Ο Μάρκος, της έκανε εντύπωση από την αρχή. Προσεγμένο ντύσιμο, πολύ ωραίο άρωμα, ευγενικός, γλυκομίλητος, δυνατό μυαλό, με σπουδές και χρόνια προϋπηρεσίας. Ήταν υψηλό στέλεχος στην ναυτιλιακή εταιρεία που εργαζόταν και η ίδια, στο τηλεφωνικό κέντρο. Κάθε πρωί, ο τρόπος που της έλεγε καλημέρα, το πολλά υποσχόμενο βλέμμα του, το χαμόγελό του, που φανέρωνε μια κάτασπρη, ολόισια οδοντοστοιχία, την έκαναν να προσμένει, να προσέχει το ντύσιμό της, τα μαλλιά, το μακιγιάζ της. Δεν μπορεί να ήταν ιδέα της, την καλοκοίταζε. Ε και δεν του έπεφτε λίγη! Αναλογίες μοντέλου είχε. Κάτι ξέρανε που την βάφτισαν με το όνομα της θεάς της ομορφιάς, Αφροδίτη.
Ένα ζεστό μεσημέρι, αρχές Σεπτέμβρη, καθώς έφευγε από την δουλειά, περνώντας από μπροστά της, της χάρισε το πιο γοητευτικό του χαμόγελο και ενώ είχε κάνει πρόβες να πει κάτι ευφάνταστο, τον κατάπιε το κλασσικό “πολλή ζέστη πάλι σήμερα!”. Η Αφροδίτη που κατάλαβε ότι προσπαθούσε να της πιάσει κουβέντα, αποφάσισε να του το κάνει πιο εύκολο.
– Μας έκαψε πάλι κι έχουμε Σεπτέμβρη. Μόνο για κρύα μπυρίτσα κάπου παραθαλάσσια είναι.
Ο Μάρκος, έπιασε το υπονοούμενο και δεν θα άφηνε την ευκαιρία.
– Θέλεις να πάμε κάπου για μπυρίτσα και ψαράκι ή ό,τι άλλο σου αρέσει;
Αν ήθελε λέει! Από μέσα της χόρευε τον χορό της νίκης και σκεφτόταν “επιτέλους αγόρι μου, μας έσκασες”, αλλά από έξω της, ακίνητη, σοβαρή, απάντησε με λάγνο ύφος:
– Ναι, γιατί όχι;
Τζέντλεμαν, της άνοιξε την πόρτα της εταιρείας κι έπειτα την πόρτα του αυτοκινήτου.
Πέρασαν πολύ όμορφα. Εντυπωσιάστηκε ο ένας από την παρουσία και την παρέα του άλλου. Μίλησαν για πολλά θέματα. Ο κινηματογράφος, το θέατρο, οι εκδρομές, τα βιβλία, οι μουσικές σκηνές, ήταν τα κοινά τους σημεία. Ενθουσιάστηκε ο Μάρκος όταν άκουσε πως κι εκείνη προτιμάει να βλέπει θρίλερ, να διαβάζει αστυνομικά βιβλία, να ακούει τζαζ και να προτιμάει ερημικές παραλίες και γενικά πιο ψαγμένα μέρη για ταξίδια. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως μια τόσο όμορφη, καλλίγραμμη κοπέλα, δε θα είχε μέλημά της να δείχνει το σώμα της στα beach bar και να λικνίζεται στις δυνατές μουσικές. Ενθουσιάστηκε η Αφροδίτη με την ταπεινότητά του. Ένας τόσο ωραίος άντρας, με καλή δουλειά, οικονομική άνεση, που πολλές κοιτούσαν σα ξερολούκουμο κι άλλες το διεκδικούσαν κιόλας, ήταν διακριτικός, καθόλου λιγούρης, κι ούτε με ύφος “μπορώ να σε κάνω δική μου όποτε γουστάρω”.
Αυτό το από σπόντα ραντεβού, κέρδισε τις εντυπώσεις εκατέρωθεν. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, έστελναν μηνύματα περί ανέμων και υδάτων, περισσότερες πληροφορίες για να γνωριστούν καλύτερα, οι ματιές τους στη δουλειά πρόδιδαν προσμονή, μα δεν έκανε άλλη πρόταση για να βγουν.
Αρκετές μέρες αργότερα ήρθε αργά το απόγευμα ένα μήνυμα “ψήνεσαι για ποτάκι;”.
Περνούσαν πολύ όμορφα και η Αφροδίτη πίστεψε πως τον είχε γοητεύσει. Ενώ ήταν πολύ ευγενικός, φαινόταν ότι ήθελε να την αγγίξει, να την φιλήσει, δεν το τολμούσε. Εντάξει, δεν ήταν και καμιά χθεσινή, κάτι καταλάβαινε. Ερχόταν συχνά μηνύματα στο κινητό του, τα διάβαζε αλλά δεν απαντούσε. Όταν τον ρώτησε η Αφροδίτη, της απάντησε ότι είναι από την δουλειά. Τον έπιασε τρεις τέσσερις φορές να κοιτάζει το απέναντι τραπέζι και να ψιλοταράζεται. Δεν του είπε κάτι, γιατί απέναντί τους καθόταν μια μεγάλη κυρία μόνη της. Πολύ κοκέτα, μύριζε πλούτο από μακριά, αλλά σίγουρα πάνω από εβδομήντα. Βρε λες να τον καμάκωνε; Όλα είναι πιθανά. Η γιαγιούλα μπορεί να γούσταρε μικρότερους και ωραίους. Ε όχι να κάνει και σκηνή ζηλοτυπίας για την κυριούλα!
Ο Μάρκος, δεν ήταν ο γόης που άλλαζε τις γυναίκες σα τα πουκάμισα, ενώ θα μπορούσε. Μετρημένος, σοβαρός, δεν είχε μεγάλης διάρκειας σχέσεις στο ενεργητικό του, με την πιο μεγάλη πέντε μήνες και όλες οι άλλες που δεν ήταν πολλές, μετρούσαν ένα δύο μήνες. Το βρήκε κάπως ύποπτο η Αφροδίτη, μα το προσπέρασε. Υπέθεσε πως δεν βρέθηκε στο δρόμο του η γυναίκα που θα τον έκανε να θέλει να μοιραστεί τη ζωή του μαζί της. Αυτές θα έφταιγαν σίγουρα. Μα τυφλές ήταν; Είχε ό,τι μπορούσε να ζητήσει μια γυναίκα από ένα άντρα. Σωστό κελεπούρι!
Έβγαιναν, όχι συχνά όμως, ενώ περνούσαν πολύ ωραία. Δεν μπορούσε να τον ψυχολογήσει. Την ξενέρωνε που δεν ξεκαθάριζε, που την είχε στο περίμενε, μα την ιντρίγκαρε κιόλας. Το πρώτο τους φιλί ήρθε πολύ αργότερα, του Αγίου Δημητρίου, μεγάλη η χάρη Του, στην αίθουσα του κινηματογράφου. Στην οθόνη ο σίριαλ κίλερ σκότωνε το τρίτο του θύμα κι αυτοί σαλιάριζαν. Το κινητό του στη δόνηση, δεν σταμάτησε να βουίζει. Δεν απάντησε σε κανένα μήνυμα. Οι μέρες περνούσαν και αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν ότι δεν επιδίωκε να βρεθούν ερωτικά, δεν την κάλεσε ποτέ σπίτι του και απέφευγε με μαεστρία να έρθει στον δικό της χώρο. Τόσο καιρό συναντιόντουσαν έξω. Άρχισε να κάνει σκέψεις, μήπως δεν ήταν τελικά το αρσενικό που η όψη του έδειχνε. Μήπως η τεστοστερόνη δεν έφτανε. Έδιωχνε αυτές τις σκέψεις με άλλες, του πολύ ρομαντικού άντρα, του χορτάτου. Μα τι χορτάτος, με τόσους περιορισμένους δεσμούς; Ένα πέπλο μυστηρίου η ερωτική του ζωή. Μια μυστικοπάθεια που την μπέρδευε. Τα φιλιά του πάντως, μελωμένα, παθιάρικα, στο άγγιγμά του σκιρτούσε ολόκληρη. Μήπως τώρα που θα έβγαιναν για ποτό να του έκανε κουβέντα;
Η Αφροδίτη του πρότεινε ένα άλλο μπαράκι, μα εκείνος επέμενε να πάνε σε εκείνο που είχαν πάει τις προάλλες. Με το που κάθισαν, είδε απέναντί τους πάλι την ηλικιωμένη κυρία, εντυπωσιακή, με ύφος μπλανζέ. Πάλι έριχνε το βλέμμα του στη μεριά της.
– Βρε τη γιαγιά… συχνή πελάτισσα!, είπε ειρωνικά και τον κοιτούσε στα μάτια να δει την αντίδρασή του.
– Για ποια λες; απορημένα απάντησε ο συνοδός της.
– Για την πλούσια, απέναντι, που σε σκανάρει.
– Άσε μας βρε μωρό μου! Τι είναι αυτά που λες;
Η Αφροδίτη όμως εντόπισε μια νευρικότητα στον τόνο της φωνής του, μια αμηχανία.
– Μπορεί να σε γουστάρει, πού ξέρεις;
– Δεν αλλάζουμε θέμα;
– Να αλλάξουμε μωρό μου…, του είπε και επιδεικτικά έπιασε με τα χέρια της το πρόσωπό του, το τράβηξε προς το δικό της και τον φίλησε με πάθος.
Η κυρία απέναντι, χτυπούσε με τα δάχτυλα του χεριού της το τραπέζι και το πόδι της πήγαινε πάνω κάτω στο πάτωμα, όπως όταν έχουμε εκνευρισμό. Η Αφροδίτη την κοίταξε με ύφος θριαμβευτή.
Ο Μάρκος φάνηκε να ενοχλήθηκε, έκανε κίνηση να τραβηχτεί, μα η Αφροδίτη δεν ήταν κανένα κοριτσάκι που θα το έβαζε κάτω.
– Ρε μωρό μου, τι σ’ έπιασε;
– Εμένα ή εσένα; Συμβαίνει κάτι; Δεν θέλεις να σε φιλάω; Ντρέπεσαι;
– Τι χαζομάρες είναι αυτές! Μα τι έπαθες; Έλα να παραγγείλουμε, να πιούμε το ποτό μας.
Η συνέχεια κύλησε ομαλά. Η… απέναντι, μάλλον κατάλαβε ότι δεν την παίρνει κι έφυγε στο μισάωρο. “Αυτό μας έλειπε κυρά μου, να σου την χαρίσω!” σκέφτηκε η Αφροδίτη και ένιωθε σα τον κυνηγό που μόλις έπιασε τη λεία του.
Λίγες μέρες μετά, της έκανε μια πρόταση που την ξάφνιασε ευχάριστα.
– Θέλεις να πάμε ένα τριήμερο Αράχωβα;
– Αλήθεια λες; Ο Νοέμβριος είναι πολύ ωραίος μήνας για Αράχωβα. Αν θέλω λέει!
Ήθελε να του πει επίσης “κι εκεί πώς θα με αποφύγεις ερωτικά; Θα κλείσεις χωριστά δωμάτια ή μήπως επιτέλους θα κάνουμε ανάσταση;”, αλλά αρκέστηκε στο να του δώσει ένα φιλί. Πολλές φορές είχε σκεφτεί αυτό το διάστημα να του πει, μέχρι εδώ. Μεγάλοι άνθρωποι ήταν. Τι περίμενε; Αλλά κάτι που δεν είχε με κάτι καλύτερο να ασχοληθεί, κάτι που της άρεσε σαν άντρας, κάτι που ήθελε να λύσει και το μυστήριο, συνέχιζε μαζί του.
Στη διαδρομή γελούσαν, άκουγαν μουσική, είχε το χέρι της μέσα στο δικό του και κρατούσαν μαζί τον λεβιέ των ταχυτήτων. Ήταν σίγουρη ότι αυτή η εκδρομή θα τους έφερνε πολύ κοντά. Στο ασανσέρ τον φίλησε με πάθος, τον κοίταξε κατάματα και του ψιθύρισε στο αυτί όλο νόημα “το περίμενα πολύ καιρό”.
Το δωμάτιο φανταστικό, χουχουλιάρικο.
– Λοιπόν, πάω κάτω να κανονίσω τις λεπτομέρειες κι έρχομαι να τακτοποιηθούμε.
” Τι να κανονίσει άραγε; Καμία έκπληξη θα ετοιμάζει το μωρό μου”, σκέφτηκε καθώς εκείνος φουριόζος άνοιγε την πόρτα.
Άφηνε την τσάντα της, όταν είδε το κινητό του στο κρεβάτι επάνω. Άπλωσε το χέρι να το πάρει και το μετάνιωσε. Το διαολάκι από πάνω της δεν την άφηνε σε ησυχία. Με μία απότομη κίνηση, χωρίς δεύτερη σκέψη πια, το άνοιξε. Πήγε κατευθείαν στα μηνύματα. Καμία συνομιλία με γυναικείο όνομα πέρα από το δικό της. “Μα τι ψάχνω; Τι θέλω να βρω; Το μωρό μου, μόνο εμένα…” κόπηκε απότομα η σκέψη. Είχε ανοίξει, έτσι, χωρίς λόγο την συνομιλία με την μαμά του.
“Αυτή είναι η πανέμορφη που έλεγες; Χάνω πάσα ιδέα για το γούστο σου”.
“Τι ντύσιμο είναι αυτό; Κιτσαριώ”.
“Αγόρι μου, είναι πολύ λίγη για σένα”.
“Αν είναι δυνατόν να την πάτησες με δαύτη”.
“Ακόμα και η πρώην σου, που ξέρεις ότι δεν την χώνεψα ποτέ, ήταν καλύτερη”.
“Αντί να βλέπει την οθόνη, σε ρουφάει η ξετσίπωτη”.
“Θρίλερ στην οθόνη, τσόντα στα καθίσματα”.
“Δεν μπορώ να καταλάβω τι της βρίσκεις”.
“Γιατί αργήσατε; Πόση ώρα περιμένω στο μπαρ”.
“Από την μύτη σε σέρνει”.
“Κοίτα κοίτα η ξεδιάντροπη πως σε φιλάει”.
“Γιατί με κοιτάζει έτσι; Αχ που έμπλεξες γιε μου” .
Σα να της ρίχνανε παγωμένα νερά ένιωθε. “Η ηλικιωμένη του μπαρ, είναι η μάνα του! Παρούσα στα ραντεβού μας! Περνούσα από οντισιόν; Από επιτροπή; Θεέ και Κύριε! Γι’ αυτό δεν βρεθήκαμε ποτέ στο σπίτι του. Ρε δε λες καλύτερα, να έσκαγε μύτη κάτω από το κρεβάτι! Πόσο μαμάκιας! Ήθελε έγκριση από τη μανούλα ο βουτυρομπεμπές! Έτσι εξηγούνται όλα! Όπου φύγει φύγει όλες. Τον θεωρούσα και κελεπούρι τον χαλβά, μα τα φαινόμενα απατούν”. Ήθελε να φύγει τρέχοντας, δεν άντεχε ούτε λεπτό εκεί μέσα. Δυστυχώς δεν πρόλαβε.
Όταν την είδε με το κινητό του στα χέρια της, τον έζωσαν τα φίδια.
– Τι έγινε; Τακτοποίησες τις εκκρεμότητες; τον ρώτησε με καθαρά ειρωνικό ύφος.
– Ναι μωρό μου, όλα εντάξει. Συμβαίνει κάτι;
– Εσύ τι λες; Συμβαίνει;
– Τι έπαθες Αφροδίτη;
– Ρε γελοίε, υπήρξε φορά που βγήκαμε και δεν είχαμε μπάστακα την μανούλα σου;
Ο Μάρκος σα να περίμενε την θύελλα, επικαλέστηκε όση ψυχραιμία μπορούσε.
– Να σου εξηγήσω…
– Τι να μου εξηγήσεις βρε ρεντίκολο της κοινωνίας; Τι να μου εξηγήσεις βρε ντροπή του ανδρικού φύλου;
– Σε παρακαλώ, άκουσέ με!
– Αλήθεια τώρα; Υπάρχει εξήγηση;
– Η μαμά μου είναι χήρα είκοσι χρόνια, όσο ήμουν κι εγώ όταν πέθανε ο πατέρας μου. Δούλεψε σκληρά για να με σπουδάσει, να κάνω μεταπτυχιακά, να μάθω γλώσσες. Θυσίασε την ζωή της.
– Ακούς τι λες; Και τι σχέση έχει αυτό με το ότι εξελίχθηκε σε νταβατζή της δικής σου ζωής;
– Αφροδίτη, δεν σου επιτρέπω!
– Τι μας λες; Σκιάχτηκα! Και δε μου λες, τι εκκρεμότητες ξεκαθάρισες κάτω; Κάνε πλάκα να κουβαλήθηκε κι εδώ!
Ο Μάρκος δεν μίλησε, μα η σιωπή του έδινε την απάντηση.
– Έλεος αγόρι μου! Και να φανταστώ ότι κλείσατε το διπλανό δωμάτιο, για να ακούει, αν βογγάω καλά στο σ3ξ, αν ικανοποιώ τον κανακάρη της! Ή μήπως θα της δίναμε ποπ κορν να κάθεται στην πολυθρόνα και να παίρνει μάτι; Ειλικρινά ούτε να σε φτύσω. Χαράμι θα πάει το φτύσιμο.
– Σε παρακαλώ, μη γίνεσαι φτηνή, άφησε με να σου πω, είσαι σημαντική για μένα. Σε θέλω στη ζωή μου.
– Εγώ γίνομαι φτηνή; Τι να σου πω βρε καραγκιόζη! Ποια ζωή σου ρε καημένε; Έτσι εξηγείται που σαράντα χρονών γαϊδούρι δεν είχες παρελθόν. Τις έδιωχνες γιατί δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές της και οι δύσμοιρες που πέρασαν το τεστ έφυγαν τρέχοντας αντιλαμβανόμενες την κατάσταση. Ένα πράγμα θέλω να μάθω… αν δεν το ανακάλυπτα από το κινητό σου, πώς θα δικαιολογούσατε την ύπαρξή της; Πάλι τυχαία παντού μπροστά μας;
– Θα ερχόταν μαζί μας στο μεσημεριανό γεύμα, να γνωριστείτε…, είπε ξέπνοα ο άντρας απέναντι της.
– Σε λυπάμαι. Καταντάει αρρωστημένο. Ούτε να σε βλέπω θέλω.
– Σε παρακαλώ, κατάλαβέ με. Δεν μπορώ να της χαλάσω χατίρι, της χρωστάω πολλά και με προστάτεψε από πολλά γύναια. Δως της μια ευκαιρία, δεν είναι κακιά. Δεν θέλω να σε χάσω.
– Αποπληξία θα μου ‘ρθει! Δεν είναι δυνατόν να τα ακούω αυτά! Δεν βρίσκω λόγια να σε χαρακτηρίσω. Μη με ξαναενοχλήσεις αν θες να μη σε κάνω βούκινο στην δουλειά.
Του έριξε ένα βλέμμα πιο βαρύ κι από χαστούκι και έφυγε.
Κατεβαίνοντας έπεσε πάνω της.
Αμέσως μόλις η μητέρα του Μάρκου την είδε μόνη, την πλησίασε.
– Βρε βρε βρε, καλώς τον “ματάκια” της ζωής των άλλων!
– Μας αδειάζεις την γωνιά; ατάραχη απάντησε η μάνα του.
– Ναι είναι όλος δικός σου, χώστον πιο βαθιά στο βρακί σου, μπορείς. Είστε για λύπηση και οι δύο. Άι σiχτiρ και συ και το κελεπούρι ο γιος σου! Έβαλε τα γυαλιά ηλίου, τίναξε το μαλλί και με βάδισμα πασαρέλας, έκανε εντυπωσιακή έξοδο, ενώ σκεφτόταν “ότι θα γινόμουν πρωταγωνίστρια σε παλιά ελληνική ταινία, με την Τασσώ Καβαδία και τον ευνουχισμένο γιο, δε το φανταζόμουν ποτέ!”.
Ο Μάρκος που την είχε ακολουθήσει, τα είδε και τα άκουσε όλα. Τον πλησίασε η μάνα του με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, τον φίλησε και του είπε:
– Δίκιο είχα και γι’ αυτήν. Γλωσσού και πολύ δεύτερη. Εσύ είσαι για άλλες γυναίκες, μορφωμένες και αντάξιές σου.
– Ναι μάνα, είχες δίκιο πάλι. Έλα, πάμε να φάμε…
Ήταν κομμάτια. Αυτή η γυναίκα του άρεσε πολύ, ήθελε να προσπαθήσει μαζί της. Μα προείχε να είναι σωστός γιος για τη μάνα που θυσίασε τα πάντα για κείνον. Κι έτσι, με την σειρά του θυσίαζε ξανά και ξανά την ευτυχία του.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Το κελεπούρι”
Να κλάψω ή να.. γελάσω?? Οοοοχιιι,θα γελάσω,που δεν ήρθε στη ζωή μου ποτέ τέτοιο..κελεπουρι 😂😂