Αντάρα στα βουνά

Η Κρινιώ είχε πάντα μια φλόγα μέσα της, κάτι ατίθασο και ανυπότακτο. Κανείς δεν θα μπορούσε να τη συγκρατήσει – ούτε ο πατέρας της, ούτε οι κανόνες του βουνού. Από μικρή έδειχνε ότι ήταν διαφορετική. Τα μάτια της, σπινθηροβόλα, φανέρωναν μια ψυχή γεμάτη όνειρα και τόλμη. Μόλις δεκαεφτά χρονών, πήρε μια απόφαση που θα την καθόριζε για πάντα.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά για τον Πέτρο. Ο Πέτρος μεγάλωσε στους δρόμους, χωρίς οικογένεια, χωρίς καμία προστασία. Η μάνα του πέθανε στη γέννα, κι ο πατέρας του, ένας άντρας μπερμπάντης, δεν τον ήθελε κοντά του. Καμία μητριά δεν τον κράτησε, κι ο Πέτρος έμεινε μόνος του, μαθαίνοντας να επιβιώνει.
Δεκαεπτά χρονών και εκείνος, θέλοντας να χορτάσει την πείνα του και να βοηθήσει τους αντάρτες που λιμοκτονούσαν στα βουνά, ετόλμησε να κλέψει τρόφιμα από τους Γερμανούς. Πράξη με βαρύ τίμημα. Οι Γερμανοί τον έπιασαν και τον βασάνιζαν για έναν ολόκληρο μήνα. Πέρασε από φάλαγγα, τον έκαψαν από τον λαιμό και κάτω, για να τον κάνουν να μαρτυρήσει πού κρύβονταν οι αντάρτες. Τον άφησαν κουφό από τα χτυπήματα στο ένα αυτί. Μα ο Πέτρος δεν μίλησε, δεν πρόδωσε. Τίποτα δεν είπε. Υπέμεινε τους βασανισμούς.

Σε μια εξόρμηση, οι αντάρτες κατάφεραν να τον απελευθερώσουν. Τον κουβάλησαν στα βουνά, όπου έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος του πολέμου. Ήταν εξαντλημένος και βασανισμένος, αλλά πάλεψε να ζήσει. Εκεί, στα βουνά, γνώρισε την Κρινιώ. Ο πατέρας της, ο Τάκης, είχε χωράφια με καπνά, που συχνά λεηλατούσαν οι αντάρτες. Παρότι ο γέρος αντιδρούσε, η Κρινιώ έκανε τα στραβά μάτια, αφήνοντάς τους να πάρουν ό,τι χρειάζονταν.

Ήταν η μεγαλύτερη και πιο ατίθαση από τα τρία παιδιά του Τάκη. Μέσα στη δίνη του πολέμου, η αγάπη της για τον Πέτρο έγινε το καταφύγιό της. Οι δυο τους συναντιόνταν κρυφά, την ώρα που οι άλλοι έκλεβαν. Άφηναν τα παιδιά ήσυχα. Μες στη σκοτεινιά του πολέμου, η αγάπη δύο νέων, ήταν βάλσαμο στις ψυχές τους.

Η Κρινιώ τον ήθελε με όλη την αθωότητα και την τόλμη της νιότης της, και ήταν αποφασισμένη να κάνει τα πάντα. Η επιθυμία την οδήγησε σε μια απόδραση που έμελλε να γίνει σύμβολο της ίδιας της ζωής της. Είχε φτάσει στο σημείο να σπάσει όλους τους κανόνες, να αφήσει πίσω το σπίτι και τον αυστηρό πατέρα της, και να ακολουθήσει την καρδιά της. Το άλογο του πατέρα της, ο «Αντάρας», ήταν το μόνο που μπορούσε να την οδηγήσει στην πεδιάδα, όπου ο Πέτρος είχε κατέβει όταν τελείωσε ο πόλεμος. Αυτό το άλογο δεν ήταν σαν τα άλλα. Ήταν δυνατό και άγριο, ακριβώς όπως η ίδια η Κρινιώ. Κανείς δεν το είχε τολμήσει να το ιππεύσει. Εκείνη, όμως, δεν δίστασε. Το καβάλησε και το έσκασε για την πεδιάδα μέσα στο σκοτάδι, αφήνοντας πίσω της τη σιωπηλή νύχτα και τον πατέρα της, που δεν πρόλαβε να αντιδράσει.

Ο Πέτρος δεν το περίμενε. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως η Κρινιώ θα έσπαγε το καλούπι του χωριού και της κοινωνίας που την ήθελε υπάκουη. Κυρίως δεν πίστευε πως θα τον επέλεγε, έναν άνθρωπο ρημάδι. Αντί να την υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες, την κοιτούσε σιωπηλός, αποσβολωμένος. Η Κρινιώ, όμως, γεμάτη φλόγα και όνειρα, δεν ήταν καθόλου πρόθυμη να κάνει πίσω για οποιονδήποτε. Ακόμα και για εκείνον.

Η ζωή τους δεν ήταν εύκολη. Ο Πέτρος, που είχε καλές προθέσεις για όλους εκτός από τον εαυτό του, δεν μπορούσε να διαχειριστεί τα πράγματα. Όση αγάπη είχε λάβει, λειψή, άλλη τόση είχε να δώσει – κυρίως για ξένους παρά για την Κρινιώ, την κόρη και τον γιό τους, λες και ο ίδιος δεν είχε δικαίωμα στην ευτυχία. Γρήγορα σκόρπισε το κομπόδεμα της Κρινιώς σε χατίρια και ελεημοσύνες. Ο πόλεμος είχε αφήσει πίσω ανθρώπους ρημαγμένους, και ο Πέτρος δεν μπορούσε να τους αγνοήσει. Έτσι έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του: σκορπιόχερης, γεμάτος παράπονο για όσα δεν μπορούσε να διορθώσει.

Η Κρινιώ, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Δούλεψε σκληρά για να κρατήσει την οικογένειά τους όρθια. Τα χρόνια πέρασαν, και η ζωή της έγινε μια αδιάκοπη μάχη με τις δυσκολίες της φτώχειας. Δούλεψε στα χωράφια, στα συσκευαστήρια, παντού. Οι κακουχίες χάραξαν το άλλοτε όμορφο πρόσωπό της. Το κορμί της έγινε ισχνό, και έτσι ντυμένη πάντα στα μαύρα όπως ήταν κάθε που κατέβαινε για δουλειά στο χωριό, ο κόσμος τη φοβόταν και την φώναζε «Χάρο».

Στάθηκε πάντα στέρεη. Κανείς δεν θα μπορούσε να την κάνει να υποχωρήσει. Ήταν η γυναίκα που είχε ζήσει τη ζωή με την ίδια αδυσώπητη δύναμη που την έφερε ως εκεί, στον αγώνα να κρατηθεί αντάξια της επιλογής της.
Ακόμα και μετά τον θάνατο του Πέτρου, η Κρινιώ δεν έδειξε αδυναμία. Ζούσε μόνη, αθόρυβα και ακόμα πιο σκληρή από πριν. Δεν είχε χρόνο για κλάματα ή για συναισθηματισμούς. Κάθε μέρα της ήταν ένας αγώνας για επιβίωση.
Το βλέμμα της ήταν αυστηρό και ατσάλινο. Ετούτη η σκληράδα της όμως την έφερε σε σύγκρουση με τη ζωή.

Όταν τα παιδιά της πήραν τον δρόμο τους πια, ο χρόνος την τύλιξε στη σιωπή και την απομόνωση. Παρέμεινε στο ίδιο σπίτι, στους ίδιους τοίχους, με την αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω της δεν είχε πια καμία σχέση με τα όνειρα που είχε κάποτε. Κανείς δεν μπορούσε να την πλησιάσει – η δύναμη της μοναξιάς της έγινε αδιαπέραστος τοίχος.

Ένα απόγευμα του Μάρτη, ο Δημήτρης, ο μοναχογιός της Κρινιώς, γύρισε από την Αθήνα να τη δει. Είχε καιρό να πατήσει στο χωριό, με τη δουλειά και την οικογένεια να τον κρατούν δεμένο στην πόλη. Τη βρήκε όπως την περίμενε: καθισμένη στο μπαλκόνι της, με το τσιγάρο στο χέρι και το βλέμμα χαμένο στα βουνά.
«Μάνα, έλα να σε πάρω μαζί μου. Τι κάθεσαι εδώ μονάχη σου; Στην Αθήνα θα έχεις τα εγγόνια σου, θα έχεις παρέα. Εδώ σε τρώει η ερημιά…» της είπε, με τη φωνή γεμάτη παράπονο.
Η Κρινιώ γύρισε και τον κοίταξε με το αυστηρό της βλέμμα, αυτό που πάντα τον έκανε να νιώθει πάλι παιδί. Μα πίσω απ’ την αυστηρότητα, σαν το πρόσωπό της να μαλάκωσε για λίγο.
«Η ζωή μου είναι εδώ παιδί μου. Φύγε, κάνε τη ζωή σου, αλλά άσε με εμένα εδώ. Εδώ είναι το σπίτι μου, το χώμα μου, τα χρόνια μου όλα.»

Ο Δημήτρης έσφιξε τα χείλη. Ήξερε πως η μάνα του δεν άλλαζε γνώμη εύκολα, πως δεν θα έφευγε ποτέ από το σπίτι της. Ήταν δεμένη με το χώμα, με τους τοίχους που είχαν ακούσει τα γέλια, τους καβγάδες και τους αναστεναγμούς της.
«Μάνα, δεν σου αξίζει να μένεις έτσι. Πάμε να ζήσεις λίγο πιο ανθρώπινα, πιο άνετα. Τι θα κάνεις πια μόνη σου εδώ;»
Η Κρινιώ γέλασε πικρά. «Άνετα; Εμένα μ’ έφτιαξε ο Θεός για τα δύσκολα, γιε μου. Τα εύκολα μ’ αφήνουνε αδιάφορη. Τι να κάνω εγώ στην Αθήνα; Να κοιτάω τον τοίχο; Εδώ, με τον καφέ μου και το τσιγάρο μου, έχω συντροφιά. Τα βουνά μιλάνε, ξέρεις. Και θυμούνται.»

Δεν είχε άλλο να πει. Ο Δημήτρης έσκυψε, την αγκάλιασε. Εκείνη τον κράτησε λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο, σαν να ήθελε να του δώσει ό,τι της είχε απομείνει. Ένα χάδι στο κεφάλι, μια ματιά γεμάτη αγάπη.
«Να ‘σαι καλά, παιδί μου. Να ζεις και να γελάς. Κι αν σε ρωτήσουν για τη μάνα σου, να τους πεις πως έκανε πάντα αυτό που ήθελε.»
Ο Δημήτρης έφυγε, αλλά η καρδιά του έμεινε πίσω, σ’ εκείνη τη μικρή αυλή, με το άρωμα του καφέ και τη βαριά ανάσα της μάνας του.

Η Κρινιώ ξανακάθισε στη θέση της, άναψε άλλο ένα τσιγάρο και κοίταξε τα βουνά. Ο ήλιος έπεφτε, τα χρώματα γίνονταν βαθιά, γύρισε το βλέμμα της προς τις κορφές, εκεί όπου κάποτε το είχε σκάσει με τον Αντάρα, γεμάτη όνειρα και θράσος. Χαμογέλασε ελαφρά, ένα χαμόγελο γεμάτο πίκρα και περηφάνια.
«Πάλι εδώ γύρισα, βουνά μου…» ψιθύρισε
Και εκεί, ανάμεσα στις αναμνήσεις και τη σιωπή, άφησε την τελευταία της πνοή.
Έφυγε χωρίς θρήνο και δράμα, ολομόναχη, όπως εκείνη την νύχτα.

Ξεθώριασε στην μνήμη μας, μα η κληρονομιά της όχι. Και κάπως έτσι οι επόμενες γενιές γυναικών κουβαλούσαν μέσα τους το ατίθασο πνεύμα της. Το πνεύμα που κάποτε είχε σφετεριστεί το άλογο του πατέρα της, για να ζήσει με την καρδιά και την ψυχή της, σε έναν κόσμο που δεν είχε θέση για γυναίκες με δύναμη, εκτός αν αυτή η δύναμη είχε την μορφή της Κρινιώς.

Ιφιγένεια Σταμοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading