Το ασημένιο δέντρο των Χριστουγέννων

Χριστούγεννα του 1983.

Εκείνη τη χρονιά είχε τρομακτικό κρύο και η σόμπα δεν κατάφερνε να ζεστάνει το κρύο σπίτι. Όμορφο σπίτι, δίπατο αλλά ημιτελές. Αντί για πάτωμα ή πλακάκια είχε μείνει με το τσιμέντο. Εκείνο το γκρέτζο τσιμέντο, που πλήγιαζε τα πόδια της μικρής Ελένης.

Η Ελένη ήταν τότε οκτώ ετών. Πόσο της άρεσε να χαζεύει τις χιονούλες να κατηφορίζουν από τον ουρανό και να κυλιέται στο αφράτο χιόνι και ας φώναζε η έρμη η μάνα της ότι θα κρυώσει.

Η Ελένη ποτέ δεν ένιωσε άσχημα που εκείνη δε στόλιζε δέντρο ποτέ και κανένας Άγιος Βασίλης δεν την επισκεπτόταν. Είχε άλλα που την πλήγωναν. Ο πατέρας της ήταν πολύ βίαιος με τη μάνα και το κορίτσι πάντα προσπαθούσε να τη στηρίζει. Μια μάνα μόνιμα κλαμένη και βασανισμένη.

Εκείνα τα Χριστούγεννα το κορίτσι χάζευε τα ασημένια δέντρα, που είχαν έρθει στη μόδα. Πόσο της άρεσαν!

– Μπαμπά…, του είπε κάποιο πρωί, μου αρέσουν αυτά τα ασημένια δέντρα. Να πάρουμε ένα; Έχουμε τα λεφτά;

Ο πατέρας την Ελένη δεν τη μάλωνε ποτέ και μάλιστα αμέσως της απάντησε:

– Να πάμε τώρα να πάρουμε ένα να το στολίσεις.

Το κορίτσι πέταγε από τη χαρά του! Πήγαν σε ένα κοντινό μαγαζί και ο πατέρας της αγόρασε το δεντράκι που τόσο επιθυμούσε και στολίδια και γιρλάντες και φάτνη. Γύρισαν στΟ σπίτι και η Ελένη βάλθηκε να στολίσει αμέσως το δέντρο. Το βράδυ δεν κοιμήθηκε, αλλά όλο σηκωνόταν και πήγαινε στο σαλόνι και χάζευε το ισχνό αλλά πανέμορφο δεντράκι.

Οι επόμενες μέρες μέχρι την Πρωτοχρονιά ήταν για το κορίτσι υπέροχες, ήταν χαρούμενο και ας μην περίμενε δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Είχε το δεντράκι. Φτωχοί άνθρωποι, που οι καλοί συγγενείς φρόντιζαν να τους το θυμίζουν. Πάντα μπροστά στην Ελένη έλεγαν για τα δώρα που έπαιρναν στα δικά τους παιδιά και την κοιτούσαν χαιρέκακα.

Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς συνέβη κάτι αναπάντεχο. Στο σπίτι της Ελένης κατέφτασε μία θεία του πατέρα, που χρόνια ζούσε στην Αμερική. Έκπληξη μεγάλη, γιατί οι συγγενείς είχαν προσπαθήσει να μην επισκεφτεί το φτωχικό τους. Οι γονείς της Ελένης ήταν φιλόξενοι, έδιναν και την ψυχή τους για να περιποιηθούν τους άλλους. Αν υπάρχουν θαύματα, τότε η Ελένη έζησε ένα. Η θεία πήγε δώρα και αποφάσισε να μείνει στο σπίτι τους κάποιες μέρες. Είχε χηρέψει και ήθελε να παραμείνει στην Ελλάδα. Τα βράδια αγκάλιαζε την Ελένη και της έλεγε παραμύθια και ιστορίες από τη ζωή της στην Αμερική.

Τελικά οι μέρες της φιλοξενίας έγιναν μήνες, χρόνια. Η καλοσυνάτη θεία έφερε νέα πνοή στο σπίτι. Ο πατέρας σταμάτησε να είναι βίαιος προς τη γυναίκα του και οικονομικά βοηθηθήκαν απΌ τη θεία και ο πατέρας ασχολήθηκε με το εμπόριο, άνοιξε μαγαζί δικό του, και κέρδιζε πλέον αρκετά χρήματα.

Μετά από τρία χρόνια, η θεία ζήτησε να πάρουν άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο, το ασημένιο το αποκαλούσε ψωριάρικο. Η Ελένη γελούσε, αλλά η ιδέα της αντικατάστασης την τάραξε.

– Θεία μου… είπε, αυτό το ασημένιο μικρό δεντράκι, μου άλλαξε τη ζωή, μου έφερε τύχη. Αν θες κι άλλο δέντρο, ας πάρουμε, αλλά θα κρατήσουμε και το” ψωριάρικο”, όπως συνηθίζεις να το λες.

Η θεία την αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε γλυκά.

Το δεντράκι αυτό η Ελένη το έχει ακόμα, για να της θυμίζει τα θαύματα, τους γονείς της και τη θεία της, που πλέον είχαν ταξιδέψει ψηλά στον ουρανό. Κάθεται ακόμα και το χαζεύει και βλέπει εκείνο το μικρό κορίτσι που ήταν κάποτε, βλέπει τα χρόνια που πέρασαν και το βλέμμα παγώνει στα Χριστούγεννα του 1999. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Υ.Γ. Να πιστεύετε στα θαύματα, να τα προσδοκάτε. Ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, αυτά τα θαύματα θα είναι το στήριγμά σας.

Φωτεινή Νικολοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading