Η δεύτερη ευκαιρία των Χριστουγέννων

‘Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα… Πόσο πληκτικά θα είναι πάλι, για ακόμη μια φορά! Ουρές, καβγάδες, παράπονα, χάσιμο παιδιών και μία αναμπουμπούλα που συμβαίνει κάθε χρόνο, ξανά και ξανά, αυτή τη μέρα…’ έλεγε από μέσα της η Αριάδνη, κρυμμένη στην αποθήκη του καταστήματος όπου εργαζόταν τα τελευταία χρόνια. Όλη αυτή η εορταστική περίοδος, η πολυκοσμία και οι κρίσεις πανικού που βίωνε εδώ και δέκα μήνες περίπου, τής δημιουργούσαν τρόμο. Προσπαθούσε να εφαρμόσει τις ασκήσεις ηρεμίας που τής είχε μάθει ο ψυχολόγος που επισκεπτόταν πολλά χρόνια, μετά το ατύχημα που έκοψε το νήμα της ζωής των γονιών της, ανήμερα των Χριστουγέννων, και άφησε την ίδια να ζει με το ψυχολογικό βάρος της απώλειας και της δικής της επιβίωσης. Θεωρούσε υπαίτια του ατυχήματος την ίδια, παρ’ όλο που δεν οδηγούσε αυτή αλλά ο πατέρας της. Αν δεν τσακώνονταν με τους δικούς της, ίσως, τώρα να ζούσαν κι αυτοί.

Το γεγονός δεν άλλαζε. Γι’ αυτό θα προτιμούσε να χανόταν και η ίδια μαζί τους. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό, αλλά το γεγονός ότι χωρίστηκαν βίαια τσακωμένοι. Και τι δε θα έδινε να τους έλεγε πόσο τους αγαπούσε…

Όταν η κατάσταση έγινε διαχειρίσιμη, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Εκεί, η Αριάδνη έπεσε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Άρη, τον προϊστάμενό της, ο οποίος άφριζε από το κακό του και τα νεύρα του. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και το γαλάζιο χρώμα των ματιών του είχε αλλοιωθεί.
«Επιτέλους, σε βρίσκω! Πού ήσουν, Αριάδνη;» τη ρώτησε φανερά εκνευρισμένος.
«Συγγνώμη, Άρη. Έχεις δίκιο αλλά…» ξεκίνησε να λέει η Αριάδνη, ώσπου όλα, ξαφνικά, σκοτείνιασαν και έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον.

Την τελευταία στιγμή, πριν πέσει άγαρμπα στο δάπεδο του καταστήματος και χτυπήσει το κεφάλι της, την έπιασε ο Άρης. Ο πανικός κυρίευσε κάθε κύτταρο του σώματός του. Το τρικυμιώδες σκοτεινό βλέμμα του άλλαξε αμέσως τη χρωματική του παλέτα και το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας επανήλθε. «Αριάδνη, τι συμβαίνει; Τι σου συνέβη; Μίλησέ μου, σε παρακαλώ!», της μιλούσε μαλακά και με στοργή. Μάλιστα, η χροιά του και ο πόλεμος συναισθημάτων που υπήρχε μέσα του, τον τάραξαν και τον αποσυντόνισαν. Δεν έπρεπε, επ’ ουδενί, να καταλάβει κανείς τα όσα ένιωθε γι’ αυτό το πλάσμα. Φοβόταν. Ναι, φοβόταν πολύ. Δεν άφηνε κανέναν να δει τα συναισθήματά του, δεν έπρεπε να δουν τις αδυναμίες του. Όχι. Ήταν ο άκαμπτος, σκληρός και αδιάλλακτος προϊστάμενος, συνάδερφος και, γενικά, άνθρωπος. Αυτή του η αλλαγή οφειλόταν στη μεγάλη πληγή που του προκάλεσε η Μόνικα πριν από 7 χρόνια. Όφειλε, για να προστατέψει τον εαυτό του, να γίνει ψυχρός και αλώβητος. Αλλά ήρθε αναπάντεχα στη ζωή του η Αριάδνη, 3 χρόνια πριν, και πάλι η καρδιά του άρχισε να ζεσταίνεται, μα δεν θα επέτρεπε να δείξει σε κανέναν τα όσα ένιωθε.

«Αριάδνη; Τι συμβαίνει, Άρη;» ρώτησε η Ελένη, που έψαχνε την Αριάδνη με αγωνία, καθώς την είχε στείλει να φέρει τα προϊόντα για να τα τοποθετήσει στα ράφια προτού ανοίξει το κατάστημα και πλημμυρίσει με κόσμο, αλλά είχε περάσει η ώρα κι ακόμη δεν είχε επιστρέψει. Βλέποντας ότι ο Άρης την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του σαν ένα εύθραυστο και πολύτιμο αντικείμενο, έτρεξε για να βοηθήσει. Αφού έβαλε ένα μαξιλάρι στο δάπεδο η Ελένη, που βρήκε στο ράφι, ο Άρης τοποθέτησε το κεφάλι της λιπόθυμης Αριάδνης εκεί και πρόσθεσε ένα δεύτερο στα πόδια της προκειμένου να βοηθήσει την κυκλοφορία του αίματος.

Τότε ο Άρης, απρόθυμα, σηκώθηκε όρθιος, στητός και ευθυτενής, ενώ από μέσα του σπάραζε η καρδιά του που θα αναγκαζόταν να φύγει μακριά από τον κρυφό του έρωτα. «Πάω να πάρω το κινητό μου για να καλέσω ασθενοφόρο. Μείνε μαζί της μέχρι να γυρίσω», είπε και έφυγε με γοργό βήμα. Βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που άφησε το κινητό του στο γραφείο του, αντί να το έχει πάνω του. ‘Πόσο θα ήθελα να είμαι συνέχεια δίπλα σου, αγάπη μου! Τόσα χρόνια και δεν τόλμησα να σου εξομολογηθώ τα συναισθήματά μου για σένα… Αχ, Θεέ μου, μη με δοκιμάζεις τόσο πολύ… Δεν θα αντέξω να τη χάσω…’ συλλογίστηκε, καθώς έφτανε στο γραφείο του. Με γρήγορες κινήσεις κάλεσε το 166. Ο Άρης ανάφερε όλα όσα προηγήθηκαν στον υπεύθυνο του κέντρου καθώς και τη διεύθυνση του καταστήματος. Από την άλλη πλευρά, ο άντρας τού έδωσε κάποιες συμβουλές και τον καθησύχαζε ότι σε λίγα λεπτά ένα ασθενοφόρο θα κατέφτανε εκεί για να παραλάβει το περιστατικό. ‘Περιστατικό; Δεν είναι απλώς ένα περιστατικό, αλλά η γυναίκα που αγαπώ όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου, το άλλο μου μισό, η αγαπημένη μου…’ σκέφτηκε και έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. Προτού φύγει πήρε μαζί του την κολόνια του, με την ελπίδα ότι θα συνέρχονταν η αγαπημένη του.

Με μεγάλες δρασκελιές έφτασε στον χώρο όπου βρισκόταν, ακόμη, σε αναίσθητη κατάσταση η Αριάδνη. Στάθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε με πόνο. Η καρδιά του κομματιαζόταν αλλά για να μην προκαλέσει σχολιασμούς, φόρεσε το προσωπείο του για άλλη μια φορά, και ξεκίνησε να προχωρά προς το μέρος των δύο γυναικών. Φτάνοντας εκεί, ρώτησε την Ελένη. «Συνήλθε καθόλου;»
«Δεν άλλαξε κάτι, Άρη. Δυστυχώς. Της είπες κάτι; Ειδικά με την Αριάδνη είσαι πολύ σκληρός. Η καημένη τρέμει όποτε σε βλέπει. Φοβάται και τη σκιά της!».

Ο Άρης όση ώρα άκουγε τα λόγια της Ελένης, ένιωθε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Κάθε της λέξη και μία λεπίδα που έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην καρδιά του. Οι σκέψεις του ταξίδευαν συνεχώς στη συμπεριφορά του προς την Αριάδνη. Φυσικά, είχε απόλυτο δίκιο η Ελένη, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τους λόγους που κρύβονταν πίσω από κάθε του κίνηση. Ένα δάκρυ κύλησε τόσο αβίαστα και χωρίς να προλάβει να το κρύψει και έπεσε πάνω στο χέρι της Αριάδνης, το οποίο κρατούσε τρέμοντας, ελαφρώς. Με το άλλο του χέρι έπιασε με τρυφερότητα το τσουλούφι που έπεφτε στο μάγουλό της και το τοποθέτησε, σχεδόν ευλαβικά, πίσω από το αυτί της. Το προσωπείο του άρχισε να ραγίζει και ο ψυχισμός του να καταρρέει. Η Ελένη προβληματίστηκε με τη στάση του.

Ενόσω, η Ελένη προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει τις κινήσεις του, τον είδε να βγάζει από την τσέπη του μία κολόνια και να ψεκάζει τα χέρια της τρίβοντάς τα και να τα φέρνει κοντά στη μύτη της. Το έντονο άρωμά της ενεργοποίησε τις αισθήσεις της Αριάδνης, ανοίγοντας ελαφρώς τα μάτια της αλλά ξαναβυθίζοντάς την στον λήθαργο.
«Ακούω τις σειρήνες του ασθενοφόρου. Πάω στην είσοδο για να τους κατευθύνω», της είπε ο Άρης.
«Ελένη…», άκουσε μία εξασθενημένη φωνή να την καλεί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμφανίστηκαν οι διασώστες, παρέχοντας στην Αριάδνη τις πρώτες βοήθειες. Την έβαλαν στο φορείο και ετοιμάστηκαν να φύγουν για το νοσοκομείο. Πίσω στεκόταν ο Άρης, ο οποίος της ανακοίνωσε ότι θα τη συνόδευε μέχρι το νοσοκομείο και ότι άφηνε την ίδια υπεύθυνη στο πόστο του. ‘Πολύ περίεργη η σημερινή του στάση…’ σκέφτηκε.

Φτάνοντας στο νοσοκομείο, ξεκίνησε ένας λεπτομερής έλεγχος ιατρικών εξετάσεων προς την Αριάδνη. Παρ’ όλο που δεν βρήκαν κάτι συγκεκριμένο, πέρα από μία ταχυκαρδία απροσδιόριστης αιτιολογίας, οι γιατροί τής συνέστησαν να παραμείνει στο νοσοκομείο μία μέρα. Η Αριάδνη δέχτηκε. Άλλωστε, δεν είχε κανέναν να την περιμένει στο άδειο και παγερό της σπίτι.

Βγαίνοντας από τα επείγοντα, ξαπλωμένη στο φορείο, δεν είδε κάποια γνωστή φιγούρα και μαζί με τον νοσηλευτή μεταφέρθηκε στην καρδιολογική του νοσοκομείου.

Φτάνοντας στο δωμάτιο, η Αριάδνη πήγε να σηκωθεί για να ξαπλώσει στο κρεβάτι που είχε ετοιμαστεί για την ίδια και μόνο τότε κατάλαβε ότι η τσέπη της είναι βαριά. Έβαλε το χέρι μέσα και είδε ότι υπήρχε μία κολόνια. Την έβγαλε, την περιεργάστηκε και από περιέργεια τη μύρισε. Ευθύς αμέσως η σκέψη της πήγε στον Άρη. ‘Δεν πρέπει να τον σκέφτομαι. Δεν μου κάνει καλό. Αντιθέτως, με πληγώνει και με αναστατώνει πολύ…’ συλλογίστηκε. ‘Πώς βρέθηκε αυτή η κολόνια στην τσέπη μου;’ αναρωτήθηκε.

Όση ώρα γίνονταν αυτά, ο Άρης είχε πάει στο κυλικείο για να πάρει ένα καφέ, δύο μπουκάλια νερό, έναν χυμό πορτοκάλι και δύο επιλογές πρόχειρου φαγητού για την Αριάδνη. Επιστρέφοντας, χτύπησε την πόρτα των επειγόντων περιστατικών με σκοπό να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν. Όταν πληροφορήθηκε ότι μεταφέρθηκε στην καρδιολογική, έφυγε τρέχοντας για να τη δει. Φτάνοντας εκεί, ρώτησε τη γραμματεία σε ποιο δωμάτιο βρίσκεται και θέλησε να μάθει περισσότερα για την υγεία της. Κατά σύμπτωση, ένας γιατρός ερχόταν προς το μέρος του. Δεν άργησε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις. Ο γιατρός χαμογέλασε και τον κάλεσε να πάνε στο γραφείο του. Εκεί, του εξήγησε ότι δεν συντρέχει κάποιο πρόβλημα ανησυχίας κι ότι η εισαγωγή έγινε για προληπτικούς, καθαρά, λόγους. Τότε, μόνο κατάφερε ο Άρης να πάρει μια βαθιά ανάσα και να φεύγει από πάνω του ένα τεράστιο βάρος. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει, δειλά, ήταν ‘ευχαριστώ γιατρέ’ και βγήκε χαρούμενος.

Πήγε ξανά στη γραμματεία, προκειμένου να μάθει σε ποιο δωμάτιο την είχαν βάλει. Μόλις έμαθε, ξεκίνησε για να συναντήσει την Αριάδνη του. Η νοσοκόμα, γελώντας, τον φώναξε για να πάρει μαζί του τη σακούλα με τα προϊόντα, τονίζοντάς του ότι μόνο νερό επιτρέπεται, για την ώρα, να πιει. Αφού πήρε τη σακούλα, έψαξε το δωμάτιο 207.

Όταν έφτασε έξω από την πόρτα, τη χτύπησε δειλά και μαλακά.
«Ναι;» αποκρίθηκε και η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Η φιγούρα του Άρη την άγχωσε και της δημιούργησε ερωτήματα. «Άρη, τι κάνεις εσύ εδώ;»
«Πώς αισθάνεσαι, Αριάδνη;» τη ρώτησε διστακτικά.
«Καλά είμαι. Ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον. Αλλά δεν χρειάζεται να είσαι εδώ. Καλύτερα να πας στο σπίτι σου. Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Όλο και κάποια θα σε περιμένει…»
«Αχ, Αριάδνη. Δεν υπάρχει καμία… καμία που να μπορεί να γεμίσει την ψυχή μου. Μόνο μία, αλλά αυτή δεν αισθάνεται τίποτα για μένα. Δεν έχω δίκιο;»
«Γιατί ρωτάς εμένα, Άρη;» του είπε και η καρδιά της άρχισε να χτυπά σε άτακτο ρυθμό.
«Γιατί… Αχ, Αριάδνη, δεν αντέχω άλλο! Ήρθε η στιγμή της μεγάλης αποκάλυψης και φοβάμαι. Τρέμω σαν ψάρι, αλλά πρέπει να γίνει επιτέλους…», της είπε και για κάμποσα λεπτά η σιωπή πονούσε και τους δύο. «Τόσα χρόνια κρύβω κάθε μου συναίσθημα γιατί ξέρω ότι δεν τρέφεις απέναντί μου κανένα αίσθημα. Θετικό τουλάχιστον. Γιατί αρνητικά είμαι βέβαιος ότι έχεις πολλά…»
«Τι είναι αυτά που μου λες τώρα, Άρη; Μου κάνεις πλάκα;»
«Ποτέ δεν μιλούσα πιο σοβαρά…»
«Μην στέκεσαι στην πόρτα. Έλα μέσα, σε παρακαλώ.»

Ο Άρης με αβέβαια βήματα την πλησίασε, έκατσε στην καρέκλα δίπλα της, άφησε τη σακούλα που κρατούσε σφιχτά στο κομοδίνο, και με τρεμάμενα χέρια έπιασε την παλάμη της. Η ζεστασιά των χεριών του πλημμύρισε το σώμα της και η ευτυχία την αγκάλιαζε. «Ξέρεις, ακριβώς τα ίδια αισθήματα νομίζω ότι έχω κι εγώ για σένα», του απάντησε και δάκρυα χαράς ξεχύθηκαν ορμητικά από τα μάτια της.
«Μην κλαις, αγάπη μου. Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι. Είσαι το πιο πολύτιμο πλάσμα που μπήκε στη ζωή μου. Σήμερα, με όσα έγιναν, κατάλαβα πόσο λάθος ήμουν τόσα χρόνια. Πόσα πράγματα χάσαμε τόσα χρόνια…», της αποκρίθηκε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Θα πάρουμε πίσω τον χαμένο μας χρόνο. Σου το ορκίζομαι! Και θα ξεκινήσουμε από τώρα, τι λες;» τη ρώτησε, χαρίζοντάς της το πιο λαμπερό χαμόγελο και σφραγίζοντας τα χείλη της με το πιο τρυφερό φιλί, γεμάτο αγάπη και έρωτα. «Για πάντα μαζί, αγάπη μου! Για πάντα ένα! Τι λες;»
«Όσα ζω αυτή τη στιγμή είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Αν είναι όνειρο, δεν θέλω να ξυπνήσω!»
«Είναι αλήθεια, όλα όσα ζούμε τώρα είναι μόνο η αλήθεια!»
«Ξέρεις Άρη, θα σου πω κάτι που μου έρχεται ως ανάμνηση αλλά μόλις το ονειρεύτηκα…»
«Τι, αγάπη μου;»
«Να… Όσο ήμουν αναίσθητη, σε άκουγα να μου λες λόγια αγάπης…»
«Δηλαδή;» τη ρώτησε θέλοντας να μάθει εναγωνίως τι είχε ακούσει απ’ όσα της είχε εξομολογηθεί, ούσα η ίδια λιπόθυμη.
«Μου φάνηκε ότι μου έλεγες ότι μ’ αγαπάς, ότι εγώ ήμουν η μόνη και αληθινή αγάπη, ότι καταριόσουν τα χρόνια που άφησες να περάσουν χωρίς να μου δείξεις τα όσα αισθάνεσαι για μένα, ότι ήθελες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω και να ένιωθα κι εγώ τα ίδια με σένα. Επίσης, αυτή η κολόνια… Να τη, εδώ την έχω. Σαν να προσπαθούσες να με συνεφέρεις μ’ αυτήν. Κάνω λάθος; Ήταν όλα ένα όνειρο;»
«Κι όμως, έτσι έγινε. Όσα λες αυτή τη στιγμή, συνέβησαν! Αχ, αγάπη μου… Πόσο χρόνο χάσαμε; Και γι’ αυτό ευθύνομαι μόνο εγώ. Δεν πρόκειται να μου το συγχωρήσω ποτέ… Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, Αριάδνη μου!» της είπε και ένα δάκρυ κύλησε και έπεσε στο χέρι της.
«Αγάπη μου, την ίδια αίσθηση είχα και τότε. Μία υγρασία που νότισε το χέρι μου, όπως τώρα…»
«Έγινε κι αυτό!»

Η Αριάδνη κούρνιασε στην αγκαλιά του και έτσι τους βρήκαν τα Χριστούγεννα, αγκαλιασμένους, ερωτευμένους και έτοιμους, με τον ερχομό του νέου έτους, να βιώσουν όλη τη μαγεία της αληθινής αγάπης. Ακριβώς, όπως έπεφτε το χιόνι στην πόλη μετά από πολλά χρόνια, το ίδιο μαγικά.

Διαμαντένια

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading