Μην πατάτε το ΜΠΛΕ

Οι εμμονές μπορούν να γίνουν εξαιρετικά επικίνδυνες. Ριζώνουν στο μυαλό μας και κατακλύζουν τις σκέψεις μας, επηρεάζοντας την αντίληψή μας για τον κόσμο. Είναι σαν ένα ισχυρό ρεύμα που μπορεί να μας παρασύρει μακριά από την ακτή της πραγματικότητας, σε βαθιά νερά από τα οποία είναι δύσκολο να επιστρέψουμε. Μας οδηγούν σε καταστροφικές αποφάσεις που επηρεάζουν όχι μόνο εμάς, αλλά και τους ανθρώπους γύρω μας.

***

 

Ο Νόρμαν διέσχιζε περπατώντας τον δρόμο κατά μήκος του οποίου απλωνόταν η θάλασσα. Δίπλα του, ο απαλός παφλασμός των κυμάτων ακουγόταν σαν ψιθυριστό νανούρισμα. Προσπέρασε μια πινακίδα, μα ξαφνικά σταμάτησε απότομα και γύρισε προς τα πίσω. Έσπρωξε ένα τσουλούφι που είχε πέσει στα μάτια του για να σιγουρευτεί πως διάβασε σωστά:
Μην πατάτε το ΜΠΛΕ.

«Μα πάντα γράφουν πράσινο…» μονολόγησε.

Ενστικτωδώς, κοίταξε προς τη θάλασσα. Αμέτρητες φλούδες από μανταρίνια επέπλεαν νωχελικά.

Ξύπνησε τρομαγμένος, με την καρδιά να σφυροκοπά σαν ταμπούρλο μέσα στο στήθος του.

Άλλη μια βραδιά που έβλεπε το ίδιο όνειρο.

Ο Νόρμαν Σάικς στα μέχρι τώρα πενήντα χρόνια της ζωής του, είχε αποκτήσει πολλές εμμονές. Μια από αυτές, ήταν πως έπρεπε να γυρίσει πολλές φορές μπρος-πίσω το κλειδί στην κλειδαριά του σπιτιού του για να σιγουρευτεί πως είχε όντως κλειδώσει. Μερικές φορές μάλιστα επέστρεφε πίσω, απλά για να το ελέγξει με αποτέλεσμα να αργεί συνεχώς στα ραντεβού ή στη δουλειά του. Καμία όμως από αυτές τις εμμονές, δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτή που του είχε δημιουργηθεί, εξαιτίας του ονείρου που έβλεπε συνεχώς κάθε βράδυ. Δεν ήταν τρομακτικό, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τον είχε στοιχειώσει.

Υποσυνείδητα, άρχισε να αποφεύγει οτιδήποτε σχετιζόταν με το μπλε χρώμα. Έκρυψε το αγαπημένο του μπλε κοστούμι, καταχώνιασε τις μπλε κουβέρτες μέσα στην ντουλάπα και ξεκρέμασε από τους τοίχους όλους τους πίνακες που είχαν έστω κι ένα ψήγμα του συγκεκριμένου χρώματος.

Αλλά το περίεργο όνειρο εξακολουθούσε να τον βασανίζει.

Μια μέρα ενώ προσπαθούσε να θυμηθεί τι άλλο μπλε υπήρχε που έπρεπε να εξαφανίσει, κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Η απάντηση βρισκόταν μπροστά του, μέσα στο βαθύ, γαλάζιο βλέμμα του. Αυτά τα μπλε μάτια που κάποτε γοήτευαν τις γυναίκες, τώρα του προκαλούσαν αποτροπιασμό.

Λίγες ώρες αργότερα, έβγαινε από τον οφθαλμίατρο φορώντας καινούργιους φακούς επαφής σε μαύρο χρώμα.

Έπειτα αγόρασε γυαλιά ηλίου με καφέ φακούς, προσπαθώντας να αλλάξει το χρώμα του ουρανού που αντίκριζε κάθε φορά που έβγαινε από το σπίτι του.
Και εν μέρει τα κατάφερε. Το μπλε χρώμα έφυγε από τη ζωή, όχι όμως από τα όνειρά του.

Ο εφιάλτης εξακολουθούσε να τον βασανίζει.

Άρχισε να αναρωτιέται μήπως τελικά δεν έφταιγε το συγκεκριμένο χρώμα, αλλά τα μανταρίνια που έβλεπε να επιπλέουν στη θάλασσα. Γι’ αυτό, περνώντας μια μέρα από έναν πλανόδιο μανάβη, έδωσε μια κλωτσιά στο καρότσι με τα μανταρίνια και σκόρπισε τα φρούτα στον δρόμο. Έφυγε τρέχοντας, αγνοώντας τις θυμωμένες φωνές και τις βρισιές του.

Ούτε αυτό τον βοήθησε.

Οι μέρες κυλούσαν κι εκείνος παρέμενε άυπνος, αφού ο μόνος τρόπος να λυτρωθεί από το όνειρο ήταν να μην κοιμάται.

Ένα πρωί, οδηγώντας για να πάει στη δουλειά του, τα μάτια του έτσουζαν από την αϋπνία και τους φακούς επαφής που αρνιόταν να βγάλει. Ο πόνος στα μάτια του ήταν αφόρητος.

Σταμάτησε στο φανάρι, στον δρόμο κατά μήκος του οποίου υπήρχε θάλασσα και άρχισε να τα τρίβει με μανία. Τα επίμονα κορναρίσματα πίσω του τον έκαναν να υποθέσει πως ο πράσινος σηματοδότης για τα οχήματα είχε ανάψει. Χωρίς να κοιτάξει γύρω του, και εξακολουθώντας να τρίβει τα μάτια του, πάτησε το γκάζι.

Δεν πρόσεξε το φορτηγάκι με τα μανταρίνια που έστριβε από τη γωνία. Ούτε κατάλαβε πως τα κορναρίσματα δεν ήταν για τον ίδιο.

Η σύγκρουση ήταν σφοδρή.

Τα μανταρίνια σκορπίστηκαν στον δρόμο και κάποια κατέληξαν στη θάλασσα να επιπλέουν. Μια μοτοσυκλέτα μπλέχτηκε στη σύγκρουση και ο οδηγός της κατέληξε στον πάγκο ενός μικρού μαγαζιού που πουλούσε μπογιές. Ένας κουβάς με μπογιά εκτοξεύτηκε στο γρασίδι που κάλυπτε ένα μικρό παρκάκι παραδίπλα, δίπλα σε μια ταμπέλα. Πάνω στον κουβά, υπήρχε ένα αυτοκόλλητο που έγραφε: «ΜΠΛΕ».

Η ταμπέλα κόπηκε στη μέση και έπεσε στο πλάι, δίπλα στον κουβά. Αν κάποιος την διάβαζε, θα έβλεπε την επιγραφή:

Μην πατάτε το ΜΠΛΕ.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading