Μια αλλιώτικη ανταλλαγή δώρων έμελλε να είναι αυτή, μια ιστορία που τη θυμόμαστε σε οικογενειακά τραπέζια και γελάμε, κάτι σαν δικό μας αστείο.
Χριστούγεννα 1997, είμαστε στη τετάρτη δημοτικού, εγώ και ο αδελφός μου. Μένουμε περίπου ενάμιση χρόνο στην Ελλάδα. Είχαμε έρθει με τη οικογένειά μου ως παλιννοστούντες με ένα πρόγραμμα και τελικά ξεμείναμε στον ακριτικό Έβρο, σε χωριό που αριθμούσε με το ζόρι πενήντα κατοίκους. Σχολείο πηγαίναμε στη διπλανή πόλη μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού. Η μαμά επέμενε να πάμε κανονικά στη τάξη που μας αναλογούσε για να μη χάσουμε χρονιές. Είχαμε τελειώσει τις δύο πρώτες τάξεις στη Ρωσία και την τρίτη κουτσά στραβά στο οικοτροφείο που μέναμε όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Το πρόβλημα ήταν η γλώσσα, με τους λιγοστούς κατοίκους στο χωριό ήταν και κάπως δύσκολο να τη μάθεις. Ήμουν όμως από μικρή πολυλογού και δεν άντεχα να μη μιλάω, οπότε κατάφερα και δανείστηκα αρχικά βιβλία από μια γειτόνισσα και αργότερα από τη δημοτική βιβλιοθήκη για να μάθω τη γλώσσα. Κάπως έτσι έγινα η επίσημη μεταφράστρια στο σπίτι, όλοι με εμπιστεύονταν, όχι ότι είχαν και άλλη επιλογή… και κάπως έτσι συνέβη και το λάθος στη μετάφραση που λένε.
Φτάνουν που λέτε οι γιορτές και θα κάναμε ανταλλαγή δώρων στη τάξη, ξέρετε, αυτό που κάθε παιδάκι φέρνει από ένα δώρο και μετά την τελευταία ώρα γίνεται μια κλήρωση και τα μοιράζουν μεταξύ τους. Η δασκάλα μας είπε για την ανταλλαγή που θα κάναμε την επομένη και επίσης ότι οι μεγαλύτερες τάξεις θα στόλιζαν το δέντρο στην είσοδο και αν θέλαμε να βοηθήσουμε να φέρουμε διακοσμητικά κουτιά δώρων για το στολισμό. Αυτά είπε η δασκάλα. Τι κατάλαβα και μετέφρασα εγώ…
Γυρνάμε ενθουσιασμένοι στο σπίτι και ανακοινώνω στους γονείς μου ότι πρέπει να πάμε ένα κουτί για δώρα κάτω από το δέντρο στο σχολείο για να μας το γεμίσουν! Πού να βρει κουτί η μαμά μου; Οπότε σκέφτηκα να πάρουμε ένα μπαούλο που είχε μείνει από τη βάφτιση του μικρού μου αδελφού. Ωραίο ήταν, κορδέλες είχε, απλά ήταν λίγο μεγαλούτσικο. Σκέφτηκα όμως ότι δεν πειράζει, ίσως άμα είναι μεγάλο θα μας βάλουν περισσότερα δώρα και θα τα μοιράσουμε στα δύο μικρότερα αδέλφια μας.
Την επομένη το πρωί ξεκινάμε με το μπαούλο, ευτυχώς δεν ήταν ξύλινο, μέχρι τη πλατεία να έρθει το ταξί που μας πήγαινε στο σχολείο. Κάπου εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω ότι κάτι πήγε λάθος, γιατί τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν κανένα κουτί μαζί τους. Μας κοιτούσαν και παράξενα, όπως και ο ταξιτζής. Σκέφτηκα όμως ότι επειδή πηγαίναμε σε διαφορετικές τάξεις ίσως είχαν πει μόνο στη δική μου για τα δώρα. Όταν όμως μπήκαμε στο σχολείο και είδα το δέντρο στολισμένο χωρίς να αφήνει κανένας κουτιά από κάτω… Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί και εμένα και τον αδελφό μου και το μπαούλο που προσπαθούσα να το χώσω κάτω από το θρανίο και δεν χωρούσε πουθενά! Μαρτυρικά πέρασαν οι ώρες εκείνη τη μέρα. Με εμένα και τον αδελφό μου να προσπαθούμε να χωρέσουμε με το μπαούλο στο θρανίο ανάμεσά μας, τα περίεργα βλέμματα των παιδιών και τις τύψεις μου που, τη μετάφρασή μου μέσα, κατάλαβα επιτέλους τι θα γινόταν. Μόνο που εμείς δεν είχαμε φέρει δώρα!
Ευτυχώς, τυχερή όπως πάντα στην ατυχία μου, η δασκάλα μου αντιλήφθηκε ότι δε θα φέρναμε κάτι. Γνώριζε πως οι γονείς μου δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα. Για αυτό φρόντισε να αγοράσει δυο δώρα εκ μέρους μας για να συμμετέχουμε και εμείς. Κι εγώ γύρισα σπίτι με το άδειο μου μπαούλο, το κάποτε γεμάτο προσδοκίες και ένα βιβλίο του Ιούλιου Βερν.
Υ.Σ 1: Ευχαριστώ τη δασκάλα μου κυρία Λίτσα, μακάρι όλοι οι εκπαιδευτικοί να είναι σαν κι αυτήν!
Υ.Σ 2: Ακόμα λατρεύω τον Ιούλιο Βερν όπως και όλα τα βιβλία.
Υ.Σ 3: Η παιδική αθωότητα είναι ανεκτίμητη!
Kolokufoula
