Οι ευχές πιάνουν τελικά;

“Να ζήσεις Σπυριδούλα και χρόνια πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά…” , τραγουδούσαν μια μερίδα νεαρών στην συμφοιτήτριά τους έξω από τη Σχολή και όταν τελείωσαν φώναξαν όλοι μαζί “Ευχήηη!”.
Η Σπυριδούλα ‘κάρφωσε’ με τα μάτια της τον άντρα που καθόταν πάνω στην μαύρη μηχανή στον απέναντι δρόμο και τοποθετούσε τον ειδικό εξοπλισμό στα χέρια, τους αγκώνες και τα γόνατά του.
“Αυτός είναι η ευχή μου”, είπε από μέσα της και φύσηξε το κεράκι που ήταν πάνω στην ατομική σοκολατίνα. Έδωσαν από μια δαγκωνιά ο καθένας και το γλυκό εξαφανίστηκε, όπως και ο μηχανόβιος.
“Σας ευχαριστώ πολύ παιδιά”, είπε, όχι και με ιδιαίτερη χαρά, έβαλε το τσιγάρο που μόλις είχε στρίψει στα χείλη της και προφασιζόμενη το διάβασμα που την περίμενε για την επερχόμενη εξεταστική, πήρε τον δρόμο για το σπίτι.

Σε όλη την διαδρομή σκεφτόταν εκείνον. Λίγο πριν φτάσει σπίτι της, έκατσε σε ένα πεζούλι και άναψε το τσιγάρο. Φύσηξε τον καπνό, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σχηματίσει την εικόνα του. Ψηλός, μελαχρινός, με καφετί, όλο μυστήριο, μάτια, γωνίες, ελαφρώς ξυρισμένα γένια, καλοσχηματισμένα χείλη, μακρύ λαιμό, γυμνασμένο κορμί και ατελείωτα άκρα. Έπειτα, με μια δεύτερη ρουφηξιά προσπάθησε να αναπαράγει τη φωνή του στο μυαλό της. Βαριά, με σταθερό τόνο, που άλλαζε μόνο όταν ακουγόταν τα βραχνό του γέλιο, το οποίο συνοδευόταν από ένα ολόλευκο αψεγάδιαστο χαμόγελο. Στην τρίτη τζούρα τον οραματίστηκε να καβαλάει και να βάζει μπρος την μηχανή.

“Αυτός είναι άντρας…”, μονολόγησε και άνοιξε τα μάτια της. “Για πόσο θα παραμένει φαντασίωση ρε γ@μwτο;”, είπε χαμηλόφωνα και ολοκλήρωσε το τσιγάρο της. Μπήκε με το ζόρι σπίτι, πήρε τα βιβλία που χρειαζόταν κι έφυγε. “Δεν θα φας τίποτα;”, ακούστηκε η απεγνωσμένη ερώτηση της μάνας ενώ η εξώπορτα έκλεισε. Η Σπυριδούλα δεν απάντησε.

Όταν έφτασε στο ισόγειο, έβγαλε τον καπνό από την τσέπη της και κοντοστάθηκε στην πιλοτή μέχρι να στρίψει το – ούτε κι αυτή θυμόταν ποιο ήταν – τσιγάρο. Το έβαλε στην εξωτερική τσέπη του μπουφάν και πήγε προς τη στάση για να πάρει το λεωφορείο για την καφετέρια που θα συναντούσε τα κορίτσια για να διαβάσουν όλες μαζί. Το άναψε και περίμενε.
“Σε τσάκωσα μικρή!”, ακούστηκε μια φωνή που την έκανε να ανατριχιάσει.
“Α ωραία, έχω και παραισθήσεις τώρα…”, σκέφτηκε και σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω, μα αμέσως διαψεύστηκε όταν είδε τον Γιώργο καβάλα στη μηχανή μπροστά της.

Η Σπυριδούλα άσπρισε. “Παίξ ‘το κουλ”, είπε στον εαυτό της και μετά βίας του χαμογέλασε.
“Για πού το έβαλες με το τσιγάρο στο χέρι;”, την ρώτησε, ενώ το χαμόγελο που διαγράφηκε στα χείλη του την έκανε να λιώνει.
“Πάω να βρω την Μαρία και τις άλλες να μαζέψουμε τα sos, αλλιώς δεν θα δω το πτυχίο ούτε από μακριά”, απάντησε και γέλασαν και οι δυο.
“Κατάλαβα… Πας μακριά;”
“Στην κεντρική καφετέρια απέναντι από τη σχολή έχουμε κανονίσει”
“Δεν σβήνεις καλύτερα το τσιγάρο να σε πετάξω εγώ; Στο δρόμο μου είσαι”

Η Σπυριδούλα δεν πίστευε στα αυτιά της! Εντάξει, είχε μια οικειότητα με τον Γιώργο, μιας κι έκανε παρέα με το αγόρι της Μαρίας και κάπου κάπου αντάλλασσαν καμία κουβέντα, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι θα της πρότεινε κάτι τέτοιο! “Κοίτα να δεις που οι ευχές θα πιάνουν!”, σκέφτηκε και χαμογέλασε. Ο Γιώργος με ένα μειδίαμα στα χείλη της πρότεινε ένα δεύτερο κράνος.

Η Σπυριδούλα ανέβηκε και πέρασε τα χέρια της γύρω από τον κορμό του. Κρατήθηκε πραγματικά πάρα πολύ από το να τον σφίξει δυνατά. Μετά από 20 λεπτά είχαν φτάσει έξω από την καφετέρια

Η Σπυριδούλα κατέβηκε και έβγαλε το κράνος.
“Σ’ ευχαριστώ πολύ”
“Πάντως, αν ποτέ χρειαστείς βοήθεια με τα μαθηματικά, μην διστάσεις” είπε και της έκλεισε το μάτι.
“Τι λες τώρα!; Μπορείς να με βοηθήσεις; Πραγματικά, δεν έχω καταλάβει τίποτα! Τα λέει κι αυτός ο Λαΐνης γρήγορα, δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω. Να σημειώσω ή να παρακολουθήσω την ροή της άσκησης;”, είπε και ανασήκωσε τους ώμους.
“Ξέρω, ξέρω… πέρασα κι εγώ κάποτε από τη θέση σου”.
“Ε εντάξει, δεν θα ήταν και πολύ καιρό πριν” απάντησε και γέλασαν.
“Μου φάνηκε σαν μια δεκαετία”.
“Σημασία έχει ότι τα έχεις περάσει όλα! Άντε να μας διαφωτίσεις κι εμάς τώρα…”, ολοκλήρωσε και ένιωσε τα χέρια της να ιδρώνουν.
“Φοβάμαι ότι με το τέλος της φετινής χρονιάς θα κλείσει και ο κύκλος μου ως φοιτητής”, απάντησε και ξεφύσηξε.
“Γιατί;”, ρώτησε με κάπως υψηλό τόνο η Σπυριδούλα.
“Καλά βρε, πώς κάνεις έτσι; Φέτος θα τη βγάλουμε μαζί την χρονιά. Είναι Σεπτέμβρης ακόμη”, είπε, της ευχήθηκε καλό διάβασμα, φόρεσε το κράνος και έβαλε μπρος τη μηχανή.

Η Σπυριδούλα έμεινε πίσω να τον κοιτάζει που απομακρυνόταν. “Τι ήταν αυτό τώρα;”, σκέφτηκε και έπιασε με το χέρι το κούτελό της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και χρειάστηκε λίγα λεπτά μέχρι να βρει ξανά την ανάσα της για να πάει προς τα κορίτσια.

Όντως η μία βοήθησε την άλλη να κατανοήσει καλύτερα τα εξεταζόμενα μαθήματα και να διαβάσουν ουσιαστικά. Δεν σήκωσαν κεφάλι μέχρι τις δέκα και μισή το βράδυ, όταν η Μαρία δέχτηκε τηλέφωνο από τον φίλο της που θα ερχόταν να την πάρει. Τα κορίτσια καληνύχτισαν η μία την άλλη και η καθεμία πήρε τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι της.

Η Σπυριδούλα δεν πρόλαβε να στρίψει στη γωνία και η μηχανή του Γιώργου ήταν εκεί. Με τον ίδιο πάνω να κρατά δύο κράνη. Ένα σε κάθε χέρι.

Κοντοστάθηκε. Εκείνος της έκανε νόημα να πλησιάσει και η Σπυριδούλα απλά εκτέλεσε, σαν μαγεμένη, την εντολή.
“Είχες γενέθλια σήμερα, σωστά; Και είσαι όλη μέρα με το κεφάλι μέσα στα βιβλία. Ως πεπειραμένος φοιτητής προτείνω μια βόλτα, σαν δώρο για την ημέρα. Ξέρω από τις συζητήσεις μας πόσο σου αρέσουν οι μηχανές. Τι λες;”

Η Σπυριδούλα δεν απάντησε καν. Άρπαξε το κράνος και καβάλησε την μεγάλη μηχανή. Δεν σκέφτηκε κανέναν και τίποτα. Ούτε την ώρα που ήταν περασμένη, ούτε τους γονείς της που θα ανησυχούσαν.

Κατευθύνθηκαν προς του Φιλοπάππου. Ο καιρός ήταν ακόμη γλυκός. Έφτασαν σε ένα αρκετά ψηλό σημείο από όπου η θέα ήταν απερίγραπτη κι εκεί η μηχανή έσβησε.
“Καλέ εδώ είναι το αγαπημένο μου μέρος!”, είπε όλο θαυμασμό και κατέβηκε από την μηχανή. Έβγαλε το κράνος και κατευθύνθηκε προς το παγκάκι έχοντας κολλημένα τα μάτια της στην φωτισμένη Αθήνα που ξεδιπλωνόταν στα πόδια της.
“Πριν την έκπληξη των παιδιών το μεσημέρι, ήρθε και με βρήκε η Μαρία”.

Η Σπυριδούλα γύρισε και τον κοίταξε έντρομη.
“Μου τα είπε όλα. Και ξέρεις ποιο είναι το παράδοξο εδώ; Ότι νιώθω ακριβώς τα ίδια για σένα. Δεν περίμενα ποτέ ότι ένα κορίτσι θα με εντυπωσίαζε τόσο με το μυαλό και την εμφάνισή του. Έναν χρόνο τώρα ούτε κι εγώ ξέρω πώς κρατιέμαι! Είσαι μεγάλος πειρασμός μικρή…”, της είπε κι εκείνη τον κοίταζε όλο δέος μέσα σε αυτά τα μάτια που συνέχισαν να αποπνέουν μυστήριο.
“Και τώρα τι άλλαξε;”, ρώτησε με θάρρος
“Πολλά, με κυρίαρχο το ότι γνωρίζω πως τα συναισθήματά μας και τα θέλω μας είναι τα ίδια”
“Και πού ξέρεις τι θέλω εγώ;”
“Εγώ πάντως ξέρω πως θέλω εσένα!”, της είπε και την πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Η ανάσα του μύριζε έναν συνδυασμό καφέ με κανέλα και το μόνο που ήθελε ήταν να γευτεί τα χείλη του.
“Κι εγώ εσένα”, απάντησε με τρεμάμενη φωνή, κάτι που ήταν αρκετό για να την αρπάξει στην αγκαλιά του και να την φιλήσει παθιασμένα. Έμπλεξε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού μέσα στα μακρυά μαύρα μαλλιά της ενώ με το δεξί χέρι άρχισε να χαϊδεύει τον λαιμό της, μετά το στέρνο της…
“Θέλεις να σταματήσω;”, την ρώτησε με αυτή την βραχνή, βαριά φωνή που ήταν αδύνατον να του αρνηθεί.
“Όχι…”, κατάφερε και ψέλλισε.
Πέρασε το χέρι του πάνω από το στήθος της, έφτασε στην κοιλιά, χάιδεψε το πίρσινγκ που είχε στον αφαλό και βάζοντάς το μέσα από το μπλουζάκι, εξερεύνησε όλη της την πλάτη και κατέληξε στο σουτιέν. Το έλυσε με μια κίνηση και η τεράστια παλάμη του έκλεισε μέσα της το δεξί της στήθος. Το αριστερό του χέρι έφυγε από τα μαλλιά της και κατέβηκε προς τον καβάλο.

Η Σπυριδούλα ανάσαινε βαριά και παραδινόταν σε κάθε του κίνηση.
Της ξεκούμπωσε το παντελόνι και πέρασε το χέρι του μέσα από το εσώρουχο. Ένα βογκητό βγήκε από το στόμα της. Ο Γιώργος απολάμβανε κάθε λεπτό που πλησίαζε στο να την κάνει δική του. Την κατεύθυνε προς την μηχανή. Πήρε το χέρι του από το στήθος της, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και την ξάπλωσε σχεδόν μπρούμυτα πάνω στη μηχανή. Παραμέρισε το εσώρουχο κι έγιναν ένα. Με το ένα χέρι κρατούσε τον ώμο της και με το άλλο το στόμα της. Η Σπυριδούλα ήθελε να ουρλιάξει από χαρά και ηδονή. Δεν ήθελε να τελειώσει η στιγμή τους. Όταν έφτασαν στην κορύφωση, ένιωσε το κορμί του πάνω της και την ανάσα του στο αυτί της.
“Είσαι μια φωτιά, μικρή”, της είπε και την φίλησε στο λαιμό.
Ανασηκώθηκε και βοήθησε και την Σπυριδούλα να κάνει το ίδιο. Ντύθηκαν κι έκατσαν αγκαλιά στο παγκάκι, στην άκρη του λόφου. Ο Γιώργος άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του κι εκείνη χάθηκε μέσα της.
“Και τώρα;”, ρώτησε.
“Τώρα είσαι δική μου”, της απάντησε ο Γιώργος και την φίλησε με πάθος.

Η Σπυριδούλα γέλασε κάπως ειρωνικά, κάτι που τον έκανε να την κοιτάξει αυστηρά.
“Δεν θα είσαι μαζί μου μετά από λίγο καιρό. Είμαι μια μέσα στις πολλές… Το ξέρουμε και οι δύο αυτό”, είπε και σταύρωσε τα χέρια της.
“Κάνεις λάθος! Και με αδικείς! Δεν άντεχα άλλο να σε βλέπω και να μην είσαι δίκη μου. Είσαι έρωτας μικρή… Το μυαλό σου είναι πιο ώριμο από άλλων συνομηλίκων μου και το κορμί σου, κόλαση. Νιώθω ότι μπορώ να συζητήσω πολλά περισσότερα με εσένα πάρα με οποιαδήποτε άλλη. Και μετά το αποψινό, αυτό το σώμα θέλω να το νιώθω ξανά και ξανά. Σε ήθελα από την πρώτη στιγμή και θα σε θέλω, να είσαι σίγουρη!”.

Η Σπυριδούλα ένιωσε μια φλόγα να κατακλύζει το κορμί της. Ήταν ευτυχισμένη και δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί.
“Κοίτα να δεις που οι ευχές πιάνουν τελικά!”, σκέφτηκε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του Γιώργου.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading