4 stagioni web radio, Christmas edition

Η Μάρθα φόρεσε το γαλάζιο κρουαζέ φόρεμα που τόνιζε το πλούσιο στήθος της και το μαυρισμένο κορμί της, έβαλε λίγο άρωμα πίσω από τα αυτιά της, έριξε μία τελευταία ματιά στον καθρέφτη, ένα γελάκι φάνηκε στα καλοσχηματισμένα χείλη της που τα είχε καλύψει με ένα απαλό ροζ κραγιόν, πήρε την λευκή τσάντα της και βγήκε από το σπίτι με τον αέρα της όμορφης και δυναμικής γυναίκας.

Μπήκε στο παλιό ασημί αυτοκίνητό της και ξεκίνησε για την παραλιακή με κατεύθυνση προς την λίμνη της Βουλιαγμένης. Είχε ραντεβού με τον Αντρέα, τον σύντροφό της, έναν επιτυχημένο καρδιοχειρουργό. Ήταν ο έρωτας της ζωής της, τον κοίταζε και έχανε τα λόγια της κάποιες φορές, το είχε παραδεχτεί στον εαυτό της, μέχρι τότε κανένας άντρας δεν της είχε ξυπνήσει τόσα έντονα συναισθήματα και εκείνη είχε αφεθεί στα χέρια του που ήταν τόσο επιδέξια σε ό,τι και να έκανε.

Πάρκαρε στο παρκινγκ και κατέβηκε την μεγάλη κατηφόρα σαν να πετούσε. Η λίμνη φαινόταν από ψηλά ήρεμη, ενώ τα χρώματά της στις αποχρώσεις του μπλε σκούρου και του βαθύ πράσινου γυάλιζαν κάτω από το φως του γεμάτου φωτεινού φεγγαριού. Δεξιά και αριστερά τα δέντρα με τα κλαδιά τους, γύρω γύρω τα στρογγυλά τραπέζια με τα λευκά τραπεζομάντηλα και τα αναμμένα κεράκια στο κέντρο τους.

Είχε φτάσει πρώτη και παρήγγειλε ένα ποτήρι λευκό κρασί περιμένοντας τον αγαπημένο της.
Μπορεί να είχε κάποιο χειρουργείο που να τον καθυστέρησε, σκέφτηκε. Η Μάρθα έδειχνε κατανόηση γιατί ήξερε ότι ο Αντρέας ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους χειρουργούς, εκείνη αντιθέτως είχε την δική της ραδιοφωνική εκπομπή στο τοπικό σταθμό των νοτίων προαστίων “4 stagioni web radio”, με θέματα πολλές φορές εμπνευσμένα από τις εμπειρίες των γύρω της, ήξερε πώς να χτίζει μία ιστορία χωρίς να εκθέτει πρόσωπα και καταστάσεις.

Η ώρα περνούσε και ο Αντρέας δεν έλεγε να φανεί. Ο σερβιτόρος την ρώτησε με διακριτικό τρόπο αν θα ήθελε να παραγγείλει φαγητό, αλλά εκείνη προτίμησε να περιμένει λίγο απολαμβάνοντας το κρασί της. Σε μισή ώρα, ένα δεύτερο ακολούθησε, με τα μάτια της καρφωμένα στην είσοδο ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο κινητό της. Μετά από μια ώρα ακούστηκε ο ήχος του κινητού όταν έρχεται ένα μήνυμα. Με αγωνία το πήρε στα χέρια της, το άνοιξε και άρχισε να διαβάζει…
“Καλησπέρα Μάρθα, το ξέρω ότι αυτή την στιγμή με περιμένεις, αλλά θέλω να σου πω πως δεν θα έρθω στο ραντεβού μας. Συγνώμη, δεν βρήκα το θάρρος να σε αντικρύσω στα μάτια και να σου ανακοινώσω ότι θέλω να χωρίσουμε. Φεύγω για την Αμερική σε λίγες μέρες, μου πρότειναν μία θέση στο καλύτερο νοσοκομείο της Βοστόνης, μία ευκαιρία ζωής που δεν θέλω να την χάσω. Μη με αναζητήσεις. Λυπάμαι…”.

Δεν πίστευε αυτό που διάβαζε, τα μάτια της έγιναν λίμνες στο δευτερόλεπτο και ασυναίσθητα σήκωσε το ποτήρι με το κρασί βρέχοντας τα χείλια της που έτρεμαν από το σοκ. Ένιωσε ένα τεράστιο κενό και έκανε να σηκωθεί για να φύγει. Τα πόδια της δεν την κράταγαν και κάθισε για λίγο να ηρεμήσει. Ζήτησε τον λογαριασμό από τον σερβιτόρο και κίνησε για το αμάξι. Όταν έφτασε στο πάρκινγκ, έριξε μία τελευταία ματιά από ψηλά προς την λίμνη που τόσο αγαπούσε από παιδί σαν να την αποχαιρετούσε, το σίγουρο ήταν ότι δεν θα πήγαινε ποτέ ξανά σε αυτό το μέρος. Για πότε έφτασε στο σπίτι της, που ευτυχώς δεν ήταν μακριά, ούτε που το κατάλαβε. Μπήκε μέσα και κατευθείαν έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Για καλή της τύχη ο ύπνος ήταν σύμμαχός της και βαθύς.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαρύ κεφάλι, με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, τα ρούχα της είχαν γίνει ένα κουβάρι, με το που έβγαλε το φόρεμα, το πέταξε κατευθείαν στα σκουπίδια. Έφτιαξε έναν ελληνικό διπλό καφέ, κάθισε στον καναπέ και άνοιξε το κινητό της με την ελπίδα μήπως είχε λάβει καμία αναπάντητη κλήση από τον Αντρέα. Μάταια περίμενε, έτσι άνοιξε πάλι το μήνυμα να το διαβάσει μήπως δεν είχε καταλάβει κάτι, μήπως είχε κάνει λάθος εκτίμηση των γεγονότων. Με το χέρι που έτρεμε κάλεσε το νούμερό του. ¨Ο αριθμός που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος”. Πόσες φορές το άκουσε; Μία, δύο, τρεις, πενήντα… ούτε που ήξερε! Καμία απάντηση!

Με τα μάτια θολά από το κλάμα βρέθηκε κάτω από το ντουζ, το δροσερό νερό φάνηκε μία προσωρινή λύτρωση και την βοήθησε να συνέλθει για λίγο. Έπειτα τηλεφώνησε στην φίλη της και συνάδελφό της, την Ελένη, και της ζήτησε να περάσει από το σπίτι, να μην μείνει μόνη της. Όταν άνοιξε την πόρτα, η κοπέλα τρόμαξε με την όψη της Μάρθας. Ποτέ δεν την είχε δει τόσο καταβεβλημένη, ούτε τότε που είχε χάσει την μητέρα της.

“Μα τι σου συμβαίνει αγάπη μου; Πώς είσαι έτσι;” ρώτησε με αγωνία
“Ο Αντρέας μου ζήτησε να χωρίσουμε… Κάτσε, φτιάχνω καφέ και έρχομαι να σου τα πω όλα, μήπως εσύ καταλάβεις κάτι παραπάνω από μένα…” απάντησε η Μάρθα

Οι δύο κοπέλες κάθισαν στην βεράντα και οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα της. Η Ελένη δεν πίστευε στα αυτιά της, προσπάθησε να ηρεμήσει την φίλη της, αλλά ήταν τόσο δύσκολο όλο αυτό, πώς να συγκρατήσει τόσα συναισθήματα, τόσα δάκρυα;

“Μα ο Αντρέας είναι καριερίστας, το ήξερες αυτό από την αρχή, έτσι δεν είναι; Ένας άντρας σαν και αυτόν δύσκολα τον δεσμεύει κάτι. Ίσως να είναι για το καλό σου, δεν ξέρεις πού θα κατέληγε αυτή η σχέση, τα χρόνια περνούν αγαπημένη κι εμείς σαν γυναίκες θέλουμε την σιγουριά μας, κάποιον να μας καταλαβαίνει. Αυτό όμως δεν ισχύει για όλους, σωστά;”
“Έχεις δίκιο, αυτό που με θλίβει περισσότερο είναι ο τρόπος, με ένα μήνυμα τα τακτοποίησε όλα. Δεν πάει έτσι όμως. Αυτό με πλήγωσε αφάνταστα!” είπε η Μάρθα σφίγγοντας τα χέρια της δυνατά.
“Άσε τον χρόνο να κάνει την δουλειά του, κι εσύ την δική σου. Για να σε δω τώρα, πόσο έξυπνη είσαι καλή μου! Τι θα εφεύρεις πάλι στις εκπομπές σου!” της είπε κοιτώντας της στα μάτια η Ελένη και άπλωσε τα χέρια της να την αγκαλιάσει. Αμέσως η Μάρθα αισθάνθηκε ανακούφιση και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Στην αρχή περιορίστηκε σε κάποια podcasts. Πήγαινε στην θάλασσα και ό,τι της κινούσε το ενδιαφέρον το σχολίαζε και το δημοσίευε με τον καλύτερο τρόπο. Τα παιδιά που έπαιζαν στην παραλία με τους γονείς τους, ηλικιωμένοι άνθρωποι με τα καπελάκια τους που κάθονταν στις καρεκλίτσες τους ατενίζοντας την θάλασσα, αλλοδαποί που χαίρονταν τον ήλιο κάνοντας πικ νικ, ζευγαράκια που αγκαλιάζονταν μέσα στο νερό. Έτσι πέρασε ο καιρός δουλεύοντας από το σπίτι δίνοντας στον εαυτό της την δυνατότητα να βρει τα πατήματά της και να ηρεμήσει. Σιγά σιγά άρχισε και τις άλλες της δραστηριότητες, λίγη γυμναστική και κανένα καφεδάκι με την Ελένη.

Ο Αντρέας όταν έφτασε στην Βοστόνη, ρίχτηκε στην δουλειά με τα μούτρα για πολλούς λόγους. Γιατί ήθελε να αποδείξει την αξία του, για να αποκτήσει περισσότερη αναγνώριση, αλλά και γιατί ήθελε να ξεφύγει από το κοντινό παρελθόν που τον κυνηγούσε ακόμη. Εγκαταστάθηκε σε ένα διαμέρισμα του 10ου ορόφου σε μία πολυκατοικία κοντά στο νοσοκομείο, το περίφημο νοσοκομείο της Μασαχουσέτης. Μία θέση σαν ασθενή σε αυτό ήταν δυσεύρετη και ο Αντρέας πραγματικά ήταν υπερτυχερός που του πρότειναν αυτή την θέση. Δεν του ήταν εύκολο να πάρει την απόφαση να φύγει γιατί δεν ήταν μόνος. Υπήρχε και η Μάρθα στην ζωή του, μία υπέροχη γυναίκα, όπως την ονειρευόταν, αλλά ήταν και ρεαλιστής. Ήξερε ότι πολλές φορές χρειάζεται να θυσιάσει κανείς πολλά για να πετύχει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του. Και εκείνος ήταν φιλόδοξος! Δεν το έκρυψε ποτέ, έτσι έφυγε από την Ελλάδα σαν κυνηγημένος, σε μία νύχτα μέσα για να αποφύγει δυσάρεστες καταστάσεις. Δεν ήθελε να χάσει την μεγάλη ευκαιρία που του είχε παρουσιαστεί και αν και ήταν σίγουρος ότι η κοπέλα αυτή θα έδειχνε κατανόηση, προτίμησε να φύγει έτσι, να την κάνει να τον μισήσει, για να μην αμφιταλαντευτεί και αλλάξει γνώμη.

Τους πρώτους μήνες δούλευε πολύ σκληρά, ατελείωτες ώρες χωρίς μία μέρα ρεπό. Έφτανε νωρίς το πρωί στο νοσοκομείο για να οργανώσει τις υποχρεώσεις του, να γνωρίσει καλύτερα τους ασθενείς του και ύστερα από ατελείωτες ώρες στο χειρουργείο, έβρισκε μία ή δύο ώρες στα κλεφτά για να κοιμηθεί στο γραφείο του και να πάρει λίγες δυνάμεις. Μετά ακολουθούσε το επισκεπτήριο στους θαλάμους και το βράδυ τον έβρισκε εκεί. Το διαμέρισμά του πρόσφερε μόνο ύπνο, για χαλάρωση ούτε κουβέντα.

Από τον κολλητό του φίλο στην Ελλάδα, τον Νίκο, μάθαινε τα νέα του νοσοκομείου που δούλευε πριν. Μία φορά μόνο, ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο τον ρώτησε για εκείνη, αν την είχε συναντήσει ή αν είχε νέα της. Εκείνος του απάντησε ότι μάθαινε για αυτή από την κοινή τους φίλη και κολλητή της, την Ελένη, ότι σε γενικές γραμμές ήταν καλά και ότι η δουλειά της στον σταθμό ήταν παραπάνω από εξαιρετική. Τίποτε άλλο!

Ο Αντρέας αισθάνθηκε μία νοσταλγία για την ζωή του στην Αθήνα, για τους φίλους του μα πιο πολύ για την Μάρθα. Γνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα της και ήταν σίγουρος ότι θα της έπαιρνε καιρό να συνέλθει. Ήταν μία γυναίκα με ευαισθησίες, όχι σαν τις άλλες που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ή σαν τις νέες του γνωριμίες στην Αμερική.

Τα πρώτα Χριστούγεννα ήταν εφιαλτικά για την Μάρθα. Τα ίδιο και τα δεύτερα και τα τρίτα. Και τις τρεις χρονιές τα είχε περάσει στο στούντιο αφιερώνοντας τις γιορτινές στιγμές της στον κόσμο που ζούσε μόνος είτε από ανάγκη είτε από επιλογή. Μάταια οι φίλοι της την παρακάλαγαν να τους συναντήσει έστω για λίγο, να μοιραστεί ένα ποτήρι κρασί μαζί τους.

Το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο και η επιλογή τους ήταν πολύ προσεκτική, παλιά τραγούδια κυρίως που τα άκουγε από μικρή… o mio signore, Edoardo Vianello, haven’t been in love before, shape of my heart, και το κορυφαίο της Lara Fabian το υπέροχο je t’aime.

Οι περισσότερες χριστουγεννιάτικες ιστορίες αγάπης για τις οποίες μιλούσε, στην αρχή έκρυβαν έναν διακριτικό πόνο σαν και αυτόν που βίωνε και με δυσκολία έκρυβε τον λυγμό από τον λαιμό της. Ευτυχώς πού ήταν μόνη στο δωμάτιο και κανείς δεν μπορούσε να δει τα δακρυσμένα της μάτια. Αργότερα και με τα χρόνια να έχουν περάσει πια, μπορούσε κανείς να διακρίνει μία ελαφριά χαρά και φέτος μόνο αισιοδοξία και ελπίδα. Τελικά είναι θέμα χρόνου να γιατρέψει κανείς τις πληγές του, μόνο που για εκείνη ο χρόνος ήταν αργός. Δεν πειράζει, τα είχε καταφέρει!

Ο Αντρέας είχε φτάσει στο pick της αναγνώρισής του στο νοσοκομείο και είχε έρθει η ώρα να ζητήσει δύο ολόκληρες βδομάδες άδεια για να ξεκουραστεί και να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Έτσι αποφάσισε εκείνα τα Χριστούγεννα να τα περάσει στην Ελλάδα. Πόσο του είχε λείψει η οικογενειακή θαλπωρή και το καλό φαγητό!

Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο, ένας χειμωνιάτικος ήλιος τον υποδέχτηκε, πού τέτοια τύχη να δει ήλιο στο καταχείμωνο στην Βοστώνη. Πήγε κατευθείαν στο πατρικό του όπου η μάνα του τον υποδέχτηκε με την πιο ζεστή αγκαλιά. Σίγουρα θα ήταν τα πιο ήρεμα Χριστούγεννα της ζωής του.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και η Μάρθα είχε ντυθεί με επιμέλεια για να υποδεχτεί το νέο έτος. Ύστερα από πολύ καιρό φόρεσε ένα μαύρο σανέλ φόρεμα, είχε πιάσει τα μαλλιά της σε έναν ελαφρύ κότσο, είχε βάψει τα μάτια της τονίζοντας τις βλεφαρίδες της και ένα κόκκινο κραγιόν φώτιζε το πρόσωπό της. Θα συναντούσε την φίλη της με την παρέα της σε ένα μπαράκι στην Γλυφάδα και δεν της πήγαινε να είναι απεριποίητη.

Η εκπομπή της εκείνο το βράδυ είχε μεγάλη επιτυχία, θα μπορούσε να την είχε κάνει και από το σπίτι, αλλά ήθελε να μείνει στο στούντιο για λίγες ώρες, να βιώσει καλύτερα την διαφορά με τις άλλες χρονιές και να επιβεβαιώσει μέσα της την τεράστια αλλαγή των συναισθημάτων της και της διάθεσής της. Σε κάποια στιγμή το κινητό της χτύπησε, μετά βίας το σήκωσε, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Μάλλον λάθος θα ήταν, σκέφτηκε.

“Σημασία δεν έχουν τα φωτάκια και οι στολισμοί, ούτε τα ωραία φαγητά και τα γλυκά, ούτε τα δώρα…”, είπε με την ζεστή φωνή της. “Να τα έχετε καλά με τον εαυτό σας, να τον αγαπάτε. Αν δεν τον αγαπήσετε εσείς, τότε ποιος άλλος θα το κάνει για σας; Η ζωή κρύβει πολλά καλά και κακά, όλα καλοδεχούμενα. Το πιο σημαντικό είναι ο τρόπος που την αντιλαμβάνεστε και αντιδράτε στα γεγονότα. Όσο πιο γρήγορα τα αποδεχτείτε, τόσο πιο γρήγορα θα πάτε παρακάτω. Αυτά για απόψε αγαπημένοι μου, σας εύχομαι να ζήσετε το θαύμα των γιορτών, απόψε η νύχτα να σας φέρει ό,τι δώρο επιθυμεί ο καθένας σας, εκτός από υγεία που είναι το πιο βασικό να σας γεμίσει με αγάπη! Καλό σας βράδυ!”.

Ο Αντρέας οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην παραλιακή βιαστικά ακούγοντας την εκπομπή της Μάρθας στο ραδιόφωνο. Είχε πολύ κίνηση ο δρόμος, είχε ξεχάσει πως οι Έλληνες βγαίνουν μετά τις 12 για τα κέντρα διασκέδασης και ήθελε να την προλάβει όταν εκείνη θα έβγαινε από το στούντιο. Την κάλεσε στο κινητό της αλλά δεν τόλμησε να της μιλήσει. Θα ήταν καλύτερα να την έβλεπε έστω και από μακριά. Άραγε θα τα κατάφερνε να την κοιτάξει στα μάτια;

Ευτυχώς έφτασε εγκαίρως, βρήκε να παρκάρει λίγο πιο κάτω και στήθηκε στην γωνία κάτω από ένα δέντρο περιμένοντας να βγει. Πραγματικά την θαύμασε για άλλη μια φορά κι ας είχαν περάσει τρία χρόνια από την τελευταία φορά που είχε να την δει. Ήταν πιο όμορφη από ποτέ! Εκείνη έριξε μία ματιά στο κινητό της να δει την ώρα, δεν ήθελε να αργήσει και κίνησε για το αμάξι της. Την στιγμή που ήταν έτοιμη να μπει, άκουσε μια φωνή γνώριμη να την φωνάζει. “Μάρθα…” σαν σε όνειρο έμοιαζε η φωνή του Αντρέα. Μα πόσο πια θα την στοιχειώνει το παρελθόν! “Μάρθα… εγώ είμαι!”. Μία αντρική φιγούρα ξεπρόβαλλε από το δέντρο εκεί στα σκοτεινά. Στην αρχή δεν κατάλαβε ποιος ήταν, μετά από λίγα δευτερόλεπτα τον είδε! Ήταν εκείνος! Δεν πίστευε στα μάτια της, κούνησε το κεφάλι της ελαφρά σαν να ονειρευόταν, το στομάχι της σαν να ανέβηκε στο στόμα της, μία ζαλάδα της ήρθε! Πόσα χρόνια περίμενε αυτή την στιγμή! Είχε σκεφτεί τι θα έκανε αν τον έβλεπε μπροστά της και να που τώρα που συνέβη αυτό που επιθυμούσε, δεν ήξερε τι να κάνει!

“Αντρέα… μα πώς;’’. Οι λέξεις βγήκαν με δυσκολία από τα χείλη της. “Πώς βρέθηκες εδώ;” ρώτησε με μεγάλη απορία.
“Η απόσταση αν και μακριά με οδήγησε εδώ, έξω από την πόρτα σου, κάτω από αυτό το δέντρο…” της είπε με αγωνία περιμένοντας την αντίδραση που επιθυμούσε η ψυχή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε τα χέρια του λέγοντάς της: “Σ\ αγαπώ όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Συγχωρά με, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα!”.

Η Μάρθα νόμιζε ότι ζούσε ένα όνειρο, ότι θα ξύπναγε και θα ήταν όλα όπως πριν. Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του, τα χέρια του την έσφιξαν όσο πιο δυνατά γινόταν και τα χείλη τους ενώθηκαν όχι απαλά αλλά με το πάθος τους να μην έχει σβήσει ούτε μια μέρα. Τα βεγγαλικά γέμισαν τον ουρανό, η νέα χρονιά είχε μόλις μπει κρύβοντας την μεγαλύτερη έκπληξη! Την ΑΓΑΠΗ που νικά τα πάντα!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading