Από νωρίς άρχισε να γεμίζει κόσμο η καφετέρια. Λίγες μέρες μόνο πέρασαν από το τέλος των χριστουγεννιάτικων εορτών, μα ο κόσμος δεν θα έχανε την ευκαιρία της εξόδου μια τόσο ηλιόλουστη Κυριακή.
Αερικό η Μαρίλεια, με τον δίσκο στο χέρι, οι κινήσεις της σαν μπαλαρίνας στη λίμνη των κύκνων κι ας μην είχε τίποτα αστραφτερό πάνω της, τίποτα εντυπωσιακό, πέρα από το χαμόγελο της το ζεστό, το γλυκό, το μερακλίδικο, σα τους καφέδες που σέρβιρε. Μια κοπέλα μινιατούρα, μπιμπελό, έμοιαζε με μαθήτρια λυκείου και συνήθως, στο άκουσμα της ηλικίας της, έμεναν όλοι με το στόμα ανοιχτό.
Το αφεντικό της φημιζόταν για τα “μοντέλα” που ήθελε να έχει στο μαγαζί του. Συχνά τον πείραζαν, ότι τις υπαλλήλους του τις περνάει από οντισιόν ομορφιάς. Ψηλές, εντυπωσιακές, πληθωρικές, αυτό που λένε θηλυκά με τα όλα τους. Η Μαρίλεια, σα τη μύγα μες στο γάλα. Ιδιαίτερα κοντούλα, αδύνατη, χωρίς καθόλου καμπύλες, με αγορέ μαύρο μαλλί, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς νάζι, σωστό αγοροκόριτσο. Σχεδόν αναγκάστηκε να την συμπεριλάβει στο δυναμικό της καφετέριας του, αφού ο μπαμπάς της ήταν ο διακοσμητής του και στα τρία μαγαζιά που είχε στην κατοχή του και ένιωθε ότι είχε την υποχρέωση. Διαφορετικά, δεν θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να την εντάξει στην ομάδα του, αφού δεν ήταν καθόλου του γούστου του. Με τον καιρό όμως, με τη σβελτάδα, την ευγένεια, την προθυμία και με εκείνο το φωτεινό της χαμόγελο, έγινε πολύτιμη.
Από την πρώτη μέρα εργασίας της, ξεχώρισε μια πολύ όμορφη κοπέλα, την Δέσποινα. Ήταν αυτό που λένε, το όνειρο κάθε άντρα. Ψηλή, ξανθιά, με καταπράσινα μάτια, γυμνασμένο σώμα, πλούσιο στήθος. Αυτό που την διαφοροποιούσε από τις υπόλοιπες καλλονές, ήταν ο χαρακτήρας της. Σοβαρή, μετρημένη, ταπεινή, σα να μην ήξερε, να μην την ένοιαζε πόσο όμορφη και ποθητή ήταν. Αδιαφορούσε για τα φλερτ των αντρών πελατών, δεν ήταν καθόλου η γυναίκα γατούλα, όχι μόνο δεν απολάμβανε τις εκδηλώσεις θαυμασμού του αντρικού πληθυσμού, μα της δημιουργούσαν αμηχανία. Ένιωσε μια οικειότητα μαζί της η Μαρίλεια και ενώ δεν ήταν στη φύση της να πλησιάζει εύκολα κόσμο, με εκείνη το ένιωσε και το τόλμησε λίγες κιόλας μέρες μετά που συστήθηκαν ως συνάδελφοι.
– Βρε κορίτσι μου, σε παρατηρώ αυτές τις λίγες μέρες που είμαι εδώ. Πόσο όμορφη είσαι!
Η Δέσποινα απόρησε, δεν ήταν συνηθισμένη στον γυναικείο θαυμασμό. Μάλλον το αντίθετο.
– Σε ευχαριστώ…, είπε και χαμήλωσε το βλέμμα.
– Βλέποντάς σε, ισχύει με το παραπάνω η φράση, “όταν σε έπλασε ο Θεός, είχε μεγάλη έμπνευση!”.
– Όλους, με έμπνευση μας έπλασε, είπε λιτά και ταπεινά η κοπέλα.
– Μωρέ, η έμπνευσή του σε μένα, κόπηκε στη μέση!, αυτοσαρκάστηκε η Μαρίλεια, δείχνοντας με το χέρι της, το ύψος της.
– Σου χάρισε απλόχερα χιούμορ όμως!
– Όσο γι’ αυτό, ουυυυυ! Δουλεύεις καιρό εδώ;
– Τον άλλο μήνα, κλείνω τρία χρόνια.
– Α, πολύ καιρό! Εύχομαι να στεριώσω κι εγώ.
– Ο Πέτρος είναι πολύ καλό αφεντικό κι εσύ είσαι τσακάλι, οπότε, γιατί όχι;
– Κοντό τσακάλι!, είπε η Μαρίλεια και τα δύο κορίτσια γέλασαν
– Ναι, αλλά τι λένε για τα ακριβά αρώματα;!
– Ναι, ναι, μπαίνουν σε μικρά μπουκάλια. Να δεις που αυτό, το έκανε σλόγκαν μια κοντή, για να νιώσει καλύτερα κι εμείς οι υπόλοιπες, το κάναμε σημαία!
– Λες ε; απάντησε μέσα σε γέλια η Δέσποινα
– Πόσο χρονών είσαι;
– 27 θα γίνω τον άλλο μήνα. Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας μου!
– Σχεδόν μια ηλικία είμαστε. Εγώ έκλεισα πριν είκοσι μέρες τα 25.
– Πόσο;! Είκοσι πέντε; Καλέ, εσύ με το ζόρι, δείχνεις δεκαεπτά! Τι καταπληκτικό dna είναι αυτό; Άκου είκοσι πέντε!
Γέλασαν, χαζολόγησαν, ένιωσαν όμορφα η μία με την άλλη.
Οι μέρες περνούσαν και η Μαρίλεια άρχισε να αντιλαμβάνεται μια περίεργη συμπεριφορά στη Δέσποινα. Υπήρχαν στιγμές που ήταν τόσο ευδιάθετη, μιλούσαν, γελούσαν και έδειχνε να ευχαριστιέται την παρέα τους και υπήρχαν και εκείνες που ήταν αμίλητη, ανέκφραστη, απόμακρη.
Κάθε μέρα, πότε μεσημέρι, πότε βράδυ, ερχόταν έναν άντρας γύρω στα τριάντα πέντε, καθόταν σε ένα συγκεκριμένο σκαμπό στο μπαρ και δεν έχανε από τα μάτια του την Δέσποινα. Η Μαρίλεια, δεν έδωσε σημασία. Άλλος ένας θαυμαστής της εξωτικής ομορφιάς της συναδέλφου της. Όλον αυτό τον καιρό εκεί, έβλεπε πως την κοίταζαν όλοι, πως προσπαθούσαν να της πιάσουν κουβέντα, την φλέρταραν, άλλοι κομψά κι άλλοι όχι και τόσο, άλλοι επίμονα, μα η Δέσποινα, περίτεχνα, ξεγλιστρούσε, χωρίς να προσβάλει κανέναν, μα και χωρίς να δίνει θάρρος σε κανέναν. Σε συγκεκριμένα πηγαδάκια θαμώνων, κάποιες φορές άκουγε να την αποκαλούν “σνομπ”, “πολύ αξία της δώσαμε”, “καβάλησε το καλάμι” , “σιγά και ποια νομίζει ότι είναι” , “βρε θα την ρίξω εγώ, όλες τις δύσκολες κάνουν στην αρχή” μα δεν ίδρωνε το αυτί της. Σαν οπτασία, πηγαινοερχόταν ανάμεσά τους. Οι προσπάθειες κάποιων να την κατακτήσουν έπεφταν στο κενό, αφού με τον τρόπο της έδειχνε ότι δεν ήταν διαθέσιμη στις ορέξεις τους και ο πληγωμένος ανδρισμός τους, τους μετέτρεπε σε κατίνες που νόμιζαν ότι την μείωναν με τα αντρικά, γεμάτα βαρβατίλα σχόλιά τους, τροφοδοτώντας τον εγωισμό τους. Η Δέσποινα, τα είχε μάθει πια όλα αυτά τα αντράκια. Σα να μην άκουγε τους κακόβολους ψιθύρους, δεν χαλάλιζε ούτε την διάθεσή της, ούτε την ματιά της. Η Μαρίλεια θαύμαζε την αυτοσυγκράτησή της. Η ίδια θα κατέβαζε μερικά “γαλλικά” σε αντίστοιχη περίπτωση και γιατί όχι και κανένα ποτήρι καφέ, όλως τυχαίως στη μάπα τους.
Ένα μεσημέρι, στο σχόλασμα, τα κορίτσια χαιρετήθηκαν.
– Καλό μεσημέρι.
– Καλή όρεξη Μαρίλεια.
Πάντα η Δέσποινα έφευγε μετά από την συνάδελφό της. Λίγα μέτρα μετά, η Μαρίλεια διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει τα κλειδιά της. Γύρισε να τα πάρει και είδε την όμορφη κοπέλα να περπατάει με τον καθημερινό πελάτη, που είχε το στασίδι του στο μαγαζί και δεν έπαιρνε το βλέμμα του από την Δέσποινα. Σα να της φάνηκε θυμωμένος, ότι μιλούσε απότομα, κουνώντας τα χέρια του, μα ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση, έβλεπε τις πλάτες τους και είχαν απομακρυνθεί, οπότε, ίσως να κατάλαβε λάθος. “Τόσα χρόνια δουλεύει εδώ, θα τον ξέρει” σκέφτηκε η Μαρίλεια.
Έφτασαν τα γενέθλια της Δέσποινας, δεκαεννέα Φεβρουαρίου. Η Μαρίλεια, με βοηθούς το αφεντικό και τον μπάρμαν, οργάνωσε, τούρτα υπερπαραγωγή. Το βραδάκι, στη βάρδια των κοριτσιών, όταν είχε φύγει ο πολύς κόσμος, μαζεύτηκαν όλοι γύρω της και άρχισαν να τραγουδούν το γενέθλιο τραγούδι. Ο Πέτρος κρατούσε την τούρτα σε σχήμα αστέρι, η Μαρίλεια έσκαγε το σωληνάριο και πετούσε κομφετί με θόρυβο, ο μπάρμαν κρατούσε στα χέρια του στικ που καίγονταν πετώντας σπίθες και λαμπύριζαν. Χειροκροτούσαν όλοι μαζί, ακόμα και οι πελάτες, την αγκάλιαζαν, την φιλούσαν, έδιναν ευχές, έκοψαν την τούρτα και υπήρχε ένα χαρούμενο, εορταστικό κλίμα στους παραβρισκόμενους. Ο μόνος αμέτοχος, αγέλαστος, ανέκφραστος, με ένα απροσδιόριστο βλέμμα, που της άφηνε μια άσχημη αίσθηση, ήταν ο μυστήριος άντρας στο σκαμπό. Έπεσε στην αντίληψη της Μαρίλειας, ότι η εορτάζουσα, του έριχνε κλεφτές ματιές και ενώ γενικά ήταν πολύ χαρούμενη, όταν τον κοιτούσε, μαζευόταν, ήταν κουμπωμένη. Λίγη ώρα μετά, εκείνος άφησε τα χρήματα στο μπαρ κι έφυγε κοπανώντας το σκαμπό με δύναμη, αφού πρώτα κοίταξε προς το μέρος τους, σαν να είχε νεύρα, σαν κάτι να τον είχε ενοχλήσει. Από ‘κείνη την ώρα η Δέσποινα, έχασε εντελώς την διάθεσή της. Ένα ψεύτικο μειδίαμα καρφιτσώθηκε στα χείλη της και μια σκιά ταραχής σκούρυνε το χρώμα των ματιών της.
Βιαστική στο σχόλασμα, τους ευχαρίστησε στα γρήγορα για την έκπληξη κι έφυγε. Οι δύο άντρες δεν έδειξαν να απορούν. Όταν έπαιρνε τα πράγματά της η Μαρίλεια, κοντοστάθηκε.
– Πέτρο, αυτόν που κάθεται πάντα εκεί κι έφυγε κάπως απότομα πριν, τον ξέρεις;
– Ναι, είναι ο Νώντας, ο σύντροφος της Δέσποινας.
Η Μαρίλεια τον κοιτούσε σαστισμένη. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της, “μα πώς μπορεί μια τόσο γλυκιά κοπέλα να είναι με αυτόν τον αγροίκο; Κάτι στην όψη του δεν μου αρέσει καθόλου, έχει κάτι που με απωθεί. Και γιατί κατσικώνεται κάθε μέρα, στο μαγαζί; Ούτε κηδεμόνας σε ανήλικο να ήταν!”. Αρκέστηκε όμως να πει, “Α! Μάλιστα!” , χαμογέλασε και τους καληνύχτησε.
Την επόμενη μέρα η Δέσποινα δεν είχε διάθεση. Ήταν κακόκεφη και κάπως απότομη με όλους. Περνώντας δίπλα από την Μαρίλεια, εκείνη την κοίταξε βαθιά στα μάτια, σήκωσε το χέρι, χτυπώντας την ελαφρά στον ώμο και πριν προλάβει να βγάλει λέξη από το στόμα της, η Δέσποινα έκανε έναν μορφασμό πόνου και χαμήλωσε τον κορμό του σώματος της, σα να είχε βαρύ φορτίο επάνω της. Η Μαρίλεια σοκαρίστηκε.
– Τι συμβαίνει; Τι έπαθες;
– Τίποτα, τίποτα! είπε αμέσως η ξανθιά κοπέλα και κοίταξε τριγύρω ερευνητικά.
– Δέσποινα, έχεις χτυπήσει;
– Όχι! Σου είπα δεν έχω τίποτα! απάντησε, αγριεμένη τώρα η συνάδελφός της
Δεν έδωσε συνέχεια η Μαρίλεια. Το βράδυ που σχόλασε, δεν πήρε τον δρόμο προς το σπίτι της. Περπάτησε στην αντίθετη κατεύθυνση, από εκεί που πήγαινε η φίλη της με τον Νώντα και λίγα μέτρα μετά, σε μια στοά, κρύφτηκε σε μια κολώνα, δεν μπορούσαν να την δουν, μα εκείνη έβλεπε τα πάντα.
Ο Νώντας την τραβολογούσε από το χέρι που πριν λίγες ώρες έδειχνε να πονάει στην επαφή της μαζί της. Η Δέσποινα χαμηλόφωνα τον παρακαλούσε να μην την τραβάει, έκλαιγε, του έλεγε ότι πονάει, αλλά εκείνος όχι μόνο δεν άφηνε το χέρι της, έσφιγγε την οδοντοστοιχία του και μέσα από τα δόντια του, άγρια, της έλεγε να σκάσει, να μη γίνουν ρεζίλι στο δρόμο και όταν φτάσουν σπίτι, θα την κανονίσει.
Η Μαρίλεια χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα να συνέλθει. Δεν πίστευε ούτε στα μάτια, ούτε στα αυτιά της. Ένιωθε τις φλέβες της να πετάγονται. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ποιά κίνηση θα ήταν σωστή; Να τους πάρει από πίσω; Να του φωνάξει ότι τα είδε όλα και να τον απειλήσει ότι θα καλέσει την αστυνομία ή να μην ανακατευτεί και να τα διαγράψει από την μνήμη της;
Έμεινε εκεί για αρκετά λεπτά. Έχασε την ευκαιρία να δει προς τα πού πήγαν. Με αργά, βαριά βήματα και ακόμα πιο βαριά καρδιά, γύρισε σπίτι της. Έφερνε στο νου της ξανά και ξανά το σκηνικό που έγινε μάρτυρας λίγο πριν. Οι τύψεις, θηλιά, την έπνιγαν. Πώς την άφησε να φύγει μαζί του; Αν κινδύνευε; Μάτι δεν έκλεισε, έσπρωχνε τη νύχτα να περάσει, να πάει στο καφέ, αγωνιούσε να δει αν είναι καλά η Δέσποινα.
Πήγε νωρίτερα στη δουλειά, δεν την χωρούσε το σπίτι. Όταν είδε την κοπέλα να περνάει το δρόμο και να κατευθύνεται στο μαγαζί, ανακουφισμένη, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς το μέρος της.
– Είσαι καλά;
– Καλημέρα και σε σένα!, απάντησε απορημένη και ευδιάθετη εκείνη.
– Οι καλημέρες μας μάραναν. Πώς είσαι; Πες μου!
– Μια χαρά είμαι, γιατί τόση ανησυχία;
– Πλάκα μου κάνεις! Χθες, ίσα που σε ακούμπησα και συ υπέφερες.
– Ε! Όχι κι έτσι, σιγά! Εντάξει, ναι, πονάει ο ώμος μου, γλίστρησα στη μπανιέρα προχθές το βράδυ και χτύπησα.
Η Μαρίλεια την κοιτούσε στα μάτια. Η Δέσποινα όσο εξηγούσε, κοιτούσε οπουδήποτε, αποφεύγοντας την οπτική επαφή με την νεαρή απέναντι της.
– Στη μπανιέρα! Μάλιστα! Και χθες βράδυ γιατί σε έσερνε ο Νώντας κι εσύ τον παρακαλούσες να σε αφήσει;
Η Δέσποινα, που είχε πιάσει το πόμολο να ανοίξει την πόρτα της καφετέριας, κοκάλωσε. Γύρισε πίσω, τα μάτια της λιβάδια καταπράσινα, τόσο όμορφα, μα τόσο έκπληκτα και φοβισμένα, μαρτυρούσαν όσα δεν έλεγε με το στόμα.
– Τι ασυναρτησίες λες;
– Αλήθειες θα το έλεγα εγώ.
– Άκουσέ με, δεν ξέρω τι νομίζεις πως είδες και πώς φαντάστηκες όλο αυτό το παραμύθι, αλλά μη το ξανααναφέρεις!
– Δέσποινα, είμαι εδώ. Μην επιτρέπεις να σου φέρεται έτσι. Θα σε βοηθήσω.
– Η συζήτηση έληξε! η Δέσποινα σε δευτερόλεπτα, άλλαξε πρόσωπο. Έγινε ψυχρή, με βλέμμα επιθετικό.
Το ίδιο βράδυ, έμφανίστηκε ένας πελάτης που όποτε πήγαινε έκανε κομπλιμέντα στην όμορφη πρασινομάτα. Είχε πιει τις μπυρίτσες του κι έγινε λίγο παραπάνω διαχυτικός. Η κοπέλα, έχοντας τον Νώντα κέρβερο, οριακά ήταν αγενής μαζί του. Η συμπεριφορά της, σε συνδυασμό με την περασμένη ώρα, ευτυχές αποτέλεσμα είχαν, να φύγει. Η Μαρίλεια παρακολουθούσε τον Νώντα. Ταύρος σε υαλοπωλείο. Διέκρινε κακία στο βλέμμα του. Για ποιον όμως; Για τον πελάτη ή για την σύντροφό του;
Την επόμενη μέρα η Δέσποινα είχε μια σχισμή στα χείλη που προσπάθησε να την καμουφλάρει με έντονο κόκκινο κραγιόν. Κανείς δεν την ρώτησε ευτυχώς. “Ευτυχώς” για ‘κείνη, γιατί έτσι πίστευε ότι κρύβει την ντροπή της. Δυστυχώς για μια ολόκληρη αποτυχημένη κοινωνία, που κάνει ότι δεν βλέπει. Η Μαρίλεια όμως, ήταν σίγουρη πια. Ο Νώντας χθες θύμωσε με την σύντροφό του και ξέσπασε πάνω της όπως ήξερε. Ο δυνατός, εναντίον μιας αδύναμης κοπέλας. Ο ισχυρός, έναντι της ανίσχυρης. Το ίδιο μοτίβο. Σαν όλα αυτά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και μας σοκάρουν. Δύο πράγματα της έκαναν εντύπωση. Η επιμονή της Δέσποινας να τον καλύπτει, να μην μιλάει και η στάση του αφεντικού και του μπάρμαν. Είναι δυνατόν να μην είχαν πάρει χαμπάρι τίποτα; Δεν είχε σκοπό να το αφήσει έτσι. Το απόγευμα, πήγε πριν έρθει η συνάδελφός της.
– Πέτρο, τι ξέρεις για τον Νώντα; μπήκε αμέσως στο ψητό.
– Σαν τι να ξέρω δηλαδή; Γιατί ρωτάς;
– Δεν μου αρέσει αυτός ο άνθρωπος.
– Δεν σου πέφτει λόγος.
– Αν κινδυνεύει μαζί του η Δέσποινα, μας πέφτει λόγος! είπε με αγανάκτηση.
– Όχι. Κάνεις λάθος. Δεν μπορούμε να επέμβουμε. Ζευγάρι είναι, έχουν τις καλές και τις κακές τους στιγμές, ατάραχος συνέχιζε.
– Δηλαδή ξέρεις τι συμβαίνει! Είναι καιρό μαζί;
– Δεν ξέρω τίποτα. Η Δέσποινα δεν ανοίγεται, δεν την έμαθες; Να κοιτάς την δουλειά σου!, της είπε με επιτακτικό ύφος και έφυγε.
Η ίδια συζήτηση πάνω κάτω εκτυλίχθηκε και με τον Μάκη. Δεν ήξερε, δεν είδε, δεν άκουσε και την προέτρεψε να μην ασχοληθεί με κάτι που δεν την αφορά. Το μόνο που έμαθε ήταν ότι έχει λίγους μήνες που δεν ξεκολλάει από το μαγαζί αυτός και τους έχει δει να φεύγουν μαζί. Παρά τις προτροπές των δύο αντρών να μην ασχοληθεί, εκείνη συνέχεια σκεφτόταν πώς μπορούσε να την βοηθήσει.
Δεν την ρώτησε για την πληγή στα χείλη, για να μη τη φέρει σε δύσκολη θέση. Προτίμησε να κάνει κάτι άλλο.
– Δέσποινα, θέλεις αύριο το μεσημέρι, να πάμε να φάμε έξω, να τα πούμε και να επιστρέψουμε κατευθείαν στη δουλειά;
– Μπα, έχω κανονίσει, δεν θα μπορέσω, με συγχωρείς.
Τρεις μέρες μετά, το σκαμπό, δεν γέμισε με την παρουσία του Νώντα. “Πώς και το ‘πάθε;”, αναρωτήθηκε η Μαρίλεια και το θεώρησε ευκαιρία. Ξανά έκανε πρόταση, για μεσημεριανό φαγητό έξω και κουβεντούλα. Η Δέσποινα δέχτηκε. Φυσικά, αφού έλειπε το τέρας.
– Πώς να σε πείσω να μου μιλήσεις; η Μαρίλεια, σε μια τόσο απλή πρόταση, είχε φορτωμένο όλο το νοιάξιμο του κόσμου.
– Δεν έχω κάτι να πω.
– Άκουσέ με, αυτές τις μέρες, προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο να σε βοηθήσω και βλέποντας την άρνησή σου, έψαξα, διάβασα, ενημερώθηκα. Δεν είσαι μόνη. Είμαι εγώ εδώ. Έχω καταλάβει ότι οι μεταπτώσεις στη διάθεσή σου οφείλονται σε αυτόν. Μίλησέ μου! Μη τα θάβεις! Δέσποινα, τόσα ακούμε! Κάθε μέρα και μια γυναίκα θύμα του δυνάστη συντρόφου της. Μην επιτρέψεις άλλο να σου κάνει κακό! Σε παρακαλώ, πάρε τη ζωή στα χέρια σου, μπορείς, είσαι δυνατή κι εγώ θα είμαι δίπλα σου!
– Με αγαπάει, αλήθεια σου λέω, το ξέρω! Απλά ζηλεύει! επιτέλους έκανε την αρχή η Δέσποινα.
– Κορίτσι μου, αυτός δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις, είναι συνέχεια γύρω σου, σε ελέγχει. Αυτό δεν είναι “απλά” ζήλεια και σίγουρα δεν είναι αγάπη. Αυτό ονομάζεται αρρώστια και είναι επικίνδυνο. Σήμερα πώς και δεν ήρθε;
– Πήγε την μαμά του σε έναν γιατρό στη Θεσσαλονίκη.
– Έτσι εξηγείται η απουσία! Πόσο καιρό σε βασανίζει; η Μαρίλεια, χάιδευε το χέρι της, την κοιτούσε με αγάπη και της έδινε κουράγιο να συνεχίσει να μιλάει.
Η Δέσποινα κατέβασε το κεφάλι και σκοτείνιασε. Πόσο πόνο σωματικό και ψυχικό έκρυβε… Πήρε βαθιά ανάσα και ξετύλιξε το κουβάρι.
– Τον Σεπτέμβριο κι ενώ μόλις πριν λίγες μέρες αρχίσαμε να βγαίνουμε, γυρνώντας από θάλασσα, μέσα στο αυτοκίνητο μου έκανε έντονη σκηνή, φωνάζοντας ότι γλυκοκοίταξα και χαμογέλασα στον νεαρό που μας σέρβιρε τους καφέδες στις ξαπλώστρες. Κολακεύτηκα, νόμιζα πως με το να με ζηλεύει, έδειχνε πόσο με ήθελε. Την άλλη μέρα ήρθε σαν πελάτης στην καφετέρια. Χάρηκα που τον είδα, με περίμενε να σχολάσω και γυρίσαμε στο σπίτι μου. Ήταν θυμωμένος, δεν μου έλεγε τον λόγο, μέχρι που μου τράβηξε με δύναμη τα μαλλιά, κατηγορώντας με ότι αποδέχομαι το καμάκι των πελατών και το απολαμβάνω. Την επόμενη μέρα, ήρθε με ένα τριαντάφυλλο και μου ζητούσε συγνώμη. Μου έλεγε ότι δεν αντέχει να βλέπει όλους αυτούς δίπλα μου να με κοιτάζουν ετσι, ότι ζηλεύει πολύ. Είχε έναν τρόπο να με πείθει. Το πρώτο χαστούκι ήρθε τρεις μέρες μετά, ενώ είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο δικό μου και ούρλιαζε ότι την έπεσα σε έναν λιγούρη που μου έλεγε ωραία λόγια. Με δάκρυα στα μάτια προσπαθούσα να τον πείσω ότι έκανε λάθος, ότι η ζήλεια δεν τον αφήνει να δει καθαρά. Το άλλο πρωί, με παρακαλούσε να τον συγχωρήσω, με μια καρτούλα γεμάτη λόγια αγάπης κι ένα βραχιόλι δώρο. Έγραφε ότι θόλωσε, ότι δεν ήταν ο εαυτός του, ότι μισεί τον εαυτό του που με χτύπησε κι ότι δεν θα ξανασυμβεί. Μαρίλεια, έπρεπε να είμαι πιο προσεκτική. Έκανα κινήσεις που σαν άντρα, τον προσέβαλαν. Το παραδεχόταν, ζήλευε, με ήθελε μόνο δική του, δεν έφταιγε αυτός, εγώ έφταιγα…
– Όχι, όχι Δέσποινα! Μόνο δικό του είναι το φταίξιμο. Δεν το βλέπεις; Αυτό κάνουν οι θύτες, μεταφέρουν τις ενοχές στα θύματά τους. Σε βλέπω τόσο καιρό, ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τους άντρες, το πώς φέρεσαι, θα έπρεπε να ήταν περήφανος! Δεν δίνεις δικαιώματα, τους έχεις σε απόσταση, ακόμα κι όταν οι γνωστοί κομπλεξικοί λένε τόσα πίσω από την πλάτη σου, εσύ τους αγνοείς. Η στάση σου είναι άξια θαυμασμού κι όχι βίας. Ο Νώντας είναι άρρωστος, βλέπει ό,τι θέλει να δει κι όχι ό,τι ισχύει. Η βία δεν είναι ποτέ δικαιολογημένη ή αποδεκτή. Δεν ευθύνεσαι εσύ για την συμπεριφορά του. Δεν προκαλείς εσύ την κακοποίηση. Πάψε να τον δικαιολογείς. Απολογίες και υποσχέσεις δεν αλλάζουν την κατάσταση. Η κακοποίηση είναι έγκλημα, πρέπει να τιμωρηθεί και το κυριότερο, να είσαι εσύ ασφαλής. Αν συνεχίσει έτσι, θα βρεθείς στο νοσοκομείο…
– Έχω βρεθεί ήδη…, έσκυψε το κεφάλι η Δέσποινα, κλείνοντας τα μάτια, σα να ήθελε να αποφύγει τις μνήμες.
– Αν είναι δυνατόν! αναφώνησε η Μαρίλεια και αγκάλιασε την Δέσποινα.
– Πίστευε ότι κάτι τρέχει με μένα κι έναν νεαρό πελάτη. Με χτυπούσε και φώναζε “αν μπροστά στα μάτια μου φέρεσαι τόσο προκλητικά, φαντάσου τι κάνεις όταν λείπω. Πηδιέσαι στις τουαλέτες μωρή πουtaνa”; Σωριάστηκα στο πάτωμα και συνέχισε να με κλωτσάει, στο σώμα, στο κεφάλι, με μένος. Φοβήθηκα ότι ήταν το τέλος μου. Λιποθύμησα. Δεν θυμάμαι τίποτα από κει και πέρα, βρέθηκα στο νοσοκομείο. Σε όλους είπε ότι τράκαρα με το μηχανάκι. Αυτό έλεγα κι εγώ…
Η Μαρίλεια ήταν σε κατάσταση σοκ. Όλα αυτά τα φρικιαστικά που έβλεπε κι άκουγε στις ειδήσεις, έπαιρναν σάρκα και οστά μπροστά της.
– Πώς τα ανέχεσαι όλα αυτά; Στους γονείς σου έχεις μιλήσει;
– Οι γονείς μου είναι στην Γερμανία, χρόνια. Δεν έχω κανέναν εδώ.
“Από παντού καλυμμένο το κάθαρμα” σκέφτηκε η Μαρίλεια, μα δεν το είπε.
– Γιατί δεν μίλησες στον Πέτρο; Εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα;
– ΤΙ θα μπορούσε να κάνει; Ντρεπόμουν, φοβόμουν, ήλπιζα. Όχι, δεν κατάλαβε τίποτα.
– Ήλπιζες ότι θα αλλάξει, ότι σε αγαπάει, αυτό είναι το λάθος.
Ήθελε να της πει ότι μια χαρά είχε καταλάβει κι αυτός και πόσοι άλλοι άραγε, αλλά προτίμησαν την σιωπή, που ήταν ο ασφαλής δρόμος, μακριά από μπλεξίματα. Δεν ήθελε όμως να της δώσει κι άλλο χτύπημα. Φτάνει, είχε με πολλά να παλέψει.
“Δεν με ενδιαφέρει τΙ έκαναν οι άλλοι, εγώ δεν θα κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια, μέχρι να γίνεις άλλη μια ιστορία γυναικοκτονίας” της είπε και την αγκάλιασε.
Η Δέσποινα άφησε τα δάκρυα να την λυτρώνουν και ψιθύρισε “φοβάμαι”.
Τήρησε τον λόγο της, πήρε από το χέρι την Δέσποινα, έκαναν μήνυση κατά του Νώντα, στο αστυνομικό τμήμα. Περίεργο αίσθημα ο φόβος. Τόσο καιρό, το κτήνος της σακάτευε το σώμα, της διέλυε την ψυχολογία και αυτή δεν μιλούσε πουθενά. Τώρα, που πια έκανε την αρχή να σταθεί γερά στα πόδια της και κατέθεσε την αλήθεια της, φοβόταν περισσότερο. Κι αν η δικαιοσύνη έκλεινε τα μάτια; Κι αν τελικά δεν ήταν προστατευμένη ούτε μετά την καταγγελία εις βάρος του; Κι αν την περίμεναν χειρότερα; Έμενε άυπνη, πάθαινε κρίσεις πανικού. Η Μαρίλεια, ήταν ο φύλακας άγγελός της. Παρακάλεσε τους γονείς της να την φιλοξενήσουν για όσο χρειαστεί στο σπίτι τους. Εκείνοι άνοιξαν και το σπίτι και την αγκαλιά τους. Ο Νώντας μπήκε φυλακή. Τα κορίτσια με παρότρυνση της Μαρίλειας αλλά και του μπαμπά της, έφυγαν από το καφέ του Πέτρου. Ήταν τόσο λίγος τελικά. Δεν στάθηκε άξιος των περιστάσεων. Με βολικές παρωπίδες δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν ένιωθε.
Ακολουθώντας την ανησυχητική και θλιβερή νοοτροπία των πολλών, “δεν ήξερα τίποτα”, την αδιαφορία την έντυσε με δικαιολογίες. Δεν ήταν δικό του πρόβλημα άλλωστε, πού να μπλέκει. Έκλεινε ήσυχος την πόρτα του μαγαζιού του, του σπιτιού του, της συνείδησής του. Αλλού έκαιγε η φωτιά. Τα παντελόνια τελικά δεν είναι ρούχο για όλους. Η Μαρίλεια όμως, αυτό το λιλιπούτειο κορίτσι, με το μικρό ανάστημα, δεν φοβήθηκε, δεν χωρούσε η απραξία στο μικρό μέγεθος του κορμιού της. Όταν μιλά η ψυχή, το σωματικό ύψος διπλασιάζεται και γίνεται ασπίδα. Με υπομονή και επιμονή, με ενθάρρυνση και αγάπη, έδιωχνε τους φόβους της Δέσποινας. Έπιασαν δουλειά μαζί σε άλλη καφετέρια. Η όμορφη κοπέλα κάθε μέρα κι από λίγο επανέφερε τον παλιό εαυτό της, επέστρεφε στη ζωή. Δεν έπαψε ποτέ να νιώθει ευγνώμων που βρέθηκε στον δρόμο της η Μαρίλεια. Ήταν αχώριστες, η μία βρήκε στο πρόσωπο της άλλης, την φίλη, την αδερφή. Η ζωή είναι τόσο όμορφη κι εκείνη για κάποιους εφιαλτικούς μήνες το είχε ξεχάσει. Έκανε συνοδοιπόρο της την ντροπή, τον φόβο, την μοναξιά.
Άνθρωποι που θέλουν να μας βλάψουν, ίσως πάντα να βρίσκονται στο διάβα μας. Πάντα όμως δική μας θα είναι η επιλογή, να μη τους αφήνουμε να μας βασανίζουν, να μας κακοποιούν, να μη τους αφήνουμε τα κόμπλεξ, τον θυμό και την ζήλεια να τα βαπτίζουν αγάπη, να μη τους αφήνουμε να λεηλατούν το σώμα και την ψυχή μας. Τώρα το ήξερε. Το έμαθε με τον πιο βίαιο τρόπο και δεν θα το επέτρεπε ποτέ ξανά. Ορκίστηκε πως δεν θα το επέτρεπε όχι μόνο για τον εαυτό της , μα και για όποιον βίωνε κάτι ανάλογο. Σε έναν κόσμο που έκλεινε τα μάτια, τα αυτιά, τα στόματα, θα επέλεγε να γίνει Μαρίλεια. Σε έναν κόσμο γεμάτο ψεύτικους γίγαντες, αδιάφορους, εαυτούληδες, θα επέλεγε να γίνει Μαρίλεια, ένα μικρόσωμο κορίτσι, ένα γενναίο στολίδι. Σε έναν κόσμο που δεν νοιάζεται τι γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, θα επέλεγε να γίνει Μαρίλεια και θα τις γκρέμιζε.
Γιατί αυτό θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, μια ανθρώπινη αλυσίδα αλληλοστήριξης, αλληλοβοήθειας. Εκείνη γλίτωσε, όταν τόσες άλλες δεν τα κατάφεραν, αφού δεν είχαν μια Μαρίλεια να αφουγκραστεί, να παρατηρήσει, να βάλει πλάτη, να ανοίξει την αγκαλιά. Σκοπό της ζωής της θα είχε τούτο, να γίνει Μαρίλεια.
Χρυσούλα Καμτσίκη
