Κάθε χρόνο η Λυδία και ο Μιχάλης περνούσαν τις γιορτές με τις οικογένειές τους. 8 χρόνια σχέση και 10 χρόνια γάμου, πάντα η ίδια ρουτίνα. Χριστούγεννα στην Αθήνα με την μητέρα της Λυδίας, Πρωτοχρονιά στην Καλαμάτα με την μητέρα του Μιχάλη.
Βλέπεις τα συμπεθέρια είχαν μαλώσει την ημέρα του γάμου (μια μικροπαρεξήγηση που κανένας δεν θυμόταν πώς ξεκίνησε) και από τότε δεν είχαν ξαναμιλήσει. Ούτε η εγκυμοσύνη της Λυδίας τους άλλαξε τα μυαλά.
Τη φετινή χρονιά, η μετακίνηση ήταν αδύνατη. Βλέπεις η Λυδία ήταν σχεδόν στις μέρες της, οπότε ο γιατρός της απαγόρευσε να ταξιδέψει. Οπότε, θα ανέβαινε η πεθερά της από Καλαμάτα για να γιορτάσουν μαζί την Πρωτοχρονιά.
Ο Μιχάλης μαζί με τα δώρα που αγόραζε, τακτοποιούσε και τις τελευταίες λεπτομέρειες για την άφιξη του μωρού. Τα είχαν σχεδόν όλα έτοιμα. Ακόμη και η βαλιτσούλα, δώρο της αδερφής του Μιχάλη ήταν έτοιμη για τη μεγάλη μέρα.
Τα Χριστούγεννα πέρασαν ωραία με την μητέρα της Λυδίας, αν και κάπου κάπου γκρίνιαζε για το όνομα του μωρού, που το ζευγάρι κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό. Και αυτό την τρέλαινε. Ούτε το φύλο της είχαν πει. Αμάν αυτά τα παιδιά! Το ίδιο φουρκισμένη, όμως, ήταν και η συμπεθέρα. Γιατί, ούτε αυτή ήξερε το φύλο.
Οι μέρες πέρασαν και δυο μέρες πριν τον καινούργιο χρόνο, έφτασε η κυρία Έλλη από την Καλαμάτα. Μάταια η Λυδία παρακαλούσε την μαμά της να αλλάξουν όλοι μαζί το χρόνο.
“Κάλλιο σε έναν λάκκο με φίδια, παρά με την πεθερά σου!”, έλεγε η κυρία Μαρία και συμπλήρωνε η κυρία Έλλη “Κάλλιο σε ένα κλουβί με αρκούδες!”. Οπότε το ζευγάρι το πήρε απόφαση.
Την παραμονή το πρωί, αφού η κυρία Έλλη έβαλε τη βασιλόπιτα να ψήνεται, το ζευγάρι βγήκε μια βόλτα για κάτι τελευταία ψώνια. Η Λυδία αισθάνθηκε μια αδιαθεσία και ζήτησε από τον Μιχάλη να καθίσουν να πάρει μια ανάσα. Γύρισαν γρήγορα σπίτι και η Λυδία ξάπλωσε. Την ξύπνησε ένας έντονος πόνος και κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα.
Πήρε την βαλίτσα της και έφυγαν για το μαιευτήριο. Λίγες ώρες μετά ο Μιχάλης τηλεφώνησε στην μητέρα του και την πεθερά του και τους είπε να πάνε στο μαιευτήριο, γιατί η Λυδία γεννούσε.
Οι δύο συμπέθερες έφτασαν σχεδόν αμέσως και βρήκαν τον Μιχάλη στην αίθουσα αναμονής. Ο νεαρός τους είπε να καθίσουν να περιμένουν, μια που ο ίδιος θα πήγαινε μέσα στην αίθουσα.
Ακριβώς τα μεσάνυχτα, με τα πρώτα πυροτεχνήματα, βγήκε ο Μιχάλης και τους είπε πως απέκτησαν εγγονό.
Οι δύο γιαγιάδες πλέον, από τη χαρά τους αντάλλαξαν ευχές. Και αγκαλιάστηκαν. Και φιλήθηκαν. Και τους είπε ο Μιχάλης ότι αποφάσισαν να δώσουν στον μικρό τα ονόματα και των δύο παππούδων. Γεωργιος-Αγγελος. Αλλά ήταν τόσο διάολος που του έμεινε μόνο το Γιώργος.
Και ο μικρός Γιώργος ήταν η αιτία που οι γιαγιάδες του αγαπήθηκαν και από τότε περνούσαν όλοι μαζί τις γιορτές.
Και όταν ήρθαν και οι αδελφές του, η Μαρία ανήμερα Χριστούγεννα και η Έλλη της Παναγίας, ολοκληρώθηκε η οικογένεια.
ΓιώργοςΠ
