Η ομορφότερη εποχή του χρόνου

Τα Χριστούγεννα ήταν η αγαπημένη της εποχή, γιατί ό,τι κι αν συνέβαινε, έστω για εκείνο το λίγο, όλος ο κόσμος φωτιζόταν. Κυριολεκτικά. Οι δρόμοι και τα σπίτια γέμιζαν με λαμπάκια και ακόμα και οι πιο σκοτεινές γωνιές πλημμύριζαν φως. Τα στολίδια που φιγουράριζαν παντού ομόρφαιναν την πόλη, τα σπίτια και τις καρδιές όσων τα χάζευαν. Όσο κι αν δεν σου άρεσε όλο αυτό το ‘πολύ’ που μερικοί το χαρακτήριζαν, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ήταν όμορφο – ακόμα και μέσα στην υπερβολή του.

Η Φωτεινή είχε περάσει μια πολύ δύσκολη χρονιά, όπου όσα μπορούσαν να πάνε στραβά, πήγαν. Ανατράπηκαν σχέδια, άλλαξαν πορείες και βρέθηκε να αντιμετωπίζει καταστάσεις που δεν της είχαν περάσει καν από το μυαλό. Στους 11 προηγούμενους μήνες του έτους είχε πάψει να αντιπροσωπεύει το όνομά της, έχοντας συσσωρεύσει τόση ατυχία, όπως τη χαρακτήριζε. Μα τώρα, ήταν η πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Πίεζε τον εαυτό της να δει τα πράγματα διαφορετικά ώστε να αλλάξει λιγάκι η διάθεσή της.

«Του χρόνου, θα δεις, θα είναι η χρονιά σου!» της έλεγε στοργικά και γεμάτη αισιοδοξία η καλύτερή της φίλη. Το πίστευε, γιατί η φίλη της το πίστευε ακλόνητα. Άλλωστε, είχε φτάσει στον πάτο. Από εδώ και πέρα, ο μόνος δρόμος ήταν προς τα πάνω.
«Υπάρχει μια νότα ελπίδας σε κάθε χριστουγεννιάτικο τραγούδι που ακούμε αυτή την εποχή. Οι μελωδίες, διαφορετικές, πιο ρυθμικές και πιο περίτεχνες, έχουν τη δύναμη να αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές μας. Ακόμα και το πιο μελαγχολικό τραγούδι μπορεί να μας φέρει ένα χαμόγελο. Γι’ αυτό, χαμογελάστε – όλα θα πάνε καλά!». Αυτά ήταν τα λόγια των παραγωγών ενός από τους αγαπημένους ραδιοφωνικούς σταθμούς που συνήθιζε να ακούει η Φωτεινή.

«Όλα θα πάνε καλά…». Πόσο κλισέ της ακουγόταν πια αυτή η φράση! Κάποτε την έλεγε κι η ίδια, την αναμετέδιδε με θέρμη. Τότε που ακόμα τη θεωρούσε αληθινή. Αλλά μεγαλώνοντας, κάπου στη διαδρομή, σταμάτησε να πιστεύει ότι τα παραμύθια μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

Ήταν προς το τέλος μιας χρονιάς πριν μερικά μόλις χρόνια που την Φωτεινή την ξύπνησε ο ήχος ενός τηλεφώνου. Ακόμα και ο χτύπος του ακουγόταν διαφορετικός, δυσοίωνος. Σήκωσε με τρεμάμενο χέρι το ακουστικό και προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν πραγματικότητα ή ένας εφιάλτης που ζούσε. Όταν άκουσε να της λένε πως ο κολλητός της είχε εμπλακεί σε ατύχημα. Όταν έτρεξε στο νοσοκομείο να τον δει και μπαίνοντας ένιωσε τον αέρα να χάνεται και να ασφυκτιεί. Το ένστικτο σπάνια κάνει λάθος. Και μέχρι στιγμής δεν την είχε προδώσει. Πώς μπορούσε να γιορτάσει μετά από ένα τέτοιο συμβάν; Πώς μπορούσε ένα ‘όλα θα πάνε καλά;’ να γιατρέψει αυτές τις πληγές;

Μερικά τραύματα δεν επουλώνονται με ραφές. Δεν είναι τρύπια ρούχα να τα μπαλώνουμε. Και η καρδιά όταν ραγίσει, θέλει πολύ αγάπη και φροντίδα για να γιατρευτεί.
Παρόλα αυτά όμως, η Φωτεινή συνέχισε. Προσπαθώντας να σταθεί επάξια αντιπρόσωπος του ονόματός της, ήταν κοινωνική, φιλική, ευγενική, ανοιχτή στους ανθρώπους.
Ώσπου στάθηκε θύμα μιας απάτης και έχασε ένα αξιοσέβαστο ποσό των αποταμιεύσεών της και μπλέχτηκε σε μια δικαστική διαμάχη που ακόμη συνεχίζεται. Κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της στους άλλους και δημιουργήθηκε άλλο ένα τραύμα στην ήδη εύθραυστη ψυχή της. Το ‘όλα θα πάνε καλά’ ακουγόταν πλέον απλά σαν μια φράση που λέμε ο ένας στον άλλον όταν δεν ξέρουμε τι άλλο να πούμε.

Έπειτα, χάθηκε και ο δεσμός που είχε δημιουργήσει με έναν σύντροφο για τον οποίο ένιωσε από την πρώτη στιγμή μια σπάνια για εκείνη έλξη. Μαζί του ένιωθε πως υπήρχε κάτι μαγικό, κάτι που ξεπερνούσε το συνηθισμένο. Όμως, όταν εκείνος έβαλε το τέλος σχετικά πρόσφατα, ήταν η στιγμή που σταμάτησε οριστικά να πιστεύει στα παραμύθια.

Πάντα όμως ερχόντουσαν τα Χριστούγεννα να δώσουν μια πνοή. Μια μικρή σπίθα ελπίδας και ένα φωτάκι όταν ένιωθε πως όλα είχαν βαφτεί μαύρα. Και τα κατάφερναν – έστω για λίγο. Τα φωτάκια, τα πολύχρωμα στολίδια, το άρωμα του ψημένου κάστανου, του φυσικού πεύκου, η ζεστή σοκολάτα, τα μάλλινα σκουφάκια, τα μελωδικά ακούσματα, όλα συνέτειναν στο να της ευφράνουν λίγο την τραυματισμένη ψυχή και την πονεμένη της καρδιά.

Το σπίτι το στόλιζε πάντα πολύ. Ήταν μια συνήθεια που της άλλαζε τη διάθεση, κάνοντας την οικιακή ατμόσφαιρα πιο ζεστή και ευχάριστη. Έπειτα, καθόταν και έβλεπε ταινίες της εποχής. Εκείνα τα ιδεαλιστικά παραμύθια που ήξερε πως δεν θα συνέβαιναν ποτέ, αλλά που όλοι εθιζόμαστε να παρακολουθούμε. Ίσως γιατί έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε, έστω και για λίγο, πως τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Όσο φανταστικά κι αν είναι. Όσο μακριά κι αν βρίσκονται από τη δική μας καθημερινότητα.

Ένα βράδυ έβρεχε καταρρακτωδώς έξω. Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και η Φωτεινή δεν είχε διάθεση να βγει. Με τέτοια βροχή πού να πάει κιόλας; Περισσότερη ταλαιπωρία ήταν παρά οτιδήποτε άλλο. Είχε κουλουριαστεί κάτω από μια κουβέρτα στον καναπέ, ετοίμασε μια κούπα αχνιστό τσάι και παρακολουθούσε μια ταινία. Ξαφνικά, ακούστηκε μια βροντή σαν τύμπανα να κρούουν έντονα το ένα στο άλλο, είδε μια αστραπή να αντανακλάται στο τζάμι του παραθύρου και μετά από λίγο ακούστηκε άλλη μια βροντή. Έπειτα σκοτάδι. Είχε πέσει το ρεύμα σε πολλά μέρη σε όλη την πόλη. Προκάλεσε μια γενικευμένη συσκότιση και μια απόκοσμη ησυχία που ίσως να μην είχε καν ξαναζήσει ποτέ.

Η Φωτεινή δεν κουνήθηκε. Παραξενεύτηκε και η ίδια με την αντίδρασή της. Άλλοτε θα σηκωνόταν να ψάξει να βρει κεριά να ανάψει να μην βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι. Ή να ψάξει να δει σε τι φάση ήταν οι φίλοι της, αν εκείνοι είχαν ρεύμα ή αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Μα αυτή τη στιγμή, ένιωσε μια απάθεια να την κυριεύει. Έμεινε όπως ήταν, ακίνητη. Αφουγκραζόταν τη σιωπή. Μα άφησε τις σκέψεις της να την κατακλύσουν σαν ασυγκράτητος χείμαρρος. Απροειδοποίητα και αιφνιδιαστικά ένιωσε τα δάκρυα που άρχισαν να ρέουν. Τα άφησε να ξεσπάσουν, ώσπου μεταμορφώθηκαν σε άηχους λυγμούς. «Μου λείπεις!» ψιθύρισε στο σκοτάδι. Λες και την άκουγε εκείνος… Έπειτα ακολούθησε μια κραυγή. Η δυνατή κραυγή έσκισε την απόλυτη ησυχία. Ήχησε σε κάθε μόριό της και ένιωθε να ξεσκίζει τη σάρκα της σαν ένα αγρίμι, που εγκλωβισμένο τόσο καιρό, κατάφερε επιτέλους τώρα να ελευθερωθεί. Έκλαιγε με λυγμούς για ώρα, ξεχύνοντας όσα τόσο καιρό κρατούσε κλειδωμένα μέσα της. Δεν θυμάται πόση ώρα πέρασε, μα όταν επανήλθε τελικά το ρεύμα και οι γειτονιές ξαναπλημμύρισαν φως, η Φωτεινή ένιωθε εξαντλημένη. Σηκώθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της και γύρισε στη θέση της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Την επόμενη μέρα, η πόλη φαινόταν το ίδιο εύθυμη και γιορτινή, σαν να μην είχε προηγηθεί το blackout. Η Φωτεινή ένιωθε περίεργα. Ευχάριστα περίεργα, όμως. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, αισθανόταν αισιόδοξη και, ίσως, αν τολμούσε να το παραδεχτεί, χαρούμενη. Η καρδιά της φτερούγιζε ανεξήγητα, γεμάτη μια ανεπαίσθητη, αλλά ζωντανή ελπίδα.

Το βράδυ, ενώ βρισκόταν στο σπίτι, άκουσε από το δρόμο τον γνώριμο ήχο μιας μηχανής. Για μια στιγμή, η σκέψη αυτή την έκανε να αναπηδήσει, αλλά γρήγορα την απέταξε ως ένα παιχνίδι του μυαλού – ίσως η δύναμη του ευσεβούς πόθου να δημιουργούσε αυτά τα φανταστικά ακούσματα.

Όμως, δύο λεπτά αργότερα, το κουδούνι της χτύπησε και ένιωσε το ένστικτό της να χτυπάει κόκκινο. Κάτι καλό ερχόταν, το ήξερε. Μέχρι στιγμής, το ένστικτό της δεν την είχε προδώσει ποτέ. Άνοιξε την πόρτα με προσμονή…

Και κάπως έτσι, η πίστη της στα παραμύθια και την μαγεία της ομορφότερης εποχής του χρόνου άρχισε να επιστρέφει. Ίσως, τελικά, τα παραμυθένια σενάρια δεν ήταν μόνο για τις ταινίες…

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

One response to “Η ομορφότερη εποχή του χρόνου”

  1. Όλοι χρειαζόμαστε λίγο από την μαγεία των εορτών να μας δώσει ελπίδα! Μπράβο σας.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading