Ο Ίκαρος Έπεσε Στην Αγκαλιά Μου
Τέλος Χρόνου
Μέρος 3 – Φινάλε
Άγγελος
«Καλή χρόνια, Άγγελε!» λέει και τα μάτια της έχουν υγραθεί.
Το κρεμαστό που μου είχε κάνει δώρο η Ζωή, βρίσκεται στον λαιμό της. Τα ερωτήματα γεννούνται ολοένα και περισσότερα. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω, ούτε τι να σκεφτώ. Τουλάχιστον, επιβεβαιώνονται όλες μου οι υποψίες. Την ξέρω από κάπου.
«Ποια είσαι γαμwto;»
Θέλω στα αλήθεια να μάθω;
«Η γιατρός που σε ανέλαβε εκείνο τον Μάρτιο στο νοσοκομείο. Είχες έρθει αναίσθητος και με πολύ σοβαρά εγκαύματα. Η αλυσίδα σου είχε κάνει σημάδι από την θερμοκρασία που είχε αναπτύξει»
«Δεν μπορεί!» κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά.
«Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες να μάθεις τι πραγματικά κάνω στην ζωή μου. Ορίστε η απόδειξη! Μπροστά σου!» μου πιάνει τα χέρια αναγκάζοντάς με την κοιτάξω όσο και αν δεν μπορώ μετά από όσα ξεστόμισα. «Ξέρω πως η φωτιά αφήσε ανεπανόρθωτα σημάδια στην πλάτη σου. Σημάδια που κάνουν την πλάτη σου να μοιάζει σαν να έχει φτερά» λέει ψιθυριστά σαν να μοιράζεται ένα μυστικό μαζί μου.
Έχει δίκιο. Η φωτιά άφησε σημάδια στην πλάτη λες και είναι φτερά αγγέλου. Μόνο που αυτά που έχω εγώ δεν είναι όμορφα.
«Δεν είναι ότι δεν ενδιαφέρομαι…» πώς θα το πω αυτό που σκέφτομαι; «Είναι πως αν μάθω περισσότερα θα μου αρέσεις κάπως. Και είναι δύσκολο να σκοτώνεις κάτι που σου αρέσει. Είναι παράλογο το να σε ερωτευτώ» τραβάω τα χέρια μου μακριά από τα δικά της και τινάζομαι από την καρέκλα.
Τα πυροτεχνήματα δεν έχουν σταματήσει ακόμη.
«Γιατί;»
«Γιατί ερωτεύομαι την τελειότητα» λέω θυμωμένα.
«Καλό αυτό» λέει ανακουφισμένη. «Δεν θα ερωτευτείς ποτέ εμένα»
«Και όμως. Ερωτεύτηκα κάποτε κάποια σαν εσένα»
Τα μάτια της τρέχουν σαν ποτάμι που κοντεύει να ξεχειλίσει.
«Κάνε το! Τώρα που μπορείς»
Είναι τρελό το πόσο αποφασισμένη φαίνεται. Πάει ως το μπαούλο που εξυπηρετεί ως τραπεζάκι στο σαλόνι και το ξεκλειδώνει με μανία. Βγάζει από μέσα το όπλο μαζί με έναν σιγαστήρα. Έρχεται κατά πάνω μου με φόρα, βάζοντάς μου το στο χέρι. Δεν την αναγνωρίζω.
«Τι περιμένεις; Πες μου! Τι περιμένεις; Να με πιάσεις στον ύπνο;». Τα χέρια της έχουν σφιχτεί σε δυο γροθιές και με βαράει με αυτά στο στήθος. Κάνω βήματα πίσω σαν δειλός. Η έκρηξή της είναι τόσο τρομαχτική, που δεν σταματάει. «Αφού αυτή θα είναι η κατάληξή μου γαμwto! Να πληρώσω για τις αμαρτίες των γονιών μου!». Αρχίζει και με χτυπάει στο πρόσωπο, σπρώχνοντάς με ξανά και ξανά.
Είμαι σαν κόκκινο πανί για εκείνη. Τα λόγια της μπερδεύονται στο κεφάλι μου και η θερμοκρασία του σώματός μου ανεβαίνει.
«Σταμάτα! Πάψε! Μην μιλάς!». Την αρπάζω από το μπράτσο στριμώχνοντάς την στον τοίχο όπου με έσπρωχνε μέχρι πριν λίγο. Εντελώς ασυναίσθητα την σημαδεύω στο κεφάλι με τρεμάμενα χέρια. Το σώμα της τρέμει όπως και τα χέρια μου.
Δεν πιστεύω ότι συμβαίνει αυτό! Ότι φτάσαμε εδώ. Κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι πως πρέπει να το κάνω να συμβεί. Είναι μονάχα μια στιγμή. Και εκεί που νομίζω πως μονάχα το σκέφτομαι, νιώθω τον δείκτη μου να έχει πατήσει την σκανδάλη. Και σιωπή. Δεν τολμάω να ανοίξω τα μάτια μου, γιατί φοβάμαι τι θα αντικρίσω. Πρέπει να βρω το σθένος να τα ανοίξω.
Πεταρίζω τα μάτια μου και η Ελευθερία είναι σε μια γωνία, με τα μάτια σφιχτά σαν να περιμένει το τέλος. Τελευταία στιγμή, το χέρι μου άλλαξε κατεύθυνση ρίχνοντας στο κενό.
Πετάω το όπλο κάτω και την πλησιάζω.
«Άνοιξε τα μάτια σου! Σε παρακαλώ! Είσαι καλά! Είσαι εντάξει! Είσαι ασφαλής!» την παίρνω αγκαλιά με όλη μου την δύναμη και εύχομαι να μπορούσα να πάρω πίσω την απόφασή μου να την παντρευτώ. Να μην διψούσα για εκδίκηση, να μην ήθελα περισσότερα από όσα είχα. Να μην ήθελα να αποδείξω πως μπορώ να παρατείνω τους Δέλτα.
«Γιατί δεν νιώθω τίποτα από τα παραπάνω;» συνεχίζει να κλαίει με αναφιλητά και δεν μπορώ να την ακούω έτσι.
«Κοίταξέ με!» της λέω καθώς στις παλάμες μου έχω το πρόσωπό της.
Και αυτό κάνει. Με κοιτάει τόσο έντονα που νιώθω να πιάνει το βάθος από τα απολιθώματα της ψυχής μου. Δεν αντέχω άλλο. Κάνω το πιο αναπάντεχο πράγμα από την αρχή της χρονιάς κιόλας.
Την φιλάω.
Δεν είναι ένα απλό φιλί. Είναι αμοιβαίο και το νιώθω να καίει. Να αφήνεται και να μας παρασέρνει. Δεν διστάζει να σύρει τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά μου. Ένα πράσινο φως για όλα τα κόκκινα που φαίνεται ότι θα ακολουθήσουν.
Λύνω την κοτσίδα της και όλο το άρωμά της εξαπλώνεται στην ατμόσφαιρα. Συνεχίζουμε να φιλιόμαστε με την ίδια ένταση. Σαν να μην μισιόμαστε. Σαν να πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου. Τα χέρια μου σταματάνε να περιορίζονται. Κινούνται σε όλη την επιφάνεια του κορμιού της. Από τον λαιμό της, στο στήθος της, στην μέση της και με τα τακούνια που φοράει την βοηθάνε να φτάσει ως τον λαιμό μου.
Το φόρεμά της όλο και ανεβαίνει. Όσο συμβαίνει αυτό, εγώ χάνω κάθε πιθανότητα να αντισταθώ. Δεν με νοιάζει ούτε το φαγητό, ούτε το ποτό. Ρίχνω μια στο τραπέζι σκορπίζοντας τα πάντα κάτω με έναν δυνατό θόρυβο. Εκείνον του σπασίματος.
Δεν δείχνει να το μετανιώνει. Με βοηθάει να βγάλω το πουκάμισο από πάνω μου. Δεν χάνουμε χρόνο με το να βγάλουμε το φόρεμά της. Μπορεί να γίνει και αργότερα αυτό. Η μυρωδιά της έχει κάτι το εξωτικό. Κάτι από κάκτο και τριαντάφυλλο. Φιλάω κάθε σημείο του κορμιού της στο οποίο έχω πρόσβαση και τα βογκητά που βγαίνουν από το στόμα της μου λένε να μην σταματήσω. Μετά από καιρό νιώθω πως γεύομαι το φως. Είναι περίεργη η ελευθερία που νιώθεις όταν πλησιάζεις τον ήλιο και δεν υπάρχει τίποτα να σε σταματά. Ούτε καν η πτώση.
***
Δεν λέμε τίποτα εδώ και ώρα. Ξημερώνει σιγά σιγά και η πρώτη μέρα του χρόνου μας υποδέχεται γυμνούς στο κρεβάτι δίχως να ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε.
Τινάζομαι από τον ήχο του κινητού. Παρακαλάω από μέσα μου να μην αφορά την δουλειά την οποία είχα να ολοκληρώσω, γιατί δεν έχω αποτέλεσμα.
Πράγματι, ο αριθμός που με καλεί δεν έχει καμία σχέση με την δουλειά. Είναι ο αριθμός της κλινικής στην οποία νοσηλεύεται η Ζωή. Ποτέ δεν με έχουν καλέσει. Όλα τα θέματα μαζί τους, διακυβεύονται μέσω αλληλογραφίας.
«Παρακαλώ;» απαντάω ψυχρά, ενώ μέσα μου βράζω για αυτό που έχουν να μου πουν.
«Κύριε Δέλτα;» ακούγεται μια γυναικεία φωνή.
«Ο ίδιος» δεν χάνω χρόνο.
«Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ημέρας, αλλά πρέπει να σας ενημερώσουμε πως πλέον δεν θα χρειαστεί να καλύπτετε τα ιατρικά έξοδα της κυρίας Ζωής Παπαδόπουλου. Η οικογένειά της αποφάσισε να μην της παρέχεται πλέον ιατρική υποστήριξη μέσω μηχανημάτων. Έτσι, δεν είναι πια στην ζωή»
Δεν χρειάστηκε να ακούσω τίποτα άλλο. Αυτό ήταν αρκετό για να κλείσω το τηλέφωνο και να το πετάξω στον τοίχο με δύναμη. Δεν με ελέγχω και βγαίνει στην επιφάνεια ο αληθινός μου εαυτός. Αυτός που δεν έχει καμία σχέση με τον Άγγελο που είχε η Ελευθερία μέχρι προ λίγο. Τώρα είμαι ο Ίκαρος. Εκείνη η φιγούρα, η τόσο περίεργη, τόσο στυγνή που λίγο πριν πέσει δεν την νοιάζει να καταστρέψει τον κόσμο όλο.
«Τι έγινε;» ακούγεται η φωνή που δεν θέλω να ακούω αυτή την στιγμή. Δεν θέλω να υπάρχει, διότι φοβάμαι για ό,τι μπορεί να συμβεί.
«Μην μιλάς! Δεν θέλω να ακούω, δεν θέλω να σε βλέπω! Φύγε!» τσακίζω στο πέρασμά μου ό,τι βρίσκω μέχρι να φτάσω τόσο κοντά της.
Δεν φεύγει. Δεν κινείται. Έχει ανασηκωθεί στο κρεβάτι και περιεργάζεται τον άλλο μου εαυτό.
Αναπνέω βαριά με τις γροθιές μου σφιχτές και θέλω τόσο πολύ να συνεχίσω το ξέσπασμά μου κάπου.
Σηκώνεται αργά, φορώντας την ρόμπα της και παρακαλάω να ξεκουμπιστεί το γρηγορότερο δυνατόν. Με το δεξί της χέρι σπάει την αλυσίδα που κρέμεται από τον λαιμό της, πετώντας την κάτω.
«Δεν αγαπούσες την Ζωή για αυτό που ήταν, αλλά για αυτό που γινόσουν εσύ δίπλα της. Κρίμα που θα παραμείνεις ένας δειλός για πάντα» λέει πριν εξαφανιστεί και αυτό είναι το χειρότερο πράγμα που μου έχουν πει ποτέ.
Σε Αδιέξοδο
Ελευθερία
«Ελευθερία! Ελευθερία!» φωνάζει πίσω μου καθώς φεύγω από το δωμάτιο που μέχρι πριν λίγο κάναμε έρωτα. Δεν είναι φωνές από παρακάλια, δεν είναι μία μετανιωμένη φωνή. Είναι απόκοσμη. Είναι συντριπτική και δείχνει απελπισία.
Του αξίζει.
«Τι; Θες να πιαστείς από εμένα μέχρι κάποιος από εσάς να με βγάλει από την μέση μια και καλή;»
«Θέλω να πιαστώ από εσένα χωρίς να χρειαστεί να βγεις από την μέση» λέει με την αλήθεια να φτάνει στα μάτια του.
Έχει ξανά παραδεχτεί πως χρειάζεται κάποιον;
«Δεν ξέρω τι θες από εμένα» είμαι μπερδεμένη όπως και η ιστορία μας.
«Εσένα. Αυτό που μπορείς να μου δώσεις, Ελευθερία»
«Δες ποιο είναι το αποτέλεσμα της εκδίκησής σου. Να μισήσεις αυτό που είσαι. Σε μισείς, Άγγελε και εγώ δεν θα γίνω το φάρμακο κανενός. Ειδικά τώρα, στον μεγαλύτερό σου πόνο. Δεν θα κάνω την αντικατάσταση μέχρι να τελειώσεις την αποστολή σου» ξεχειλίζω από θυμό και ξέρω πως έχω δίκιο. Όμως δεν θέλω να κάνω την αντικατάσταση.
«Όσο καιρό ήταν η Ζωή σε κώμα, ποτέ δεν κοίταξα άλλη, ποτέ δεν πήγα με άλλη. Αυτό δεν σου λέει τίποτα;» προσπαθεί να με πείσει.
«Ναι, μου λέει. Ήσουν πολύ απασχολημένος με το να σκοτώνεις κόσμο και να βγάζεις λεφτά και έμενες με την ελπίδα πως η Ζωή θα γινόταν καλά και θα μπορούσε αυτή η μια στάλα καλοσύνης που είχες όταν ήσουν μαζί της, να έβγαινε στην επιφάνεια»
«Βγήκε όμως μαζί σου» λέει τόσο σιγανά που ίσως και να μην ήθελε να το ξεστομίσει.
«Θα τα παρατούσες όλα;» τον ρωτάω.
Τα χείλη του, αυτά τα χείλη που με φιλούσαν με τόσο πάθος, γίνονται μια λεπτή γραμμή. Το σκέφτεται, το αναλογίζεται και μάλλον δεν του ταιριάζει. Δύσκολο πράγμα η πτώση, όταν έχεις την ψευδαίσθηση πως είσαι ψηλά.
«Δεν ξέρω αν μπορώ» η αμφιβολία είναι αδιαμφισβήτητα χαραγμένη στο μυαλό του.
«Εγώ σίγουρα δεν μπορώ έτσι. Κάνε ό,τι νομίζεις. Εγώ πρέπει να σώσω τον εαυτό μου»
Το ένστικτο της επιβίωσης είναι σε πρωταρχικό ρόλο. Και το μέσα μου φωνάζει τρέξε να σωθείς όσο είναι νωρίς. Φοβάμαι που δεν ξέρω αν μπορώ να τον εμπιστεύομαι. Όμως έχω δει πώς είναι και οι δύο του εαυτοί και δεν ξέρω ποιος μπορεί να υπερτερήσει. Ο Άγγελος ή ο Ίκαρος;
«Θα φύγεις;» ρωτάει τρομαγμένος.
«Θα με σταματήσεις;»
«Θα πρέπει να βρω έναν τρόπο» με πλησιάζει απειλητικά χωρίς να ξέρω τι σημαίνει αυτό.
«Μην! Μην με πλησιάζεις!»
Χρειάζομαι χώρο να διαχειριστώ τα συναισθήματά μου και νιώθω να πλησιάζει επικίνδυνα κοντά μου παίρνοντας το οξυγόνο μου. Κόβοντάς μου την ανάσα που πρέπει με κάποιον τρόπο να βρω να πάρω πίσω.
Άγγελος
Οι καμπάνες χτυπάνε με έναν ρυθμό πολύ βαρύ, που κάνει τα πουλιά να ξεσηκωθούν από τα άδεια κλαδιά των δέντρων που έχουν αδειάσει από τον βαρύ χειμώνα.
Το μαύρο φέρετρο μπαίνει με αργούς ρυθμούς βαθιά στο χώμα. Δυο κηδείες πάει πολύ σε έναν μήνα. Τα συλλυπητήρια ακούγονται μουντά και περιττά.
Πρώτα η κηδεία της Ζωής και μετά της γυναίκας μου.
Ήταν ατύχημα. Έτσι καταγράφηκε. Εγώ έλειπα από το σπίτι και η Ελευθερία είχε ξεχάσει κάποια κεριά αναμμένα. Έπιασαν φωτιά μερικά αντικείμενα, μέχρι που η φωτιά επεκτάθηκε σε όλο το σπίτι. Δεν έμεινε τίποτα. Η σύζυγός μου κοιμόταν. Όλα κάρβουνο. Ούτε η Ελευθερία δεν αναγνωρίστηκε και έγιναν όλα με συνοπτικές διαδικασίες.
Ήταν ατύχημα, λέω ξανά.
Μετά από όσα έγιναν, δικαιούμαι μια διακοπή από την κόσμο. Οι διακοπές μου θα ξεκινήσουν. Σε ένα μικρό νησί του Ινδικού Ωκεανού, στην Σρι Λάνκα. Εκεί ίσως να μπορέσω επιτέλους να απολαύσω την ελευθερία μου, αφήνοντας για λίγο τον Ίκαρο πίσω.
Τέλος.
Έξω Από Το Κλουβί
Ελευθερία
Τέλος;
Αν είχαμε τίτλους τέλους, θα υπήρχαν κρυμμένες σκηνές σε αυτό το σενάριο. Ξέρω πως οι περισσότεροι από εσάς με θεωρείται νεκρή. Δεν είμαι, αν και θα μπορούσα. Είμαι ασφαλής μέχρι να καταλάβει κάποιος πως τελικά υπάρχω. Ο Άγγελος μου υποσχέθηκε πως αυτό δεν θα συμβεί. Και για την ώρα το σχέδιό του λειτουργεί. Το κάνω εγώ να λειτουργεί και όσο κι αν και πιστεύει πως τα έχει όλα υπό έλεγχο, για μια φορά μου αξίζει να κανονίσω εγώ για το τι θα συμβεί.
Η ιδέα του έπιασε. Ζήτησε χρόνο για να διαπράξει το υποτιθέμενο τέλειο έγκλημα. Θα κινούσε υποψίες αν με έστελνε στον άλλον κόσμο τόσο νωρίς. Έτσι μια υποτιθέμενη πυρκαγιά στα μέσα του μήνα ενώ έλειπε, ήταν το τέλειο σχέδιο. Φυσικά εγώ δεν υπήρξα ποτέ μέσα. Είναι απίστευτο για πότε σου φέρνουν ένα καμένο πτώμα στο σπίτι από τα αζήτητα αν πληρώσεις καλά. Μην ξεχνάνε πως είμαστε στο Μεξικό. Ή καλύτερα, ήμασταν στο Μεξικό.
Τα διαβατήριά μας είχαν ήδη φτιαχτεί ξανά από την αρχή. Έπρεπε να ξεχάσω την Ελευθερία και να ταξιδέψω σαν να είμαι μια άλλη.
Δεν ήξερα λεπτομέρειες για το ταξίδι. Όσα λιγότερα ήξερα τόσο το καλύτερα και πλέον δεν είχα άλλη επιλογή από αυτήν της εμπιστοσύνης.
Ένα μικρό νησί με το όνομα Σρι Λάνκα θα ήταν το καταφύγιό μας για τους επομένους μήνες. Αυτό θα συνέβαινε αν αποφάσιζα να μείνω σε αυτό. Έπρεπε να φτάσω ως εδώ μόνο και μόνο για να φανεί η είσοδός μου στην χώρα. Ο Άγγελος ήξερε τα πάντα και δεν μπορούσα να κάνω κίνηση χωρίς αυτόν. Σύντομα θα τα παρατήσει όλα για να έρθει να με βρει. Θα μπορούσα να τον περιμένω με ανυπομονησία, όμως έχω άλλα σχέδια. Όσο τα οργανώνω καλά, απολαμβάνω την όμορφη παραλία στην οποία είναι τοποθετημένο το ξενοδοχείο στο οποίο μένω.
Σε λίγα εικοσιτετράωρα ο Άγγελος θα βρίσκεται εδώ. Εύχομαι να μπορούσα να κάνω διαφορετικά και να έμενα εδώ να το πάμε όλο από την αρχή. Όμως πιστεύω πως ό,τι φτιάχνεται από αγκάθια, στο τέλος θα σε κόψει. Και ήρθα πολύ κοντά στο τέλος.
Άγγελος
Η επικοινωνία μας έχει σταματήσει από όταν ξεκίνησε το σχέδιο μας. Δεν είναι καθόλου ασφαλές να επικοινωνούμε με οποιοδήποτε μέσο. Δεν θέλω να εντοπιστεί η τοποθεσία της και να υποψιαστεί κανείς την ύπαρξή της.
Το ξενοδοχείο είναι ο παράδεισος και με την κάρτα στο χέρι ανυπομονώ να μπω στο δωμάτιο και να την δω. Κάνει τόση ζέστη που ίσως και να με περιμένει στην παραλία. Τα λινά μου ρούχα ήδη κολλάνε πάνω μου.
Η είσοδός μου στο δωμάτιο δεν συμπεριλαμβάνει την Ελευθερία. Ίσως καλά να σκέφτηκα πως είναι στην παραλία, αν και ένα προαίσθημα κάνει το στομάχι μου να σφίγγεται. Στο κρεβάτι πάνω υπάρχει ένας λευκός φάκελος που δεν αναγράφει τίποτα απ’ έξω.
Δεν μπορώ παρά να τον ανοίξω.
«Δεν ξέρω πώς να σε φωνάζω πια. Γνώρισα τον Άγγελο, μετά τον Ίκαρο και μετά ξανά τον Άγγελο τον οποίο και δυστυχώς ερωτεύτηκα. Και λέω δυστυχώς, γιατί αυτές οι ιστορίες δεν έχουν ποτέ καλό τέλος. Λίγο πριν χωριστούμε, σε ρώτησα για το τι πραγματικά ήθελες. Την Ελευθερία, μου είπες. Λοιπόν, αυτήν σου δίνω, όσο και αν δεν το καταλαβαίνεις τώρα.
Τα ονόματά μας έχουν φτερά που ποτέ δεν είχαμε. Νομίζω πως είναι καιρός να τα απολαύσουμε. Αν είμαστε μαζί, αυτό δεν θα συμβεί. Θα ζούμε συνεχώς με τον φόβο και εγώ φοβόμουν πολύ καιρό.
Πάρε την ευκαιρία που σου δίνεται να γίνεις ο Άγγελος που σου είπαν ότι δεν είσαι και άσε πίσω κάθε μυθικό που έχεις πριν πέσεις τελειωτικά.
Μην ψάξεις να με βρεις. Δεν θα τα καταφέρεις. Μου έμαθες τα κόλπα σου και τα ακολουθώ πιστά. Θα έρθω εγώ αν ποτέ το θελήσω. Μπορείς να γίνεις τώρα πια όποιος θες. Απόλαυσε την ζωή έξω από το κλουβί. Η ελευθερία σου σε περιμένει»
Το διαβάζω ξανά και ξανά. Την πλησίασα τόσο πολύ που τελικά έπεσα. Ένα είναι το σίγουρο. Πως θα κινήσω γη και ουρανό για να την βρω και θα τα καταφέρω. Σε αυτήν την αποστολή, δεν χρειάζομαι τον Άγγελο, αλλά τον Ίκαρο.
Ελευθερία Τσιντάρη
Τέλος
