Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα, καλύπτοντας το τοπίο με ένα παχύ στρώμα από λευκό. Τo μικρό χωριό στα Γιάννενα, συνήθως ήσυχο και φιλόξενο, είχε ντυθεί στα γιορτινά του. Τα σπίτια ήταν στολισμένα με πολλά φωτάκια, παράξενο για τόσο μικρό χωριό, τα μαγαζάκια έβαζαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια και η μυρωδιά από τα φρεσκοψημένα μπισκότα γέμιζε τους στενούς δρόμους.
Ο Αλέξανδρος άνοιξε μια στάλα το παράθυρο του καφενείου να μπει φρέσκος αέρας, να φυσήξει στιγμιαία το ντουμάνι του καπνού. Του έβαλαν τις φωνές και το έκλεισε. Γύρισε προς τον πατέρα του.
-Μήπως να σταματήσεις;
-Σκάσε ρε, για καλό σ’ έφερα μαζί μου; Γρουσούζη! Άντε μου στο γεροδι@ολο!
Δε μίλησε ξανά. Δάγκωσε το μάγουλό του τόσο δυνατά, που ένιωσε το αίμα να πλημυρίζει το στόμα του. Κατάπιε βιαστικά το αίμα με μια γουλιά από το φτηνό κονιάκ που τον κέρασαν. Είδε τον πατέρα του να ψάχνει το σακάκι του. Ο μισθός του. Έπιασε τη στοίβα με τα χαρτονομίσματα και τα πέταξε στο κέντρο της πράσινης τσόχας.
Χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα, ο Αλέξανδρος πάτησε ένα πενηντάευρω που έπεσε από τη στοίβα, με το παπούτσι του. Το μάζεψε και το έβαλε στην τσέπη του, μέσα από την τρύπια φόδρα του μπουφάν, να κάνει παρέα στο σχεδόν άδειο πακέτο τσιγάρων.
Κόντευε μεσάνυχτα. Ο πατέρας του κίτρινος από την αϋπνία τα πόνταρε όλα.
Ο Αλέξανδρος έκλεισε τα μάτια του και παρακάλεσε το θεό του τζόγου να κερδίσει, να καταφέρουν να κάνουν Χριστούγεννα. Έστω για μια χρονιά.
Ακούστηκε τρείς φορές «πάσο».
Σταύρωσε τα δάχτυλά του και κοίταξε τα φύλλα του πατέρα του.
Είχε κέντα. Στην τσόχα φιγουράριζαν το 8, το 9, το 10. Στα χέρια του κρατούσε βαλέ, ντάμα και το ρήγα. Δε μπορεί, θα κέρδιζε.
Την ώρα που ο πατέρας του άπλωσε το χέρι του να σαρώσει τα σκόρπια χαρτονομίσματα, το χέρι του αντιπάλου του κράτησε σφιχτά το δικό του. Άνοιξε τα φύλλα του γελώντας δυνατά.
-Σκατά, σκατά, σκατά! Πάμε να φύγουμε παλιογρουσούζη!, τον τράβηξε απότομα και έπεσε πάνω στο τραπέζι, σκορπίζοντας φύλλα και χρήματα στο πάτωμα.
Πόσο ντράπηκε! Είκοσι χρονών παλικάρι και τον έκανε ξεφτίλα σε όλο το χωριό!
***
Νύχτα έφυγε από το σπίτι. Πήρε μόνο ένα σακίδιο, πέταξε μέσα δυο φακούς, ένα κουτί ανοιγμένα κρακεράκια και ένα μπουκάλι νερό.
Δεν έμοιαζε της μάνας του εκείνος. Θα έφευγε. Ο κολλητός του στην Αθήνα τον περίμενε εδώ και μήνες αλλά εκείνος δίσταζε. Δεν ήθελε να την αφήσει μόνη της. Ως εδώ όμως. Ως εδώ! Ο καθένας αποφασίζει πώς θα ζήσει κι εκείνη την ένοιαζε μόνο η εικόνα της. Ποια εικόνα δηλαδή… όλο το χωριό τους κορόιδευε πισώπλατα, αυτός όμως δε θα τους άκουγε πια. Άφησε ένα ολιγόλογο σημείωμα και έφυγε.
Πολλές επιλογές δεν είχε για να περάσει την παραμονή των Χριστουγέννων. Το σπίτι του και το παλιό αρχοντικό στην άκρη του χωριού, κληρονομιά του παππού του. Ήταν κλειστό για χρόνια. Εκεί μέσα βρήκε τραγικό θάνατο η γιαγιά του από χέρια αγαπημένα. Ο άντρας της την έπνιξε κι αμέσως μετά αυτοκτόνησε. Τη ζήλευε παράφορα ενώ η ίδια δεν είχε δώσει το παραμικρό δικαίωμα. Τι τα θες όμως, όταν μιλάει το πιοτό, τα αυτιά κλείνουν ερμητικά. Ο πατέρας του ήταν το ορφανό που έμεινε πίσω και μια ζωή κουβαλούσε τη ρετσινιά. «Ο γιός του δολοφόνου». Ρετσινιά που πέρασε και στον ίδιο, «ο εγγονός του δολοφόνου». Προσπάθησε ο πατέρας του να πουλήσει το σπίτι. Άδικα. Η φήμη ότι ήταν στοιχειωμένο απομάκρυνε όλους τους υποψήφιους αγοραστές και έστεκε να χάσκει χρόνια τώρα σα γριά ξεδοντιάρα μάγισσα.
Ο Αλέξανδρος έβγαλε το φακό του. Μπαίνοντας μέσα, ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Οι τοίχοι ήταν υγροί και οι σκάλες φθαρμένες. Μια μυρωδιά από μούχλα και σκόνη γέμισε τα ρουθούνια του.
‘Ένα βράδυ είναι, αύριο θα είσαι στην Αθήνα και θα τα πίνεις με γκόμενες αγκαλιά…’, παρηγόρησε τον εαυτό του και προχώρησε διστακτικά.
Σκόνταψε σε ένα σκισμένο καναπέ και βλαστήμησε άσχημα. Σκόνη σηκώθηκε και τον έπιασε βήχας. Έψαξε για το μπουκάλι με το νερό κι όσο κατάπινε άκουσε μια μελαγχολική χριστουγεννιάτικη μελωδία. Κάτι του θύμιζε. Τη γιορτή στην έκτη δημοτικού;
‘Μην είσαι χέστης, στη φαντασία σου είναι όλα!’, μίλησε δυνατά στον εαυτό του όσο κατευθυνόταν προς το πιο σκοτεινό σημείο του αρχοντικού.
Ένα παλιό πιάνο. Τα πλήκτρα έπαιζαν μόνα τους κι ένιωσε το αίμα του να παγώνει.
‘Βλάκα, από κάπου θα κουρδίζει και κάποιος σου κάνει πλάκα! Εεεεε, είναι κανείς εδώ; Κόφτε το τώρα, σας κατάλαβα!’
Ξαφνικά, ένας δυνατός αέρας άνοιξε τα παράθυρα και το φως του φεγγαριού μαζί με του φακού, έπεσε πάνω σε έναν μεγάλο καθρέφτη. Στον καθρέφτη είδε το πρόσωπό του. Πάνωχρο και παραμορφωμένο από τον τρόμο. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και στο λαιμό του ένα έντονο σημάδι του έκοψε την ανάσα.
Πνιγόταν.
Προσπάθησε να αναπνεύσει, αλλά ο αέρας δεν έφτανε στα πνευμόνια του.
Ξανά και ξανά…
Πνιγόταν.
Άρπαξε το φακό και έψαξε για την έξοδο την ίδια στιγμή που οι τοίχοι άρχισαν να αιμορραγούν. Κόκκινο υγρό έτρεχε από τις ρωγμές τους.
Είδε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο να σχηματίζεται.
Μια τραπεζαρία με τεράστια γαλοπούλα στο κέντρο.
Ένα παιδί με ένα παλιό ποδήλατο.
Μια γυναίκα να αμύνεται στα χτυπήματα του άντρα της.
Ένα αγόρι να κρύβεται πίσω από τον καναπέ.
Ένα τραπέζι γεμάτο τραπουλόχαρτα.
Έναν άντρα να σηκώνει το χέρι του..
Είδε… ον εαυτό του;
Προσπάθησε να φωνάξει.
Ούρλιαξε αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στους τοίχους του παλιού αρχοντικού..
Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος βρέθηκε χωμένος στο χιόνι και μισοπεθαμένος από το κρύο έξω στην αυλή.
Τον πήγαν στο νοσοκομείο.
Έζησε.
Όλες οι εξετάσεις βγήκαν φυσιολογικές. Κανείς όμως δε μπορούσε να εξηγήσει το τρομαγμένο βλέμμα του.
Δεν ξαναμίλησε.
Στο ψυχιατρείο που οδηγήθηκε, έγραψε σε ένα χαρτί τι ήθελε να του φέρουν.
Μια χιονόμπαλα με μουσική.
Την κοιτούσε. Μόνο κάθε Χριστούγεννα, την κούρδιζε κι άκουγε τη μελωδία της.
Τότε, χαμογελούσε.
Κατερίνα Γαγανέλη
