– Γιαγιά! Γιαγιάκα μου!
Με το που ανοίγει η πόρτα, τρέχω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου. Παρότι έρχεται από το κρύο, νιώθω ζεστασιά από την καρδιά της. Γελάει και με αγκαλιάζει κι αυτή.
– Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, αγαπούλα μου! Είσαι καλά; Τρως όλο σου το φαγητό;
– Ναι, γιαγιά, το τρώω!
– Σίγουρα; Σαν να έχεις αδυνατίσει! Θα τα πω στη μαμά σου ένα χεράκι.
– Όχι γιαγιά, τρώω! Και η μαμά το ίδιο θα σου πει!
– Ναι μητέρα, τρώει, μην ανησυχείς!
Καθησυχάζει και η μαμά τη γιαγιά, η οποία μπαίνει μέσα και βγάζει το μπουφάν της. Κοιτάζει το σαλόνι με το αστόλιστο (για την ώρα) χριστουγεννιάτικο δέντρο, και την κουζίνα.
– Έχω φέρει τα υλικά που σας έλειπαν για τα μελομακάρονα! Θέλετε να αρχίσουμε με αυτά ή το δέντρο;
– Τα μελομακάρονα, γιαγιά μου! Και μετά μπορούμε να στολίσουμε το δέντρο ενώ ψήνονται!
– Όπως θέλεις, καρδιά μου! Ξεκινάμε;
– Ναι, μητέρα! Μισό λεπτό να βάλω μουσική.
Και η μαμά βάζει χριστουγεννιάτικα τραγούδια, τα περισσότερα από την εποχή της και πίσω. Παρόλο που αρκετά είναι παλαιολιθικά για τα γούστα μου, δεν είναι άσχημα. Όπως και να έχει, αποτελούν παράδοση και τα ακούμε κάθε χρόνο.
Φοράμε όλοι τις ποδιές μας και στρωνόμαστε στη δουλειά. Πρώτα ασχολούμαστε με τα μελομακάρονα: ρίχνουμε τα υλικά, ανακατεύουμε για να φτιάξουμε τη ζύμη, πλάθουμε σε διάφορα σχήματα, και τέλος τα βάζουμε στο φούρνο. Μετά καταπιανόμαστε με το δέντρο: βάζουμε φωτάκια, γιρλάντες, μπάλες και άλλα στολίδια. Όπως κάθε χρόνο, η γιαγιά με σηκώνει ψηλά για να βάλω εγώ το αστέρι στην κορυφή. Πόσο όμορφο είναι το δέντρο μας!
Εν τω μεταξύ η κουζίνα μας μοσχοβολάει από τα μελομακάρονα, τα οποία μας έχουν σπάσει τη μύτη. Η μαμά φτιάχνει και το σιρόπι, ανοίγοντας την όρεξή μας ακόμη περισσότερο. Λίγα λεπτά αναμονής αργότερα, και περνάμε στο καλύτερο κομμάτι της παρασκευής: το φάγωμα!
Αφού έχουμε φάει από τουλάχιστον τρία μελομακάρονα ο καθένας, η γιαγιά με παίρνει αγκαλιά, καθόμαστε στο σαλόνι με σβηστά φώτα, και καμαρώνουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τι υπέροχη στιγμή!
Για μένα, τα Χριστούγεννα είναι η καλύτερη γιορτή του κόσμου, και δεν είναι μόνο για το δέντρο, τα στολίδια, τα γλυκά, ή τα δώρα. Είναι και για τη γιαγιά μου, που είναι πάντα παρούσα στην παράδοση της προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα. Φυσικά περνάμε και τις γιορτές μαζί, αλλά δε θα άλλαζα με τίποτα αυτή τη στιγμή: να καθόμαστε αγκαλιά στο δέντρο που μόλις στολίσαμε και να τρώμε μελομακάρονα. Μακάρι να κρατήσει για πάντα.
– Η γιαγιά σου… Έφυγε.
Εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα πέρασαν μελαγχολικά. Οι γονείς μου, λόγω πένθους, αρνήθηκαν να στολίσουμε δέντρο ή να φτιάξουμε μελομακάρονα. Κι έτσι το σπίτι έμεινε κρύο και άδειο κατά τη διάρκεια των γιορτών. Χωρίς δέντρο, χωρίς μελομακάρονα, χωρίς διακοσμήσεις… χωρίς τη γιαγιά.
Τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Παρόλο που πήγαμε σε συγγενείς για το πρωτοχρονιάτικο δείπνο, η απουσία της γιαγιάς παρέμενε ισχυρή πάνω μας. Μετρήσαμε αντίστροφα για το νέο χρόνο όπως όλοι, αλλά εγώ κρυφά ευχόμουν να γυρνούσε πίσω και να ήταν εδώ, μαζί μας…
Ήξερα πως ήταν αδύνατο. Ήξερα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τη βοηθήσω. Ήξερα πως δε θα ήμουν πλέον ο ίδιος άνθρωπος, και όσο για τα επόμενα Χριστούγεννα… πώς θα ήταν χωρίς τη γιαγιά;
Κοντεύει να μπει ο Δεκέμβριος, και οι γονείς μου ακόμα δεν έχουν πει αν θα στολίσουμε φέτος το δέντρο ή όχι. Είναι πολύ απασχολημένοι, κι εγώ δεν έχω αναφέρει τίποτα. Ούτε για μελομακάρονα έχει γίνει λόγος.
Δεν μπορώ να βλέπω το σπίτι μας έτσι, ενώ τα υπόλοιπα σπίτια και οι δρόμοι είναι ήδη στολισμένα, και μυρίζουν μελομακάρονα. Από την άλλη όμως… Έχουν νόημα όλα αυτά χωρίς τη γιαγιά;
Μια νύχτα, τη βλέπω στον ύπνο μου. Δεν είναι η πρώτη φορά, όμως το συγκεκριμένο όνειρο είναι λίγο διαφορετικό από τα άλλα…
Καθόμαστε αγκαλιά μπροστά από το δέντρο, όπως παλιά. Συνήθως δε μιλάμε, αλλά αυτή τη φορά με ρωτάει:
– Πώς νιώθεις, αγαπούλα μου;
– Νιώθω υπέροχα, γιαγιά! απαντάω ύστερα από ένα δευτερόλεπτο σιωπής, καθώς δεν την περίμενα να με ρωτήσει κάτι τέτοιο.
– Μη μου λες ψέματα, καλό μου παιδί. Ξέρω ότι νιώθεις θλίψη και στεναχώρια που δεν είμαι εδώ.
Γυρνάω και την κοιτάζω με έκπληξη. Τα μάτια της, γεμάτα δάκρυα, κάνουν κι εμένα να κλάψω με λυγμούς.
– Μου… μου λείπεις, γιαγιά. Σε όλους μας λείπεις.
– Κι εμένα μου λείπεις, καρδιά μου. Θα έδινα τα πάντα για να μείνω μαζί σου, αλλά δυστυχώς είναι αδύνατο. Κάποια μέρα θα έφευγα έτσι κι αλλιώς, και το ξέρεις.
– Ναι… Το ξέρω… παραδέχομαι, κοιτώντας χαμηλά με τα χέρια μου σταυρωμένα.
Η γιαγιά σηκώνεται.
– Λοιπόν… Ήρθε η ώρα.
Ενστικτωδώς τινάζομαι πάνω και την πιάνω από το χέρι.
– Όχι! Μη φύγεις! Δε θα αντέξω να σε χάσω ξανά!
Η γιαγιά μου χαμογελάει, παίρνει το χέρι μου και το ακουμπάει στο στήθος μου.
– Δεν θα με χάσεις ποτέ. Θα είμαι πάντα εδώ μέσα. Οι άνθρωποι χάνονται για πάντα μόνο όταν δε τους θυμάται κανείς. Υπόσχεσαι ότι δε θα με ξεχάσεις ποτέ;
– Το… το υπόσχομαι!
– Μπράβο, αγαπούλα μου! Είμαι περήφανη για σένα. Μπορείς να μου κάνεις άλλη μια χάρη;
– Φυσικά!
– Θέλω να στολίζετε το δέντρο και να φτιάχνετε μελομακάρονα κάθε Χριστούγεννα, κι ας μην είμαι πια εδώ.
– Μα… δεν θα είναι το ίδιο χωρίς εσένα!
– Το ξέρω… συμφωνεί η γιαγιά, και κοιτάζει το στολισμένο δέντρο με νοσταλγία, αλλά και αγάπη. Συνεχίζει, γυρίζοντας σε μένα:
– Όμως δε θέλω να σταματήσετε για χάρη μου. Δε θέλω να σας βλέπω θλιμμένους κάθε Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή αγάπης που τα περνάς με ανθρώπους που αγαπάς… και θυμάστε μαζί όμορφες στιγμές με τους ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί σας. Έτσι θέλω να με θυμάσαι εσύ, και οι γονείς σου, και όλοι. Μπορείς να το κάνεις αυτό;
Νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό που δεν με αφήνει να μιλήσω, γνέφω καταφατικά. Χαμογελώντας ακόμη, η γιαγιά αφήνει το χέρι μου, μου γυρίζει την πλάτη και περπατάει προς την πόρτα. Ξαφνικά, κάτι με ωθεί να φωνάξω:
– Γιαγιά! Περίμενε!
– Να θυμάσαι αυτά που είπαμε, παιδί μου…
Η γιαγιά ανταποκρίνεται, ανοίγοντας την πόρτα. Ένα εκτυφλωτικό φως βγαίνει από αυτή και πλημμυρίζει το δωμάτιο.
– ΓΙΑΓΙΑ! φωνάζω, καλύπτοντας τα μάτια μου.
– Να θυμάσαι…
Η φωνή της ακούγεται όλο και πιο μακρινή. Προσπαθώ να φωνάξω ξανά, αλλά η φωνή μου πνίγεται από ένα βουητό. Το επόμενο δευτερόλεπτο ξυπνάω, το πρόσωπό μου μούσκεμα από τα δάκρυα.
Για λίγα λεπτά μένω στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ηρεμήσω και να σκουπίσω το πρόσωπό μου. Μόλις νιώθω καλύτερα, σηκώνομαι. Ξέρω τι να κάνω.
Αφηγούμαι το όνειρό μου με κάθε λεπτομέρεια στους γονείς μου, οι οποίοι με παρατηρούν αμίλητοι. Στο τέλος, παίρνω το θάρρος να ρωτήσω:
– Λοιπόν; Θα στολίσουμε το δέντρο και θα φτιάξουμε μελομακάρονα φέτος;
– …
– …
– Το ξέρω ότι δεν θα είναι το ίδιο χωρίς εκείνη, όμως δε θα ήθελε να σταματήσουμε αυτή την παράδοση! Θα ήθελε να συνεχίσουμε και να τη θυμόμαστε με αγάπη.
– …Να το κάνουμε για τιμήσουμε τη μνήμη της. συμπληρώνει η μαμά ξαφνικά. Παρά το λυπημένο ύφος της, τα μάτια της γυαλίζουν γεμάτα αγάπη.
– Ναι, σωστά! Τι λέτε;
– …Έχεις δίκιο, παιδί μου. Θα στολίσουμε το δέντρο και θα φτιάξουμε μελομακάρονα. Αυτά τα Χριστούγεννα, θα τιμήσουμε τη γιαγιά σου όπως της αξίζει! Και κάθε Χριστούγεννα, θα την τιμούμε και θα την θυμόμαστε για τη ζωή που έζησε!
Και κάπως έτσι, συνεχίζεται η παράδοση της προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα. Μπορεί η γιαγιά να μην ήταν πια μαζί μας, όμως εξακολουθώ να τη νιώθω κοντά μου, ειδικά κάθε Χριστούγεννα. Και θα συνεχίσω να τιμώ τη μνήμη της κάθε χρόνο, ακόμα κι όταν αποκτήσω τη δική μου οικογένεια, με την οποία θα φτιάχνουμε μελομακάρονα, θα στολίζουμε το δέντρο και μετά θα τα τρώμε θαυμάζοντάς το, με τη συνοδεία κλασσικής χριστουγεννιάτικης μουσικής.
Διότι τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο για το δέντρο, τα στολίδια, τα γλυκά, ή τα δώρα. Είναι και για τους ανθρώπους που αγαπάς, είτε είναι κοντά σου είτε όχι. Και η αγάπη είναι το πιο όμορφο πράγμα των Χριστουγέννων.
Galandrielle
