Το δικό μου μινοράκι

Έτος 2016
Στόχος: μετάβαση σε άλλη χώρα για αναζήτηση καλύτερης ζωής στο σύνολό της.

Έτος 2024
Στόχος επιτεύχθη.

Στο αεροπλάνο, με την απογείωση, το πρώτο τραγούδι που άκουσα ήταν το ‘Μινοράκι’ της Αλεξίου. Με το «μια φωτογραφία μου παλιά κρατάς» ξεσπάω σε κλάματα. Δεν θυμάμαι να έχω υπάρξει τόσο ενθουσιασμένη και ταυτόχρονα στεναχωρημένη σε κάτι που να αφορά τον εαυτό μου. Καταφέρνω και με συγκρατώ. Σκουπίζω τα δάκρυά μου και βάζω μια ταινία να δω. Τρεις ώρες και κάτι η πτήση. Κάποια στιγμή κοιτάζω από το παράθυρο. Και αντικρύζω το πιο όμορφο ηλιoβασίλεμα που έχω δει στη ζωή μου! Και χαμογελάω. Ήταν σαν να συνωμότησε το σύμπαν για να μου δείξει πως ναι, εκεί που πάω θα είναι καλά. Θα αξίζει.

Προσγειωνόμαστε και οι σκέψεις με κατακλύζουν. Τι κάνω η τρελή; Είμαι σίγουρη τελικά γι’ αυτό; Μα τι πάω να κάνω; Αφήνω πίσω οικογένεια και τον άνθρωπο που επί δυόμισι χρόνια με συντρόφευε με όλη τη σημασία της λέξης και τον έχω κι αυτόν οικογένεια. Ίσως και λίγο παραπάνω από την εξ αίματος… Είναι το όνειρό μου. Το θέλω πόσα χρόνια. Μόχθησα γι’ αυτό. Διακινδύνευσα την ψυχική μου υγεία επί ένα χρόνο σχεδόν δουλεύοντας για έναν άνθρωπο που ελπίζω να μην συναντήσει κανείς στον διάβα του. Κι αυτό για να μην παρεκκλίνω από τον στόχο μου. Κι όταν συνειδητοποίησα πως δεν γινόταν άλλο, τα τίναξα όλα στον αέρα και σηκώθηκα κι έφυγα, αναζητώντας αλλού εργασία. Και ήμουν τυχερή, γιατί έπεσα σε πολύ καλούς εργοδότες. Και ηρέμησα. Και ολοκλήρωσα τον στόχο μου. Θυμήθηκα που όταν είχα επισκεφθεί την χώρα, την ένιωσα σπίτι μου.

Ένα χαμόγελο έσκασε. Ένα χαμόγελο πίστης. Και ελπίδας. Και σιγουριάς. Έλα ρε φίλε, το έκανες. Θα την βρεις την άκρη σου! Πλατύ χαμόγελο!

Αναμένω τις βαλίτσες. Όλο μου το βιός σε δύο βαλίτσες. Θεόβαρες. Το άγχος ξαναχτυπά την πόρτα. Μα πώς θα τις κουβαλήσω; Και το σπίτι είναι στον δεύτερο όροφο. Ασανσέρ δεν υπάρχει. Πώς θα το κάνω; Ντρέπομαι να ζητήσω βοήθεια από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Καλά, ας μπω στο ταξί για την ώρα και βλέπουμε.

Χαιρετώ τον ταξιτζή στην γλώσσα του. Μου απαντάει και με ρωτάει κάτι. Δεν κατάλαβα τι. Να χαρώ εγώ έναν άνθρωπο που έκανε μαθήματα γλώσσας ενάμιση χρόνο τώρα! (Ελένη μην με δείρεις, θα βελτιωθώ!). Ας μιλήσουμε στα αγγλικά γιατί δεν θα βγει άκρη. Του δίνω την διεύθυνση. Φτάνουμε μετά από μισή ώρα περίπου. Η ώρα είναι 5 το απόγευμα και έχει ήδη νυχτώσει από τις 4. Ευτυχώς αναγνωρίζω την πολυκατοικία. Μου ξεφορτώνει τις βαλίτσες, μου εύχεται καλή τύχη και φεύγει.

Και ξεκινά ο τρόμος. Δύο όροφοι, δύο βαλίτσες ποοοολύ βαριές και ένας άνθρωπος που δεν κάνει να σηκώνει βάρη. Πρέπει να μου πήρε γύρω στα 40 πολύ ενοχλητικά λεπτά υποθέτω για τους ένοικους της πολυκατοικίας. Τα σκαλοπάτια είναι μικρότερα από τα δικά μας και έτσι έπρεπε να κρατώ συνεχώς την κάθε βαλίτσα. Ξεθεώθηκα. Αλλά τα κατάφερα.

Τακτοποιήθηκα και ξεκίνησα τις διαδικασίες αναζήτησης εργασίας. Όσο ήμουν Ελλάδα δεν είχα καταφέρει να βρω κάτι, οπότε ήρθα μέσα στην αβεβαιότητα από την άποψη δουλειάς. Έχω κλείσει δύο εβδομάδες στην χώρα. Ακόμα δεν έχω βρει κάτι, μα ξέρω ότι θα τα καταφέρω. Γιατί εφόσον δεν έχει σβήσει το όνειρο τόσα χρόνια, δεν θα το αφήσω να σβήσει αμαχητί. Θα το παλέψω όσο δεν πάει. Και θα τα καταφέρω.

Κι ας μου λείπει ο άνθρωπος που με συντρόφευε τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Κι ας κλαίω γι’ αυτήν την ψυχή καθημερινά τις τελευταίες μέρες. Θα περάσει… Όλα περνάνε, σωστά;

Άλλωστε… «Σ’ ένα μινοράκι σ’ έβαλα κρυφά… Πάλι η μουσική θα κάνει θαύματα…». Σωστά;

Νίκη Τσακίρη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading