Μέρες τώρα, στο μυαλό της στριφογύριζε έντονα η ίδια ιδέα, δεν ήταν η πρώτη φορά που το παίδευε αυτό το θέμα. Μα πώς να το πει στην κολλητή της; Εδώ σε θέλω…
– Εύα μου; άλλαξε τον τόνο της φωνής της, σε μία μικρή παύση της κουβέντας τους.
– Ωχ! Καθόλου δε μου αρέσει αυτό το ύφος. Κάτι ετοιμάζεις που δε θα μου αρέσει, ε;
– Καλέ μη χειρότερα! Κάνω εγώ τέτοια;
– Να απαντήσω τώρα εγώ ή να προσπεράσω;
– Εύα μου;
– Το ‘παμε πουλάκι μου αυτό, για προχώρα στο παρασύνθημα.
– Σκεφτόμουν… αυτός ο ξάδερφος της Έφης…
– Το’ ξερα, δε το’ ξερα; Άντε πάλι!
– Μα δε μίλησα!
– Δεν χρειάζεται. Ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά πού το πας!
– Γιατί ρε κορίτσι μου δεν με αφήνεις να…
– Όχι, Χλόη μου! ΟΧΙ! Δεν θέλω κανένα προξενιό κουκλίτσα μου, φτάνει! Δεν βαρέθηκες να το λες; Να προσπαθείς;
– Άσε με να…
– Σουτ, τσουτ, τίποτα, λέξη δεν θέλω για αυτό το θέμα! Δεν τα πάω καλά μάνα μου με τα προξενιά, αποδέξου το να συνεχίσουμε τις ζωές μας! Ούτε εσύ βέβαια το ‘χεις! Δεν είσαι η Γεωργία Βασιλειάδου, πάρ’ το απόφαση να τελειώνουμε!
Η Χλόη, την άφησε να νομίζει ότι κέρδισε την παρτίδα. “Αν εσύ είσαι Πόντια, εγώ είμαι Θρακιώτισσα! Είναι να μη βάλω κάτι στο μυαλό μου εγώ! Άκου δεν το ‘χω με τα προξενιά! Καλαααααά, θα το δούμε αυτό!” σκεφτόταν και στο μυαλό της περνούσαν χίλιες ιδέες, πώς να το κανονίσει.
Η Εύα και η Χλόη ήταν συμμαθήτριες από την δευτέρα δημοτικού, όταν η οικογένεια της Χλόης μετακόμισε στην περιοχή κοντά στο δημοτικό που πήγαινε η Εύα. Αμέσως κόλλησαν. Η Εύα, ένα ψηλό κορίτσι, αδύνατο, με πολύ σγουρά καστανά μαλλιά και γυαλιά, ντροπαλό, λιγομίλητο. Η Χλόη, ένα κοντό, κατάξανθο, κορίτσι, επικοινωνιακό που πλησίαζε εύκολα τους άλλους. Πόσα μοιράστηκαν, πόσα έκαναν μαζί. Σχολικά χρόνια, εφηβικούς έρωτες, απογοητεύσεις, ενηλικίωση, φοιτητική ζωή, βόλτες, βραδινές εξόδους, εκδρομές, ταξίδια. Διαφορετικοί χαρακτήρες. Η Εύα καθόλου εκδηλωτική, με βαθιά και ουσιώδη συναισθήματα παρόλα αυτά, δύσκολα κέρδιζες την αγκαλιά και το σ’ αγαπώ της. Αυτό ήταν και το μόνιμο παράπονο της Χλόης, μια που εκείνη δεν ζούσε χωρίς αγκαλιές. Σαν το φωτεινό αγκαλίτσα, μια κούκλα – κάμπια των παιδικών της χρόνων, που καθώς το έσφιγγες, φώτιζε το κεφάλι του. Έτσι κι εκείνη, φώτιζε μέσα στις αγκαλιές. Των άλλων, γιατί η Εύα, τα χέρια ξύλινα, δεν άνοιγαν τα ρημάδια εύκολα, όμως ήξερε τι ένιωθε η φίλη της, δεν περίμενε την αγκαλιά να της το επιβεβαιώσει. Δεν αντάλλαξαν ποτέ μια άσχημη κουβέντα. Μιλούσαν με τα μάτια, με στίχους από τραγούδια που μόνο οι δυο τους ήξεραν τι σήμαιναν. Είχαν τέτοια ξεχωριστή επικοινωνία, που χτίστηκε με το χρόνο, με αγάπη, νοιάξιμο, στιγμές, αναμνήσεις.
Η Χλόη, παντρεύτηκε σχετικά νωρίς. Η Εύα ήταν εκεί, στην επιλογή νυφικού, στεφάνων, λαμπάδων, τα πάντα. Ήταν εκεί, να απαθανατίζει τις στιγμές, με φωτογραφίες, την μεγάλη της αγάπη, όπως έκανε πάντα. Ήταν εκεί, τη μέρα του γάμου, να αποτυπώνει τις μνήμες σε φωτογραφίες. Όταν το ζευγάρι μπήκε στο νυχτερινό μαγαζί και έπαιξαν οι πρώτες νότες του τραγουδιού που θα χόρευαν, ήταν εκεί να καμαρώνει την φίλη της. Προσπαθούσε να κρύβει πίσω από την φωτογραφική της μηχανή, την συγκίνησή της, τα βουρκωμένα της μάτια, μα δεν ξέφυγε από το βλέμμα της νύφης. “Απόψε, πού να βρίσκεσαι πες μου πού πας και τι κάνεις απόψε…” ακουγόταν ο Ρέμος, το ζευγάρι αγκαλιασμένο χόρευε το ερωτικό τραγούδι και τα βλέμματα των δύο φιλενάδων, αντικριστά, μετέφεραν την ζεστασιά η μία προς την άλλη, καθώς τα κεφάλια τους, έγνεφαν καταφατικά, ρυθμικά, στο ρυθμό του αγαπημένου τραγουδιού της Χλόης.
Οι ρυθμοί άλλαξαν. Η Χλόη έφερε στο κόσμο τον μονάκριβό της, τρία χρόνια μετά τον γάμο της. Ο έγγαμος βίος και η μητρότητα της μίας και η ελεύθερη ζωή της άλλης, δεν είχαν κοινά σημεία επαφής. Μα η αληθινή φιλία, δεν περιμένει την νυχτερινή έξοδο ή τις καθημερινές συναντήσεις για να υφίσταται. Η αληθινή φιλία είναι εκεί, που οι εφήμερες δεν αντέχουν. Η αληθινή φιλία είναι εκεί, που όλες οι γνωριμίες ή οι νέες φιλίες δεν θα φτάσουν ποτέ. Όσο και αν νέοι φίλοι γέμισαν την καθημερινότητα των δύο γυναικών, η δική τους σχέση παρέμενε η ναυαρχίδα στις ανθρώπινες σχέσεις τους. Η Εύα ήταν πάντα εκεί να ακούσει για πεθερές, προβλήματα, γκρίνιες, τσακωμούς, παιδικές αρρώστιες. Η Χλόη ήταν πάντα εκεί να ακούσει για χωρισμούς, πρώην, νυν, γκρίνιες, ζήλειες.
Η Εύα, αναψοκοκκινισμένη, ήταν στην πυλωτή και έψαχνε τα κλειδιά στην τσάντα της. Προσπαθούσε να θυμηθεί τις τελευταίες της κινήσεις. Χθες βράδυ βρέθηκαν με την Χλόη, μα μετά άνοιξε με τα κλειδιά της, μπήκε σπίτι και τα έβαλε στην τσάντα της, όπως πάντα. Το θυμάται πολύ καλά, έκανε την κίνηση. “Μα, τι να έγινε; Και πού στο καλό είναι η μαμά μου και δεν απαντάει ούτε στο θυροτηλέφωνο ούτε στο κινητό;” αναρωτιόταν φανερά εκνευρισμένη. Η επόμενη σκέψη, να καλέσει την φίλη της.
– Χλόη, είμαι έξω από το σπίτι μου και συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει ή χάσει τα κλειδιά μου. Λείπει και η μάνα μου.
– Πού είναι τέτοια ώρα;
– Πού να ξέρω; Ούτε στο κινητό απαντάει. Κοντεύει εννιάμιση το βράδυ. Θα πάρω στον αδερφό μου, μήπως είναι εκεί.
– Κάτσε εκεί που είσαι, σου στέλνω ενισχύσεις.
– Τί ενισχύ… Το ‘κλεισε η παλαβή! Στον αέρα μιλάω!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη της ούτε να καλέσει τον αδερφό της κι ένα μηχανάκι σταμάτησε μπροστά της.
– Γειά σου Εύα. Με πήρε η Χλόη και ήμουν εδώ δίπλα, μόλις είχα τελειώσει μια δουλειά.
Η Εύα, με το κινητό στο χέρι και με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, έμεινε να τον κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
– Γειά σου Νεκτάριε. Στο πρόλαβε η φιλενάδα μου ε;
– Λοιπόν, πάμε, να σου ανοίξω την πόρτα;
– Ναι, ναι, πάμε. Ενώ μέσα της έβραζε και σκεφτόταν ” θα την πνίξω!”.
Σε λιγότερο από λεπτό, ο νεαρός άντρας, άνοιξε την πόρτα και της χαμογέλασε.
– Έτοιμη. Ταλαιπωρία τέλος.
– Σε ευχαριστώ πολύ. Τι χρωστάω;
– Θα κεράσεις έναν καφέ και θα πατσίσουμε.
Να τα, να τα. Κανονισμένα όλα από τον λήσταρχο Νταβέλη. Αν την είχε μπροστά της, θα…
– Ναι, φυσικά, ο καφές δικός μου, μα σε βγάλαμε από τον δρόμο σου, έχασες τον χρόνο σου…
– Ίσα ίσα ο χρόνος μου απόκτησε νόημα…, της είπε, κατέβασε το βλέμμα και τα μάγουλά του πρόδωσαν την ντροπή του.
– Λοιπόν, ευχαριστώ και πάλι…, είπε η Εύα η οποία ήταν πολύ θυμωμένη για να την τουμπάρει εκείνος με ντροπές και γλυκόλογα.
Η Χλόη όταν είδε το όνομά της στην οθόνη του κινητού, πήρε βαθιά ανάσα.
– Έλα, τι έγινε, όλα καλά;
– Εσύ τί λες;
– Σου άνοιξε παιδάκι μου; Είσαι στο σπίτι σου;
– Καλά, δε ντρέπεσαι καθόλου;
– Γιατί να ντραπώ;
– Πού είναι τα κλειδιά μου; Εσύ τα έκλεψες; Δώσε μου την μάνα μου. Εκεί είναι η σουπιά;
– Την παλεύεις; Ποια κλειδιά; Ποια μάνα σου;
– Καλά, καλά, θαρρείς και δε σε ξέρω! Αυτή η επιμονή σου…
– Μύγα Τσε Τσε σε τσίμπησε;
– Να ξέρεις ότι αυτό που έχεις κατά νου, δεν πρόκειται να γίνει που να κοπανιέσαι, πολυμήχανε Οδυσσέα!
Έκλεισε το τηλέφωνο μες στα νεύρα.
“Αυτό που νομίζει ότι ξέρει να ταιριάζει ανθρώπους, έξαλλη με κάνει! Τώρα της καρφώθηκε ο Νεκτάριος. Ο άνθρωπος ντρέπεται και να με κοιτάξει, άσε που είναι μικρότερος, άσε που είναι ξάδερφος της Έφης. Συμμαθήτριες και φίλες, να χαλάσουμε την σχέση ετών. Αλλά η Χλόη; Τον χαβά της, αχχχχχχχχχχχ πόσες φορές πρέπει να της πω ότι δεν μου αρέσουν αυτά τα προξενιά! Τι σκαρφίστηκε η άτιμη!”.
Στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου, δύο παλάμες χτυπούσαν συνωμοτικά μέσα σε φωνές θριάμβου.
– Να ‘σαι καλά κορίτσι μου! Τέτοιο χαϊβάνι που είναι η κόρη μου και δεν βλέπει μπροστά της!
– Κυρία Στέλλα μου, πληγώθηκε πολύ από τον Γιάννη και περνάει μια φάση.
– Τι φάση πια; Δύο χρόνια κοντεύουν!
– Όλα θα γίνουν. Όλα θα πάνε καλά.
– Και για πες μου, αυτός ο Νεκτάριος, είναι καλός ή άδικα θα ακούσω κατσάδα και θα μου το κοπανάει ένα χρόνο;
– Είναι το ιδανικό ταίρι για την Εύα!, απάντησε η Χλόη και χαμογελούσαν ακόμα και τα μάτια της από την χαρά της.
Ο Νεκτάριος ήταν τρελά ερωτευμένος με την Εύα από τότε που πήγε στο λύκειο. Η ξαδέρφη του και τα κορίτσια συμμαθήτριες, δευτέρα λυκείου κι εκείνος από άλλη περιοχή, από άλλο γυμνάσιο, πήγε πρωτάκι. Τον είχε υπό την προσοχή της η ξαδέρφη του, η Έφη, εκτελούσε εντολές των γονιών τους. Στα διαλείμματα μαζί τους, στις εκδρομές. Πάντα ντροπαλός, την κοίταζε και κοκκίνιζε. Ενώ με την Χλόη έκανε χαβαλέ, γελούσαν, με την Εύα ήταν πάντα απόμακρος, μη τυχόν και καταλάβει πόσο ερωτοχτυπημένος ήταν. Εξάλλου εκείνη τότε ήθελε έναν συμμαθητή της. Μέσω της Έφης, μάθαινε κάποια πράγματα, σε δήθεν αδιάφορες συζητήσεις, που εκείνον τον έκαιγαν. Δεν είπε ποτέ σε κανέναν τίποτα. Σε όλη αυτή τη δεκαετία που πέρασε από τότε, ο Νεκτάριος δεν τόλμησε ούτε να την διεκδικήσει, αλλά ούτε και να της πει πώς νιώθει. Έτσι, αντί να τα εκφράσει, τα κρατούσε μέσα του, ηφαιστειακή λάβα. Συχνά, βρίσκονταν σαν παρέα, όλοι μαζί, μα είχε τα τυπικά, σαν φίλος, σαν ο μικρός ξάδερφος της Έφης, σαν τίποτα. Κι ας ήθελε να γίνει τα πάντα. Κι ας φούντωνε κάθε φορά που την έβλεπε και το μόνο που ήθελε, ήταν να την αρπάξει και να την φιλήσει.
Η Εύα, μέσα σε αυτήν την δεκαετία, είχε δύο μεγάλους δεσμούς, πρώτα, δύο χρόνια, στο πανεπιστήμιο, με τον Τάσο και μετά από καιρό, τρία χρόνια με τον Γιάννη, με τον οποίο πίστεψε, ότι είχε βρει το λιμάνι που θα άραζε. Τον γνώρισε στους γονείς της, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ μέχρι τότε με κανέναν από τους δεσμούς της και γνώρισε κι εκείνη τους δικούς του. Ένιωθε πλήρης και πως η ζωή της τα είχε δώσει όλα. Ο Γιάννης ήταν εξωτερικός πωλητής ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ταξίδευε συνέχεια ανά την Ελλάδα, διατηρώντας τους πελάτες της εταιρείας που δούλευε και αναζητώντας καινούργιους. Ήταν ιδιαίτερα εμφανίσιμος, πειστικός χωρίς να πιέζει κανέναν, είχε τον τρόπο του με τους πελάτες του, με τον κόσμο γενικότερα. Όταν η Εύα είχε ελεύθερο χρόνο από το φροντιστήριο που δίδασκε αγγλικά, τον ακολουθούσε. Ήταν ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι, έτσι πίστευε. Μέχρι που τυχαία, ανακάλυψε την διπλή ζωή του Γιάννη. Στην Θεσσαλονίκη, που ήταν και η μητρική εταιρεία όπου εργαζόταν, είχε παραμυθιάσει άλλη μία κοπέλα, που τον ένιωθε το άλλο της μισό. Μοίραζε τον εαυτό του με τρομερή επιτυχία και μεγάλη όπως αποδείχθηκε ευκολία, πληγώνοντας δύο γυναίκες που τον πίστεψαν, που επένδυσαν τόσα αισθήματα πάνω του. Από τότε, δεν εμπιστευόταν εύκολα τους άντρες, προτιμούσε τις γυναικοπαρέες, τις φίλες, ακόμα και την μοναξιά της.
Η Χλόη, που αγαπούσε την παιδική της φίλη σαν αδερφή, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η Εύα έχασε την εμπιστοσύνη της στο ανδρικό φύλο και προσπαθούσε να της προτείνει ανθρώπους που πίστευε ότι της ταιριάζουν. Μα το στριμμένο άντερο, δεν δεχόταν κουβέντα, δε τα μπορούσε αυτά τα “φτιαχτά”, τα προμελετημένα. Την άγχωναν, της προκαλούσαν εκνευρισμό. Ναι, αλλά το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι. Σιγά που θα παρέδιδε τα όπλα τόσο εύκολα η Χλόη! Από καιρό είχε καταλάβει ότι ο Νεκτάριος άλλαζε ύφος όταν τα μάτια του έπεφταν πάνω στη φίλη της. Έπαιρναν μια λάμψη. Τον συμπαθούσε από μικρό. Ήταν ντροπαλός, συνεσταλμένος, μετρημένος, σοβαρός, άνθρωπος εμπιστοσύνης, αυτό που χρειαζόταν η Εύα για να αποβάλει τον δισταγμό που είχε κυριεύσει την ψυχή και το μυαλό της. Όσες φορές όμως της μιλούσε για κείνον, η φίλη της, την κοιτούσε στραβά, έκανε μια χειρονομία τύπου “έλεος, τα έχουμε πει αυτά!” και έκοβε κάθε προσπάθεια. Τον έβλεπε σαν τον μικρό ξάδερφο της Έφης και τίποτα παραπάνω. Έναν φίλο, που ήταν καλό παιδί, πολύ καλός στην παρέα, με χιούμορ, με μεστό λόγο, μα μέχρι εκεί. Δεν θα μπορούσε ποτέ να τον δει ερωτικά, όσο κι αν πάλευε η φίλη της να της τον προξενεύει. Άσε που το παιδί δεν έδειξε ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για κείνη.
Και τώρα, με τις χαζομάρες της φίλης της, δεσμεύθηκε να βγουν για καφέ, να βγάλει την υποχρέωση που με δόλιο τρόπο μπλέχτηκε.
– Θα έρθεις και συ, δεν ακούω κουβέντα!
– Δεν μπορώ, είναι άρρωστο το παιδί.
– Μα δεν κανονίσαμε ακόμα πότε θα βγούμε.
– Ε θα είναι άρρωστο το παιδί.
– Τι να σου πω ρε κοπελιά! Τα ‘κανες, άντε μη πω τι τα ‘κανες και με αφήνεις μόνη!
– Άντε ρε βγες με ένα αρσενικό, να ξελαμπικάρεις λίγο!
– Σιγά το αρσενικό ρε! Το μικρό, ο Νεκτάριος, άσε με!
Πήγε είκοσι λεπτά νωρίτερα στο σημείο του ραντεβού. Ήταν πολύ αγχωμένος. Ήθελε να εξελιχθούν όλα τέλεια. Έκανε πρόβες τι θα πει, πώς θα τα πει, πού θα σταθεί, τα πάντα. Όταν την είδε να έρχεται, να ανεμίζουν οι μπούκλες της στο φύσημα του ανέμου, να κινείται το φόρεμα στο ρυθμό των βημάτων της, τα ξέχασε όλα.
– Γεια σου Νεκτάριε. Περίμενες πολύ;
– Ήρθα λίγο νωρίτερα η αλήθεια. Κι εσύ όπως, πάντα, συνεπής στα ραντεβού σου.
– Πού θέλεις να πάμε;
– Το αφήνεις επάνω μου; Έχεις περιορισμό χρόνου;
– Ναι, γιατί όχι; Περιορισμό χρόνου; Όχι, δεν έχω…, του απάντησε, μα δεν ήταν και πολύ σίγουρη για την απόφασή της. Την οδήγησε στο αμάξι του, που το είχε παρκάρει πολύ κοντά. Της άνοιξε την πόρτα, έβαλε Μητροπάνο στο cd, που ήξερε ότι ήταν η αδυναμία της και λίγα λεπτά μετά, έφτασαν στο καφέ, που πήγαινε η κοριτσοπαρέα όταν ήταν φοιτήτριες και περνούσαν ατελείωτες ώρες εκεί.
– Πού το θυμήθηκες αυτό το μέρος;
– Έχω ακούσει αρκετές ιστορίες από όλες σας για αυτό το στέκι.
Ένιωσε πολύ γρήγορα οικεία η Εύα. Σε αυτό δεν βοήθησε μόνο το μέρος. Κυρίως ο Νεκτάριος ήταν αυτός που την έκανε να χαλαρώσει, να είναι ο εαυτός της. Είπαν πολλά, θυμήθηκαν ακόμα περισσότερα, γέλασαν. Τέτοια απόλυτη, ιδανική επικοινωνία, μόνο με την Χλόη είχε μέχρι τώρα. Την εντυπωσίασαν οι γνώσεις του γύρω από πολλά θέματα, που δεν το περίμενε, το πάθος με το οποίο μιλούσε για ό,τι τον ενδιέφερε, όπως για τα γλυκά που ήταν η μεγάλη του αγάπη. Δεν ήθελε να μείνει για πάντα στο μαγαζί του μπαμπά του και να κάνει τον κλειδαρά. Δεν τον γέμιζε. Μάζευε χρήματα για να ανοίξει το δικό του ζαχαροπλαστείο, όπως το ονειρευόταν. Τον ήξερε τόσα χρόνια, βρίσκονταν στην ίδια παρέα τόσο συχνά, μα δεν ήξερε τίποτα για εκείνον τελικά. Μπροστά της είχε έναν γοητευτικό άντρα, είκοσι έξι χρονών κι όχι ένα μικρό, άγουρο αγόρι όπου τον είχε κατατάξει όλα αυτά τα χρόνια. Σα να ξανασυστήθηκαν ένιωσε και σίγουρα ότι τον είχε αδικήσει μέχρι τώρα. Όταν την γύρισε σπίτι, πήρε το χέρι της, το έσφιξε μέσα στο δικό του, την ευχαρίστησε για την όμορφη βραδιά, της χαμογέλασε κι έφυγε.
Όλη τη νύχτα, δύο σώματα ξαπλωμένα σε ξεχωριστά κρεβάτια, σε διαφορετικά σπίτια, λαχταρούσαν να ενωθούν. Όλη τη νύχτα, δύο καρδιές χτυπούσαν αλλόκοτα, η μια για την άλλη. Όλη τη νύχτα, δύο μυαλά δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτα άλλο, παρά μόνο, ο ένας τον άλλον. Εκείνος είχε κατασταλάξει χρόνια, ήξερε τι ήθελε. Η Εύα όμως ήταν σοκαρισμένη. “Τελικά καλά λένε, κάποιες φορές έχουμε μπροστά μας, το ιδανικό για μας και δεν το βλέπουμε. Μητροπάνο στο cd, ραντεβού στο παλιό στέκι, ευγενικός, με μια ζεστασιά που την ένιωσα αμέσως και με αυτόν τον τρόπο που με κοιτούσε, Θεέ, με έκανε να ανατριχιάζω! Πώς δεν τον έβλεπα τόσα χρόνια;”
Βυθισμένη στις σκέψεις της, ο θόρυβος του μηνύματος, την τρόμαξε.
“Κοιμάσαι;”
“Όχι”
“Σε σκέφτομαι”
“Κι εγώ”
“Πέρασα τόσο όμορφα μαζί σου σήμερα”
“Κι εγώ μαζί σου Νεκτάριε”
“Ήθελα τόσο πολύ να σε φιλήσω”
“…….”
“Σε θέλω σα τρελός”
“Νεκτάριε”
“Από τότε που σε γνώρισα, στο λύκειο”
“Τι λες;”
“Την αλήθεια, επιτέλους. Δεν αντέχω άλλο να σε έχω τόσο κοντά μου και να μην είσαι δική μου”
“Μα…”
“Είμαι κάτω από το σπίτι σου”
“Δεν μιλάς σοβαρά!”
“Σε παρακαλώ, κατέβα!”
Το φως της οικοδομής άναψε. Την είδε να κατεβαίνει.
– Είσαι τρελός τελικά! Είμαι με τις πιτζάμες!
– Είμαι τρελός για σένα! Είσαι τόσο όμορφη, ό,τι κι αν φοράς!
– Μα, τόσα χρόνια…
Δεν πρόλαβε να πει άλλη λέξη. Την τράβηξε πάνω του και τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί, που εκείνος φανταζόταν χρόνια κι εκείνη τις τελευταίες ώρες. Δεν ήθελε να πάρει τα χείλη του από τα δικά της. Τα μάτια του βυθίστηκαν στο βλέμμα της, τα χέρια του άγγιζαν τα μαλλιά της, το δέρμα της, γευόταν το φιλί της, ρουφούσε την μυρωδιά της. Αν ήταν όνειρο, ας μη ξυπνούσε ποτέ. Αν ήταν αλήθεια, ας πάγωνε ο χρόνος. Η Εύα, έλιωσε στην αγκαλιά του. Όταν κάποια λεπτά μετά, βρήκαν τις ανάσες τους, ο Νεκτάριος πήρε το χέρι της, το ακούμπησε στο μέρος της καρδιάς του και της είπε με ολάκερο το καρδιοχτύπι του κόσμου, “μου έκλεψες την καρδιά, χρόνια τώρα, δεν θέλω να χάσω ούτε μια μέρα πια, θέλω να είμαστε συνέχεια μαζί, όχι όμως σαν φίλοι” και χαμήλωσε το βλέμμα.
– Τι έπαθες ξαφνικά;
– Τόσα χρόνια, όπως πήγες να πεις πριν, σε βλέπω αγκαλιά με άλλους, σε φαντάζομαι να κάνεις έρωτα μαζί τους…
Η φωνή του λύγισε. Ένας σπαραγμός έβγαινε στα λόγια του.
– Σσσσσσσσ. Τώρα είμαι εδώ. Κοίταξέ με. Είμαι δική σου.
Ο Νεκτάριος σε κλάσματα δευτερολέπτου μεταμορφώθηκε. Την έσφιξε πάνω του, την σήκωσε και έκαναν σβούρες μαζί.
– Σιγά μωρό μου, σιγά, θα με ρίξεις!
Σταμάτησε απότομα τις σβούρες εκείνος.
– Πώς με είπες;
– Μωρό μου! είπε ξανά, πιο δυνατά η Εύα και τον φίλησε.
Όταν με χίλια ζόρια τραβήχτηκε ο ένας από την αγκαλιά του άλλου και χωρίστηκαν, η Εύα πήρε τηλέφωνο την Χλόη.
– Τι έγινε; Έπαθε τίποτα η κυρία Στέλλα;
– Όχι. Συγνώμη για την ώρα, ζήτα συγνώμη και από τους άντρες σου.
– Άσε τις συγνώμες ρε και λέγε τι έγινε.
– Είμαι ερωτευμένη!
– Ωπααααα! Δεν πιστεύω να εννοείς με το… “μικρό, σιγά το αρσενικό”;
– Έλα, σταμάτα!
– Να σταματήσω; Δεν άρχισα καν κυρία μου!
– Χλόη, θα κλείσω το τηλέφωνο!
– Εύα, χαίρομαι τόσο πολύ! Είμαι σίγουρη φιλενάδα, ότι αυτός είναι ο “ένας”!
– Και δεν θα πεις “στα έλεγα εγώ”;
– Θα πω μόνο ότι σε αγαπώ και ότι αξίζεις κάθε ευτυχία.
– Συναισθηματικό εκβιασμό μου κάνεις, αλλά… αλλά κι εγώ σε αγαπώ φιλενάδα κι ας μη στο λέω, ενώ θέλεις να το ακούς.
– Το ξέρω… Κι ας μη το λες.
Η Εύα ήταν η πιο όμορφη νύφη που είχαν δει τα μάτια της Χλόης. Πίσω εκείνη, καθώς άλλαζε τα στέφανα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα. Δίπλα στον Νεκτάριο ο γιός της παραγαμπράκι και απέναντί της, ο βράχος της, ο άντρας της να τους καμαρώνει.
Απλή η ευτυχία. Και την ζούσαν όλοι μαζί εκείνες τις στιγμές. Η φωτογραφία με το νεόνυμφο ζευγάρι, τους κουμπάρους και το παραγαμπράκι στόλισε μια γωνιά του τοίχου στο σαλόνι της Χλόης, που δεν έβαζε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια. Περίμενε αυτήν ακριβώς την κορνίζα, με αυτά τα λαμπερά χαμόγελα να αποτυπώνει για πάντα την φιλία που έγινε κουμπαριά, που θα ήταν πάντα οικογένεια. Ολόκληρη ζωή είχαν μπροστά τους, να γεμίσουν πολλά άλμπουμ, μα κυρίως το χρονοντούλαπο της ζωής τους, με στιγμές απόλυτης ευτυχίας και πολλές αγκαλιές. Η Εύα, είχε πια δύο φωτεινούς αγκαλίτσες στη ζωή της, τι να έκανε! Μην ακούτε αυτά που λένε ότι δεν αλλάζουν οι άνθρωποι.
Χρυσούλα Καμτσίκη
