθησα ποτέ, αλλά για να μου επιβεβαιώσεις ότι θες να φύγω!
– Κάτσε βρε Θωμά… Εμένα περίμενες; Έχεις ιδέα πόσο χρονών είμαστε; Τι μου λες;
– Σου λέω ότι έχω δυσκολευτεί πολύ με τις σχέσεις. Ότι δεν έχω καταφέρει να νιώσω ο εαυτός μου πουθενά, μόνο μαζί σου. Αλλά φοβήθηκα. Φοβήθηκα ότι με βλέπεις σαν φίλο, γιατί με την πολλή ευγένεια εκεί καταλήγω συνήθως. Η Έλλη ήταν μια προσπάθεια που δεν έχει αποδώσει… Θυμάσαι πόσες φορές μου ζήτησε να αλλάξω κι εσύ μου έλεγες να μην αλλάξω για κανέναν, μα να προσπαθήσω να προσαρμοστώ στα δεδομένα; Γιατί να το κάνω αυτό, αν μπορώ να είμαι ο πραγματικός μου εαυτός, μαζί σου… Μου αρέσεις πολύ Αθηνά! Όλο αυτό το διάστημα έχω δημιουργήσει δυνατά συναισθήματα για σένα. Αλλά είναι που μερικές φορές συμπεριφέρομαι όντως σαν ανώριμος έφηβος… Έπρεπε να βρω εγώ το θάρρος να τα ξεστομίσω όλα αυτά, όχι εσύ…
Η Αθηνά άρπαξε το πρόσωπό του και τα χείλη τους έγιναν ένα. Επιτέλους τον αισθανόταν με όλες της τις αισθήσεις τεταμένες. Το φιλί τους παθιασμένο και ατελείωτο!
Μόλις άνοιξαν τα μάτια τους και χωρίστηκαν τα χείλη τους, χαμογέλασαν.
– Η Έλλη;, ρώτησε με μια αγωνία στο βλέμμα η Αθηνά
– Η Έλλη με ήθελε ανέκαθεν για την εξωτερική μου εμφάνιση. Δεν αξίζει να αναλωθούμε σε αυτό τώρα. Θα τελειώσει άμεσα κι ας μας συνδέει ένα δαχτυλίδι. Δεν μπορώ άλλο να καταπιέζομαι. Η δική σου εξομολόγηση άνοιξε τα δικά μου μάτια.
Η Αθηνά ένιωσε πιο ευτυχισμένη από ποτέ.
Ο Θωμάς την φίλησε ξανά και της υποσχέθηκε πως από αύριο θα είναι μαζί.
Εκείνη έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και για πρώτη φορά πρόσεξε τον στολισμό στους δρόμους και διέκρινε πόσο όμορφα φώτιζαν τα λαμπιόνια την πόλη.
Όλη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν είχε λάβει κι ένα μήνυμα από τον Θωμά, να ξέρει τι γίνεται…
Τα ξημερώματα την πήρε πια ο ύπνος και κατά τις 9:00 χτύπησε το κουδούνι της. Δεν έδωσε σημασία την πρώτη φορά. Ακολούθησε δεύτερη και τρίτη που την ανάγκασαν να σηκωθεί όπως όπως από το κρεβάτι. Κοίταξε την οθόνη του θυροτηλεφώνου και είδε τον Θωμά. Με δύο καφέδες στο ένα χέρι και στο άλλο ένα σημείωμα που έγραφε “You ‘ll take your whiskey neat, your coffee black and your bed at two” .
Αμέσως άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε τα σκαλιά κι έπεσε στην αγκαλιά του.
Αυτά τα Χριστούγεννα θα της έμεναν αξέχαστα!
Αγγελική Ανδριοπούλου
