Η Δάφνη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και θαύμασε το είδωλό της. Ήταν πραγματικά πανέμορφη.
29 χρόνων, ψηλή, αδύνατη, γυμνασμένη, με μακριά μαύρα μαλλιά, τα οποία είχε πιασμένα έναν χαμηλό κότσο για την περίσταση, πράσινα μάτια, καμπυλωτές βλεφαρίδες, γαλλική μύτη και σαρκώδη χείλη με μπορντό κραγιόν. Φορούσε ένα μαύρο midi κολλητό φόρεμα που αναδείκνυε το κορμί της, κάλυπτε πλήρως το στήθος και τον θώρακα ενώ άφηνε έκθετη την καλοσχηματισμένη της πλάτη και ένα ζευγάρι μαύρες Louboutin.
Κατέβασε το μαύρο βέλο στο πρόσωπό της, πρόβαρε το πώς θα κρατήσει το λευκό μαντήλι κοντά στα μάτια της, κοίταξε τον εαυτό της από πάνω μέχρι κάτω κι έφυγε από το δωμάτιο. Περπάτησε τον μεγάλο διάδρομο, κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν προς το χολ κι εκεί την περίμεναν οι συγγενείς του εκλιπόντος συζύγου της, ηλικίας 90 ετών.
Χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα αναχώρησαν για την κηδεία.
Καθ’ όλη την διάρκεια η Δάφνη δεν είχε ρίξει ούτε ένα δάκρυ. Παρά μόνο στεκόταν όρθια με καρφωμένο το βλέμμα στο φέρετρο, διατηρώντας το αυστηρό της ύφος. Από μέσα της αναθεμάτιζε τον Θεμιστοκλή που ‘έφυγε’ και δεν της άφησε τίποτα, ενώ παράλληλα έκανε σχέδια για το επόμενο ‘θύμα’ της…
Με το τέλος της κηδείας δεν έκανε καν τον κόπο να παρευρεθεί στο τραπέζι που όπως είθισται παρέχεται στους παρευρισκόμενους. Τώρα έπρεπε να πάει στη βίλα, να πάρει τα πράγματά της και προτάσσοντας την απαράμιλλη ομορφιά της να εντοπίσει τον επόμενο πάμπλουτο ηλικιωμένο άντρα που θα της χάριζε οτιδήποτε ήθελε με αντίτιμο την συντροφιά της.
Οι βαλίτσες της ήταν ήδη έτοιμες κι έτσι μέσα σε λίγα λεπτά ήταν έξω από τη βίλα και περίμενε το ταξί που είχε καλέσει για να την πάει σε γνωστό μεγάλο ξενοδοχείο της πρωτεύουσας όπου θα διανυκτέρευε για όσο χρειαζόταν. Μπορεί ο Θεμιστοκλής να είχε καταλάβει τις προθέσεις της και να μερίμνησε να μείνουν όλα στην οικογένειά του, αλλά δεν είχε προνοήσει και την πονηριά της. Μια μέρα πριν τον θάνατό του, μετέφερε όλο το ποσό (με τα 6 μηδενικά!) που είχαν στον κοινό τους λογαριασμό, σε έναν δικό της κι έτσι μέσα σε ένα βράδυ έγινε άφαντη.
Από την επόμενη κιόλας μέρα κατέβηκε εκθαμβωτική για πρωινό στην τραπεζαρία του μεγάλου ξενοδοχείου, με σκοπό να εντοπίσει τον επόμενο ηλικιωμένο εκατομμυριούχο που με ένα βλέμμα θα την παντρευόταν και με ένα χάδι θα της παρείχε την πλουσιοπάροχη ζωή που επιζητούσε κι ας είχε άμεση ημερομηνία λήξης.
Είχε φροντίσει, λοιπόν, να φορέσει ένα καφετί σετ γνωστής μάρκας ρούχων, ώστε να τονίζονται τα μάτια της. Και φυσικά όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της. Ωστόσο, δεν εντόπισε κάτι αξιόλογο στον χώρο. Έτσι, ήπιε έναν καφέ και αποφάσισε να πάει μια βόλτα προς την Κηφισιά…
Στην τελευταία γουλιά καφέ, έκατσε απέναντί της ένας πανέμορφος άντρας! Γύρω στα 30, περιποιημένος, ψηλός, με μεγάλα γαλάζια μάτια, ξανθά μαλλιά, μα αισθητά αδύνατος.
Η Δάφνη έδειξε αμέσως με έναν μορφασμό την δυσαρέσκειά της. Πριν προλάβει να σηκωθεί, ο άντρας της έπιασε το χέρι και την παρακάλεσε να τον ακούσει, δηλώνοντας πως γνωρίζει πολύ καλά τι ψάχνει και πως ο ίδιος δεν είναι σίγουρα μέσα στα στάνταρ της.
-Έχεις 2 λεπτά!
-Ονομάζομαι Αχιλλέας. Ήμουν στην κηδεία χτες και ήταν αδύνατον να μην σε προσέξω. Είσαι το όνειρο κάθε άντρα. Γνωρίζω τη φήμη που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομά σου, η οποία παραδόξως δεν πτοεί κανέναν μελλοντικό σου σύζυγο από το να πέσει με τη θέλησή του στα δίχτυα σου…
-Τελειώνεις;
-…Θέλω να γίνεις γυναίκα μου για τρεις μήνες. Είμαι πολύ άρρωστος και θα πεθάνω, μα θέλω τις τελευταίες μου στιγμές να τις ζήσω μαζί σου. Πέρασες από δίπλα μου χτες και δεν μπορώ να περιγράψω την ακαταμάχητη ανάγκη που ένιωσα να σε κάνω δική μου! Το άρωμά σου, το βλέμμα σου, το κορμί σου, όλα! Δεν με νοιάζουν οι προθέσεις σου. Σε ερωτεύτηκα. Κι ακόμα κι αν δεν μπορώ στην κατάσταση που βρίσκομαι να σου προσφέρω κάποια ευχαρίστηση, ας κάνουμε την συμφωνία να είσαι μαζί μου για αυτό το διάστημα και μετά όλη η περιουσία μου θα είναι δική σου.
Οι κόρες των ματιών της διεστάλησαν με την τελευταία του φράση. Συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μάζεψε τα πράγματά της και χωρίς να ρωτήσει καν πού μένει ή πού θα πάνε, υπέγραψε το χαρτί του συμφώνου συμβίωσης και επιβιβάστηκε στο ιδιωτικό τζετ του νέου της συζύγου.
Μετά από αρκετές ώρες ταξιδιού και αρκετή ακριβή σαμπάνια, το τζετ προσγειώθηκε στο ιδιωτικό ελικοδρόμιο του Αχιλλέα σε ένα μεγάλο χωράφι. Η Δάφνη προς το παρόν παρέμενε ικανοποιημένη από την όλη χλιδή. Από τη λιμουζίνα που τους μετέφερε και από το μεγάλο σπίτι το οποίο ήταν χτισμένο μέσα στην εκατοντάδων στρεμμάτων έκταση. Η επόμενη μέρα, όμως, της επιφύλασσε μια έκπληξη…
Σηκώθηκε το πρωί και δεν βρήκε τον Αχιλλέα δίπλα της. Φώναξε την καμαριέρα, η οποία της έφερε το πρωινό στο κρεβάτι και την ενημέρωσε ότι το αφεντικό της είχε πάει μια βόλτα στο αγρόκτημα που διέθετε. Η Δάφνη φυσικά αδιαφόρησε για την τελευταία πληροφορία. Πήρε το πρωινό της κι έπειτα εκμεταλλευόμενη τον καλό καιρό, τον ζεστό ήλιο και την τεράστια ταράτσα της διώροφης μεζονέτας, αν και Μάρτης, ζήτησε από το προσωπικό να της ετοιμάσει έναν καφέ και ανέβηκε να απολαύσει τη θέα.
Μετά από ώρες ο Αχιλλέας επέστρεψε. Βρήκε τη Δάφνη να κάνει βόλτα στον κήπο και την πλησίασε για να την φιλήσει
-Ίου! Βρωμάς! Πού ήσουν;, είπε δυνατά, έκλεισε τη μύτη της και έκανε ένα βήμα πίσω
-Έχω ένα αγρόκτημα πιο κάτω με άλογα. Έπρεπε να τα βγάλω να τρέξουν, να τα λούσω, να τα ταΐσω και να καθαρίσω την κοπριά.
-Αα δεν μας τα είχες πει αυτά! Δεν έχεις προσωπικό για αυτό;
-Έχω. Δεν θα μπορούσα να τα κάνω όλα αυτά μόνος μου. Μου αρέσει όμως να ασχολούμαι με τα ζώα. Μου δίνουν δύναμη. Και με τα τριαντάφυλλά μου!, ολοκλήρωσε, έκοψε ένα ροζ και της το έδωσε.
Η Δάφνη το πήρε με δισταγμό και μόλις ο Αχιλλέας γύρισε την πλάτη του να φύγει, το πέταξε μέσα στους θάμνους.
Εκείνος όμως δεν πτοήθηκε. Κάθε μέρα της έφερνε από ένα τριαντάφυλλο στο δωμάτιο κι ας το άφηνε να μαραθεί. Την κατάφερε να τον ακολουθήσει και στα άλογα και να κάνουν μαζί ιππασία. Της έλειπε πολύ η ζωή στη πόλη, με τα μαγαζιά και τα ψώνια, από την άλλη όμως, φαινόταν να συνηθίζει τη ζωή στην επαρχία. Δεν είχε βρεθεί ποτέ σε παρόμοια θέση. Να χαϊδεύει και να έρχεται κοντά με άλογα, να δέχεται την ανιδιοτελή αγάπη τόσο από τα ίδια όσο και από τον άνθρωπο που ήταν δίπλα της. Φυσικά, δεν το άφηνε να φανεί.
Έτσι, πέρασαν οι μέρες και έφτασε ο τελευταίος μήνας ζωής του Αχιλλέα. Ένα πρωί ξύπνησε και έβηχε αίμα. Η Δάφνη τρόμαξε! Τον ρώτησε όλο αγωνία τι μπορεί να κάνει κι εκείνος της έδωσε το τηλέφωνο του γιατρού του και της ζήτησε να επικοινωνήσει τόσο μαζί του, όσο και με τον πιλότο του τζετ για να φύγουν αμέσως για Αθήνα. Με όση ψυχραιμία μπορούσε έκανε ακριβώς ό,τι της είπε και μέσα σε λίγες ώρες προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο, από όπου τους παρέλαβε ένα ιδιωτικό όχημα και έφτασαν αμέσως στο νοσοκομείο. Ο Αχιλλέας μπήκε στην εντατική και η Δάφνη έμεινε να περιμένει στην αίθουσα αναμονής. Σκεφτόταν ότι ποτέ δεν νοιάστηκε να ρωτήσει ποια είναι η αρρώστια που τον κατατρώει. Για μια στιγμή σαν να ήρθε αντιμέτωπη με τον εαυτό της… Εκείνος ο άνθρωπος της φέρθηκε όπως κάνεις άλλος. Τη σεβάστηκε, της προσέφερε καθημερινά δώρα από καρδιάς και όχι άψυχα διαμάντια κι εκείνη απλά περίμενε να φτάσει η λήξη του τριμήνου. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της “Είμαι ένα εγωιστικό τέρας!”, μονολόγησε και τότε ένας άντρας με λευκά ρούχα στάθηκε μπροστά της. Ήταν ο ιδιωτικός γιατρός του Αχιλλέα.
-Είστε η γυναίκα του κυρίου Γιάνναρη;
-Η ίδια…, είπε και σκούπισε τα δάκρυά της
-Ο σύζυγός σας δεν θα τα καταφέρει αν δεν βρεθεί δότης. Έχω κάνει τα αδύνατα δυνατά με τις αιμοκαθάρσεις, μα αν δεν βρούμε συμβατό δότη, το νεφρό του θα τον προδώσει
-Εγώ!, είπε με σθένος η Δάφνη, Εμένα να ελέγξετε. Αν είμαι συμβατή ας γίνει άμεσα η επέμβαση. Υγιέστατη είμαι, τι να τα κάνω και τα δύο…
-Ξέρετε, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια γραφειοκρατική διαδικασία…
Η Δάφνη τον άρπαξε από το γιακά και ήρθε σε απόσταση αναπνοής
-Άκου να σου πω! Μόλις είπες ότι κάνεις τα αδύνατα δυνατά και εύχεσαι να υπήρχε συμβατός δότης! Δεν έχω καταφέρει τίποτα αξιόλογο στη ζωή μου κι αν το πρώτο σωστό πράγμα που θα κάνω είναι να σώσω τη ζωή του άντρα μου, θα το κάνω! Κόψε λοιπόν τις δικαιολογίες, σεβάσου τον Αχιλλέα που σε εμπιστεύεται, τα χιλιάδες ευρώ που σου έχει δώσει και πάμε ΤΩΡΑ να με ελέγξετε!
Ο γιατρός έκανε νόημα στους σεκιούριτι που είχαν πλησιάσει να κάνουν πίσω, έπιασε τα χέρια της Δάφνης και τα έκλεισε μέσα στα δικά του. “Είστε πολύ θρασύς, αλλά και γενναία κυρία Γιάνναρη. Πάμε!”
Η Δάφνη βγήκε σχεδόν εκατό τοις εκατό συμβατή και η εγχείρηση πήρε αρκετές ώρες.
Στην αίθουσα ανάνηψης, πρώτος άνοιξε τα μάτια του ο Αχιλλέας. Ένιωθε περίεργα καλά… Ο γιατρός του τον είχε αφήσει κατά την τελευταία αιμοκάθαρση στην εντατική και από το βλέμμα του είχε καταλάβει ότι είχε έρθει το τέλος. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, όχι μόνο ένιωθε πιο δυνατός, αλλά είδε στο διπλανό κρεβάτι, με ορό στο χέρι και οξυγόνο στο στόμα την Δάφνη! Προσπάθησε να σηκωθεί, να πάει κοντά της, αλλά δεν είχε ακόμα, λόγω της ολικής αναισθησίας, τον πλήρη έλεγχο του σώματός του. Τότε, μπήκε μέσα η νοσοκόμα.
-Κύριε Γιάνναρη! Τι κάνετε; Δεν γίνεται να σηκωθείτε ακόμα! Είναι φρέσκα όλα τα ράμματα, εσωτερικά και εξωτερικά. Θα πρέπει να ελέγξω τον σφυγμό και το οξυγόνο σας και μετά θα σας πάρουμε στο δωμάτιό σας.
-Η Δάφνη;, ρώτησε προσπερνώντας όλες τις άλλες πληροφορίες
– Η σύζυγός σας θα γίνει καλά. Χρειάζεται κι εκείνη χρόνο, όπως κι εσείς, μετά την επέμβαση.
– Επέμβαση;
– Ήταν πλήρως συμβατή ως δότης κι έτσι σας έδωσε το ένα της νεφρό. Χάρη σε αυτήν είστε πιο υγιής από ποτέ. Τέρμα οι αιμοκαθάρσεις!, είπε και χαμογέλασε η νοσοκόμα
Ο Αχιλλέας δεν πίστευε στα αυτιά του. “Πώς είναι δυνατόν μια τόσο ψυχρή γυναίκα που περίμενε απλά να πεθάνω για να κληρονομήσει την περιουσία μου, να μού έσωσε τη ζωή;”, σκέφτηκε.
Η νοσοκόμα έπιασε το χέρι του ώστε να κάνει τις μετρήσεις και τότε η Δάφνη άνοιξε τα μάτια της. Κοίταξε τον Αχιλλέα και ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στα χείλη της.
Τελειώνοντας με τον Αχιλλέα, η νοσοκόμα απηύθυνε τον λόγο στη Δάφνη:
– Πώς είστε;
– Πολύ καλά.
– Μήπως μπορείς να μας αφήσεις για λίγο μόνους;, ρώτησε ο Αχιλλέας
– Φυσικά. Πάω να φωνάξω τον γιατρό ώστε να σας εξετάσει και τους δύο!, απάντησε χαμογελαστή κι έφυγε
– Τι έκανες;, ρώτησε ο Αχιλλέας τη Δάφνη
– Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσε ένας άνθρωπος να μου αλλάξει τρόπο σκέψης και να μου μάθει τι σημαίνει ανθρωπιά μέσα σε τρεις μήνες… Είχα μάθει να κυνηγάω το εύκολο χρήμα, ξεπουλώντας με. Είχα συμβιβαστεί με αυτό. Μέχρι που εμφανίστηκες εσύ. Στην αρχή, το ομολογώ, περίμενα απλά να φύγεις από τη ζωή για να σου ‘φάω’ την περιουσία. Η ζωή στην εξοχή μου φαινόταν αφόρητη! Μετά όμως, όταν κατάλαβα το ειλικρινές σου ενδιαφέρον, που πραγματικά δεν ξέρω από πού πηγάζει, κατάλαβα ότι όλα στην ζωή δεν είναι το χρήμα. Υπάρχει η αγάπη, ο έρωτας, τόσα άλλα όμορφα συναισθήματα που δεν είχα βιώσει ποτέ. Κι έτσι όχι μόνο με άλλαξες, σε ερωτεύτηκα τόσο, που ξέχασα μέχρι και το ότι ήσουν άρρωστος. Μέχρι προχτές το πρωί που ξύπνησες ωχρός! Με τρόμαξες. Φοβήθηκα ότι θα σε χάσω. Προτιμώ να ζήσω μια ζωή με εσένα πάρα μια ξένη…
Ο Αχιλλέας συγκινήθηκε.
– Δεν με είχες προσέξει ποτέ… Είμαι ο γιος του καλύτερου φίλου του Θεμιστοκλή. Από τη πρώτη στιγμή που σε είδα στην επίσημη δεξίωση του αρραβώνα σας, δεν μπορούσα να σε ξεχάσω! Μα ο πατέρας μου, όσο κι αν θαύμαζε την ομορφιά σου, δεν ήθελε κανένα μέλος της οικογένειάς του να μπλέξει μαζί σου. Μέχρι που η αρρώστια μου επιδεινώθηκε και αυτό σε συνδυασμό με το δεύτερο αντάμωμά μας στην κηδεία, με έκανε να πατήσω πόδι. Ξεκαθάρισα του πατέρα μου ότι αν είναι να ζήσω τρεις μήνες, θέλω η μία και μοναδική γυναίκα της ζωής μου να είσαι εσύ! Πώς να χαλάσεις χατίρι σε έναν μελλοθάνατο;
Η Δάφνη ανασηκώθηκε και τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο απορία, σαν να τον ρωτά τι θα γίνει από εδώ και πέρα.
– Θα με παντρευτείς επίσημα; Στην εκκλησία; Είσαι το άλλο μου μισό. Το απέδειξες και έμπρακτα εξάλλου…, είπε κι έδειξε τα ράμματα
Η Δάφνη ξέσπασε σε κλάματα.
– Ναι, ναι, ναι και χίλιες φορές ναι! Θέλω να παντρευτώ κι εσένα και τη φάρμα σου και οτιδήποτε είναι δικό σου και σου αρέσει! Σ’ αγαπώ Αχιλλέα!
Αγγελική Ανδριοπούλου
