Το δικό μου φωτεινό αστέρι

– Πιες σε παρακαλώ λίγο νερό… Καν’ το για μένα!
– Μμμμμμ…
– Σε παρακαλώ, μια γουλιά…
– Μμμμ σσσεε παρααλωωω… ΠΟΤΕ!

Η κυρά Χρυσούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, ξημερώματα ενός χειμωνιάτικου Σαββάτου. Το μεγαλύτερο παιδί από την δεύτερη γυναίκα του πατέρα της, καθώς χήρεψε νέος. Είχε ήδη έναν γιο από τη προηγούμενη γυναίκα του και έπρεπε κάποιος να τον μεγαλώσει. Η Σάννα, η μάνα της, δεν ήταν ούτε το πρότυπο μάνας ούτε μητριάς. Έκανε άλλα δύο αγόρια, αλλά ποτέ δεν φάνηκε να πόνεσε κανένα από τα παιδιά της. Ας μη μιλήσουμε για το ξένο… Το άφησε νηστικό να πεθάνει, αλλά εκείνα τα χρόνια είπαν ότι κάποια αρρώστια το βρήκε και μήτε έδωσε και κανείς σημασία πότε…

Η οικογένειά της, εκτός από κάποια χωράφια που είχε για να εξασφαλίζουν το φαγητό τους, είχε και το μοναδικό καφενείο ανάμεσα σε 10 χωριά, οπότε ολημερίς έπρεπε κάποιος να το δουλεύει. Ο πατέρας και η μάνα ανέλαβαν τα χωράφια και το καφενείο αντίστοιχα. Έτσι η κυρά Χρυσούλα ανέλαβε τη φροντίδα του σπιτιού και το μεγάλωμα των αδερφών της. Με το ζόρι κατάφερε να πάει μέχρι τη τρίτη δημοτικού. Παρόλα αυτά, κουτσά στραβά έμαθε να διαβάζει και να γράφει. Κάτι ήταν κι αυτό…

Η ζωή στο χωριό ποτέ δεν ήταν εύκολη. Οι κακουχίες ήταν καθημερινές, αλλά η πλήρη εξαθλίωση ήρθε με τον πόλεμο του ’40. Έσκαβαν στο χώμα να κρύψουν το ψωμί να μη το βρουν οι ξένοι. Άντεξαν όμως… Ελευθερώθηκαν. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε και η κυρά Χρυσούλα. Ξεκίνησαν να καταφτάνουν τα προξενιά και οι γαμπροί. Μπορεί να υστερούσε σε μόρφωση και παιδεία, αλλά ήταν κυρίαρχος στην εξυπνάδα. Είχε αποφασίσει από πολύ μικρή ότι δεν ήθελε να ζει στο χωριό, γι’ αυτό δεν δέχτηκε κανέναν για άντρα της.
Αφού μεγάλωσαν και τα αδέρφια της, περήφανη συνέχιζε να φροντίζει τους γονείς της και να δουλεύει το καφενείο παρόλο που ήδη της είχε κολλήσει η ρετσινιά της γεροντοκόρης. Γεροντοκόρη 28 ετών.

Ώσπου μια μέρα ήρθε στο χωριό για κάτι χωματουργικές εργασίες ένας Αγρινιώτης. Ο Μάκης. Ο Μάκης είδε την κυρά Χρυσούλα, του άρεσε και αμέσως έκανε τις απαραίτητες κινήσεις για να τη ζητήσει. Και σε εκείνη άρεσε πολύ, οπότε δέχτηκε τη πρότασή του με χαρά. Παντρεύτηκαν ανήμερα των Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς, σε μια τελετή λιτή μεν αλλά ζεστή, φωτεινή και κατακόκκινη.

Η κυρά Χρυσούλα λοιπόν έφυγε από το χωριό που μόνο την έπνιγε και βρέθηκε να ζει στο Αγρίνιο προσπαθώντας να φτιάξει τη δική της οικογένεια. Το κατάφερε. Έκανε δυο γιους που τους κοίταζε στα μάτια. Που τίποτα άλλο δε την ενδιέφερε σ’ αυτή τη ζωή, παρά μόνο τα αγόρια της. Έβλεπε τα λάθη της μάνας της στο παρελθόν και είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι δε θα της μοιάσει ποτέ. Λίγα χρόνια αργότερα μετακόμισαν στον Πειραιά με μια βαλίτσα όνειρα. Η χωριάτισσα βρέθηκε στη μεγαλούπολη και ήταν ευτυχισμένη!

Κατάφεραν να φτιάξουν και ένα εξοχικό σπιτάκι κοντά στη Κόρινθο, το οποίο έγινε τελικά η μόνιμη κατοικία τους. Η δουλειά πήγαινε καλύτερα εκεί λόγω της ανοικοδόμησης της περιοχής, οπότε αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τον Πειραιά. Μεγάλωσαν το εξοχικό, αγόρασαν και ένα ακόμα οικόπεδο σε κεντρικό σημείο για να μπουν τα χωματουργικά μηχανήματα του κυρ Μάκη και έτσι είχαν ήδη καταφέρει να πραγματοποιήσουν σχεδόν όλα τους τα όνειρα! Είχε μπει πλέον η ζωή τους σε μια σειρά. Τα αγόρια της μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν. Απέκτησε 6 εγγόνια. 3 από τον καθέναν τους. Ο μικρός γιος έφτιαξε την οικογένειά του στον Πειραιά όπου μεγάλωσε. Ο μεγάλος γιος δεν έφυγε ποτέ από δίπλα της, αλλά έχτισε το σπίτι του και τη δική του οικογένεια κοντά στο σπίτι της κυρά Χρυσούλας! Έτσι όταν γεννήθηκα εγώ, από την πρώτη μου κιόλας ανάσα… ήμουν μαζί με τη γιαγιά! Πήρα και το όνομά της! Ήμασταν αχώριστες! Όπου η μια… εκεί και η άλλη! Μέχρι το τέλος…

Η κυρά Χρυσούλα στο δικό μου μυαλό ήταν το πρότυπο μάνας και γιαγιάς! Πεθεράς πάλι δε θα το έλεγα, καθώς είπαμε… σαν τα αγόρια της κανένας! Μεγαλώνοντας τα έβλεπα τα λάθη στην συμπεριφορά της απέναντι στη μάνα και στη θεία μου, αλλά για να είμαι ειλικρινής δε με πολύ ένοιαζε κιόλας. Εμένα μου αρκούσε που η αγκαλιά της ήταν πάντα διαθέσιμη για μένα, που η έννοια της ήταν αν έχω φάει και με κακομάθαινε φτιάχνοντάς μου γάλα ή αυγόφετες, που με στήριζε είτε στα σωστά μου είτε στα λάθη μου. Ήξερα ότι έχω το αποκούμπι μου ό,τι και αν συμβεί…

Η κυρά Χρυσούλα λάτρευε τα Χριστούγεννα! Ίσως οφείλεται στο ότι και η ονομαστική μας εορτή είναι εκείνη τη μέρα. Πάντως αυτό που πάντα θα θυμάμαι, είναι το να παιδεύεται για να καταφέρει να τοποθετήσει τα μεγάλα λαμπάκια στην αροκαρία του κήπου μας. Μια πιθαμή άνθρωπος ήταν η γιαγιά… 1,50 ύψος με το ζόρι! Κι όμως σχεδόν σκαρφάλωνε πάνω στα θεόρατα κλαδιά και με τη βοήθεια της σκούπας και μιας σκάλας, στόλιζε 6 μέτρα δέντρο! Όταν το άναβε, το δέντρο μας φαινόταν σε όλη τη πόλη. Τόσο μεγάλο, τόσο φωτεινό, τόσο όμορφο…

Νοέμβρης ήταν όταν η γιαγιά παραπονέθηκε για έναν πόνο στο στομάχι της. Σηκωτή την πήγαμε στο νοσοκομείο. Έμφραγμα. Άμεσα χειρουργείο για τριπλό by pass. Σοκαρίστηκα. Είχα πάντα την εντύπωση ότι η γιαγιά μου ήταν αλώβητη. Δεν την είχα ακούσει ποτέ να παραπονεθεί ούτε για πονοκέφαλο. Μέσα στο μυαλό μου μάλλον την είχα συνδέσει με κάποιον σούπερ ήρωα και δε μου άρεσε όταν συνειδητοποίησα ότι είναι ένας απλός άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι φεύγουν…

Την προηγούμενη μέρα του χειρουργείου ήμουν μαζί της στο δωμάτιο, της είπα σε ανύποπτο χρόνο…
– Σ’ αγαπώ γιαγιά!
– Και ‘γω σ’ αγαπώ στολίδι μου! Ολα μου τα εγγόνια τα αγαπάω… Αλλά εσένα λίγο παραπάνω!
Το χειρουργείο πέτυχε! Ο δικός μου σούπερ ήρωας μέσα σε ένα μήνα είχε επανέλθει! Θυμάμαι στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι να γελάμε όλοι μαζί καθώς τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας, ενώ η ευχή μας για τη νέα χρονιά ήταν να μην έχουμε άλλες περιπέτειες!

Η ευχή όμως δεν έπιασε… Τον Απρίλη η γιαγιά διαγνώστηκε με καρκίνο του ενδομητρίου. Νέο χειρουργείο, καθώς και έναρξη χημειοθεραπειών και ακτινοβολιών. Κάθε μέρα την συνόδευα στο νοσοκομείο για τις θεραπείες της. Οδηγούσα πλέον. Θυμάμαι να της κρατάω το χέρι κατά τη διάρκεια της αναμονής μέχρι να φωνάξουν το όνομά της για να περάσει μέσα στον ειδικό θάλαμο. Μια μέρα με ρώτησε…
– Θα μου πέσουν τα μαλλιά;
– Όχι γιαγιά, δε θα σου πέσουν, μας είπαν ότι λόγω ηλικίας είναι ελαφριές οι θεραπείες…

Κύλησαν έτσι τρία χρόνια. Υπήρξε ένα διάστημα τριών μηνών που είχαμε πιστέψει ότι το έχουμε νικήσει το θεριό και οι γιατροί αποφάσισαν να της δώσουν λίγο χρόνο να ηρεμήσει. Στις αμέσως επόμενες εξετάσεις εντοπίστηκε η μετάσταση στον πνεύμονα. Τότε ήταν σαν να ξεκινήσαμε ξανά απ’ την αρχή… Νέος κύκλος θεραπειών! Για χειρουργείο πλέον ούτε λόγος! Δε θα το άντεχε…

Ένα απόγευμα που χάζευα στη τηλεόραση, ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Σχεδόν χαμηλόφωνα έσκυψε στο αυτί μου…
– Μου πέφτουν τα μαλλιά…
– Ελα μωρέ γιαγιά βλακείες, αφού μας είπαν δε θα πέσουν!
– Μου πέφτουν σου λέω… Να, δες!
Έβαλα τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα κοντά μαλλιά της, ενώ θέλησα να τα τραβήξω βίαια για να της δείξω ότι δεν πέφτουν. Σαν πούπουλο έμειναν μέσα στα χέρια μου, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αντίσταση! Είχα μείνει με γουρλωμένα μάτια να τα κοιτάζω, σαστισμένη, απορημένη…
– Είδες που σου είπα; Πέφτουν…
– Εεε δε πειράζει, θα βγουν καινούργια. Μέχρι τότε θα πάρουμε περούκα αν θες…

Περούκα δε φόρεσε ποτέ! Κυκλοφορούσε καμαρωτή με το τουρμπάνι της, πάντα χρωματιστό και πάντα ταιριαστό με τα ρούχα της. Την είχαν κουράσει πλέον όλες οι θεραπείες, οι εξετάσεις, τα πήγαινε έλα στα νοσοκομεία και τους γιατρούς. Υπήρξαν φορές που μου έλεγε «Αύριο έχω χημειοθεραπεία αλλά βαριέμαι να πάω…», απ’ τη μια γελούσα με τους μορφασμούς που έκανε το πρόσωπό της ώστε να κουμπώνουν με τις λέξεις που μόλις είχε ξεστομίσει. Αρκούσε βέβαια ένα λοξό, κάπως επικριτικό βλέμμα μου για να μου πει «Καλάαα…» σχεδόν απογοητευμένη που δεν πέρασε το δικό της! Πότε δεν εγκατέλειψε. Όσο και αν είχε κουραστεί!

Κάπου εκεί κοντά, της γνώρισα και τον άνθρωπο που μου είχε κλέψει τη καρδιά και έμελλε να γίνει ο άντρας και πατέρας των παιδιών μου. Τον αγάπησε από τη πρώτη στιγμή τον Μιχάλη μου. Εκείνος την φώναζε γιαγιά και εκείνη έλιωνε. Ήταν τόσο ευτυχισμένη για μένα! Ακόμα θυμάμαι τη χαρά της, σαν παιδί που του δίνουν καραμέλες, όταν της ανακοινώσαμε ότι σκοπεύουμε να παντρευτούμε την επόμενη χρονιά ανήμερα των Χριστουγέννων. Έτσι σα να συνεχίζαμε τη δική της πορεία πατώντας στα χνάρια της…

Ένα μήνα αργότερα ο Μιχάλης μου έπρεπε να φύγει για το μπάρκο του και εγώ σιγά σιγά να ξεκινήσω τις προετοιμασίες. Οταν πήγε να χαιρετήσει τη γιαγιά, εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά και έκλαιγε. Του ζήτησε να με προσέχει. Ο Μιχάλης μου είχε σαστίσει. Εγώ σχεδόν τη μάλωσα ότι με την στάση της τον στεναχωρεί γιατί ήδη η ψυχολογία του ήταν πεσμένη που θα φύγει τόσο καιρό μακριά! Του χάιδεψε τα μαλλιά και του είπε…
– Δε θα σε ξαναδώ…
– Τι είναι αυτά που λες γιαγιά; Έχουμε γάμο μπροστά μας…
– Ξέρω εγώ τι λέω…

Ίσως το ένιωθε! Ίσως το ήξερε! Δε γνωρίζω…
Τρεις μήνες μετά, ένα ισχαιμικό επεισόδιο την καθήλωσε. Ό,τι δεν κατάφεραν η καρδιά και ο καρκίνος, το κατάφερε το εγκεφαλικό. Της έκοψε τα φτερά. Της στέρησε την επιβολή πάνω στο ίδιο της το κορμί. Τον πρώτο καιρό, μιλούσε. Με δυσκολία βέβαια, αλλά καταφέρναμε να συνεννοηθούμε. Τότε μου ζήτησε να πραγματοποιήσω την επιθυμία της. Μου είχε πει χαρακτηριστικά πως ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν συμβεί, εσύ θα κάνεις τον γάμο σου κανονικά και εγώ θα σε καμαρώνω. Ήταν τα λόγια της σαν διαταγή και τα μάτια της βουρκωμένα. Δε μπόρεσα να αρνηθώ, παρά υποσχέθηκα ότι θα κρατήσω τον λόγο μου.

Η πορεία από εκεί και πέρα ήταν μόνο πτωτική. Οι κινήσεις ανύπαρκτες. Σιγά σιγά ανύπαρκτη και η ομιλία. Λίγες λέξεις σαν αναλαμπές αρκετά σπάνια πια, αρκούσαν να φέρουν τη φωνή της ως τα αυτιά μου για να τη συγκρατήσω, για να μη ξεχάσω, για να βοηθήσω τον εαυτό μου να μη λυπάται για το τέλος που έβλεπα ότι ήταν πλέον κοντά.

– Πιες σε παρακαλώ λίγο νερό… Καν’ το για μένα!
– Μμμμμμ…
– Σε παρακαλώ μια γουλιά…
– Μμμμ σσσεε παρααλωωω… ΠΟΤΕ!

Άρχισε να αρνείται κάθε ελπίδα ζωής. Ούτε τροφή, ούτε νερό. Σαν να είχε εγκαταλείψει. Ίσως και να κουράστηκε να παλεύει πια. Μια ζωή πάλευε! Αρχές Νοεμβρίου έφυγε…σκορπίζοντας σε όλη μας την οικογένεια απέραντη θλίψη. Τώρα πια σκοτάδι. Κενό. Μοναδική παρηγοριά ότι δεν πονάει πια…

Σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσα να μη κρατήσω το λόγο μου απέναντί της! Δε θα την πρόδιδα ποτέ! Λίγες μέρες μετά το φευγιό της, στόλισα όλο το σπίτι μου Χριστουγεννιάτικα για να το βλέπει και να χαίρεται! Έβαλα και περισσότερα λαμπιόνια από ό,τι θα ‘πρεπε! Ήθελα το φως τους να φτάσει ως τον ουρανό! Ασχολήθηκα και με τις τελευταίες λεπτομέρειες του γάμου μου, γιατί ήδη είχαμε μπει στη τελική ευθεία.

Χριστούγεννα.
Από πολύ πρωί είχαν ξεκινήσει οι πυρετώδεις προετοιμασίες. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη, αλλά δεν μπορούσα να αποβάλω την μελαγχολία που είχα στο βλέμμα μου. Ίσως ήταν και παράπονο… Λίγες μέρες ακόμα ρε γαμwτο… Λίγες μέρες για να με δει νύφη! Ας είναι… Κάποια πράγματα δε μπορούμε να τα ελέγξουμε.

Ο γάμος έγινε ακριβώς όπως τον είχαμε προγραμματίσει. Μετά το τραπέζι γυρίσαμε σπίτι μας με τον Μιχάλη μου. Κατευθύνθηκα προς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Πάτησα τον διακόπτη για να ανάψω τα λαμπάκια. Αυτόματα μπροστά στα μάτια μου ξεκίνησαν να χορεύουν στο δικό τους ρυθμό. Έμεινα να τα κοιτάζω, καθώς ο Μιχάλης μου ήρθε πίσω απ’ τη πλάτη μου. Με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε. Ήξερε πώς νιώθω…
Ταυτόχρονα και οι δύο μας στρέψαμε το βλέμμα μας προς το αστέρι στην κορφή του δέντρου. Χαμογέλασα.
Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι το δικό μου φωτεινό αστέρι, δε θα σβήσει ποτέ, αλλά θα ‘ναι πάντα εκεί ψηλά στον ουρανό να με προσέχει.

“Σε ένα από αυτά τα αστέρια, θα ζω. Σε ένα από αυτά θα γελάω. Κι έτσι, όταν κοιτάς ψηλά τον νυχτερινό ουρανό, θα είναι σαν να γελάνε μαζί σου όλα τα αστέρια. Και μια μέρα, όταν επιτέλους καταλαγιάσει η θλίψη σου (γιατί ο χρόνος μαλακώνει όλο τον πόνο), θα χαίρεσαι που με γνώρισες. Θα είμαι πάντα μαζί σου, σαν φίλος που δεν θα σε αφήσει ποτέ. Δεν έχει σημασία η απόσταση, δεν θα σε εγκαταλείψω. ”
– Antoine de Saint-Exupéry,
Ο Μικρός Πρίγκιπας

Chrysaza

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading