Το εγγόνι σου

«Επαναλαμβάνω. Το αγόρι φορούσε μπλε σορτς και κόκκινη ριγέ μπλούζα. Ναι… Αναμένουμε», έκλεισε το τηλέφωνο ο Άλεξ και στράφηκε προς τον συνάδελφο του. «Φέρνουν τα σκυλιά», του είπε χαμηλόφωνα.

Είχε περάσει ήδη μισή ώρα από την στιγμή που τα ίχνη του μικρού Μάρκου χάθηκαν στο πάρκο. Η μητέρα του ήταν σε έξαλλη κατάσταση, κάτι που δεν βοηθούσε τους αστυνομικούς να συλλέξουν πληροφορίες που ίσως ήταν πολύτιμες. Το μεγάλο δάσος απλωνόταν πυκνό πίσω τους και το χώριζε στα δύο ένα μικρό ποτάμι που εκείνη την εποχή δεν είχε πολύ νερό.

«Αν έφτασε ως εκεί και προσπάθησε να το περάσει, υπάρχει πιθανότητα να παρασύρθηκε;» ρώτησε ο Ντάνιελ.
«Ίσως λόγω ύψους», έσφιξε τα χείλη. Δεν ήξερε τι να υποθέσει καθώς δεν είχε συναντήσει ξανά στην καριέρα του εξαφάνιση που να μην λήξει μέσα σε λίγα λεπτά.

Η μικρή τους πόλη ήταν φιλήσυχη και οικογενειακή, γεγονός που είχε θορυβήσει τους κατοίκους που είχαν αρχίσει να μαζεύονται στο πάρκο. Η αστυνομία έπρεπε να συμπεριλάβει στις υποθέσεις της και την απαγωγή, αλλά μόνο η σκέψη θα έφερνε πανικό.
«Κύριε, έχει μια αδερφή που ζει σε άλλη πολιτεία», τους διέκοψε ένας νεαρός αστυνομικός. «Δεν γνωρίζει καλά τον κύκλο του ανιψιού της, με ποια παιδιά συναναστρέφεται ή τις οικογένειές τους. Είπε ότι είναι πολύ ζωηρό αλλά και αγαπητό παιδί και αν χρειαστεί θα μπορέσει να είναι εδώ σε 24 ώρες».
«Ευχαριστώ. Μάζεψε τους πολίτες, θα μπούμε ξανά στο δάσος, πιο βαθιά αυτή τη φορά. Νυχτώνει νωρίς σήμερα, δεν μπορούμε να περιμένουμε», κοίταξαν το ηλιοβασίλεμα που άρχισε να πέφτει.
«Προσοχή σε εκείνο το κλαδί!» προειδοποίησε τους πολίτες.

Ο ένας δίπλα στον άλλον, περπατούσαν αργά κοιτώντας κάτω και γύρω τους. Κάποιοι μάζεψαν κλαδιά και τα βουτούσαν στις πυκνές φυλλωσιές γύρω από τις ρίζες των δέντρων. Ο ήλιος τους προειδοποίησε ότι εγκαταλείπει παίρνοντας το έντονο πορτοκαλί του πίσω. Οι φακοί άναψαν και λίγοι πολίτες πλέον συνέχισαν με την αστυνομία.
«Εδώ! Κάτι υπάρχει!» φώναξε κάποιος και όλοι φώτισαν προς το μέρος του. Ο άντρας ξεκόλλησε ένα μικρό ριγέ ύφασμα από ένα κλαδί. «Πρέπει να είναι από την μπλούζα του μικρού!», είπε εκστασιασμένος.

Κάποιοι όρμησαν προς το ποτάμι και άρχισαν να φωνάζουν συγχρονισμένα το όνομά του. Το νερό έφτανε ως τις γάμπες αλλά ήταν αρκετό για να παρασύρει ένα περιπετειώδες πεντάχρονο. Ευτυχώς, εκείνο το απόγευμα, ο μικρός δεν είχε αποφασίσει να το περάσει. Κάποιος τον σταμάτησε.

«Άκου. Σε ψάχνουν», είπε στον μικρό.
«Και εσύ;»
«Εγώ έχω τον σκοπό μου. Εσύ πρέπει να γυρίσεις και να μην ξαναφύγεις ποτέ».

Οι αστυνομικοί και οι πολίτες έφτασαν στην μικρή αυτοσχέδια παράγκα που είχε στήσει ο ηλικιωμένος κάτω από ένα δέντρο χρησιμοποιώντας φύλλα και ξύλα για να στήσει απλά ένα κάλυμμα πάνω από το κεφάλι του.

«Δεν σας αφήνουμε πίσω!», επέμενε ο Άλεξ που έμαθε ότι ο ηλικιωμένος αρνιόταν να πάει μαζί τους και ζούσε εκεί τους τελευταίους δύο μήνες ενώ είχε πολύ επιβαρυμένη υγεία.
«Και να ήθελα, δεν μπορώ να κάνω πια αυτή τη διαδρομή. Δεν με βαστάνε τα πόδια μου. Πηγαίνετε, γιατί η μητέρα του παιδιού θα έχει τρελαθεί από την αγωνία της».
«Την έχουμε ήδη ειδοποιήσει ότι βρήκαμε τον Μάρκο. Θα κάνουμε δύο ομάδες, η μία θα φύγει αμέσως με τον μικρό και η άλλη θα φύγει μαζί σας. Είναι αδιαπραγμάτευτο».

Πάνω από μια ώρα έκαναν για να βγουν από το δάσος με τον ηλικιωμένο να στηρίζεται πάνω τους. Εκεί τους περίμενε η Ναταλία αγκαλιά με τον Μάρκο.
«Είστε ακόμα εδώ;» ξαφνιάστηκε ο ηλικιωμένος όταν εκείνη έτρεξε και τον αγκάλιασε ευχαριστώντας τον ξανά και ξανά.

Στον δρόμο για το νοσοκομείο, ο μικρός κοιμόταν κουρασμένος στην αγκαλιά της μαμάς του. Ήταν εξαντλημένος από το περπάτημα, είχε μικρά γδαρσίματα στα χέρια και στα πόδια αλλά γενικά καλά στην υγεία του. Τον άφησε να ξεκουραστεί στο κρεβάτι μετά τις προληπτικές εξετάσεις και βγήκε να βρει έναν αστυνομικό ή γιατρό για να μάθει. Έπρεπε να μάθει.

Ο Νικ, ο ηλικιωμένος που τον βρήκε, ήταν άρρωστος και πολύ αδύναμος για να κάνει την διαδρομή μόνος του. Έτσι, κράτησε κοντά του τον μικρό μέχρι να τον βρουν. Ζούσε απομονωμένος στο δάσος και απλά περίμενε το τέλος του. Πριν λίγους μήνες έπαθε μέσα στην νύχτα κρίση και πονούσε πάρα πολύ. Με βαριά καρδιά, πήρε τηλέφωνο την κόρη του να τον πάει στο νοσοκομείο. Δεν ήθελε να τους αναστατώνει. Δεν ήθελε να γίνεται βάρος. Το πάλευε μόνος αλλά εκείνο το βράδυ δεν άντεχε άλλο. Σηκώθηκαν όλοι να πάνε να βοηθήσουν τον παππού. Στον δρόμο, άγνωστο πώς, ο γαμπρός του έχασε τον έλεγχο και συγκρούστηκε με ένα αυτοκίνητο. Η οικογένειά του χάθηκε όλη. Η κόρη, ο άντρας της και τα δύο τους μικρά παιδιά.
«Όχι!» τον σταμάτησε στην πόρτα ενώ έφευγε.
«Θα συνεχίσω τον δρόμο μου», της είπε ο ηλικιωμένος σέρνοντας τα βήματά του.
«Όχι, όχι! Ένα λεπτό, σταθείτε! Πού πάτε; Γιατί δεν μένετε στο νοσοκομείο;»
«Δεν έχω πια ασφάλεια, κορίτσι μου».
«Και αν βρούμε λύση με αυτό το θέμα; Θα μένατε; Ή πιστεύετε ότι δεν σας αξίζει πια να γίνετε καλά;»
«Ξέρεις…».
«Ναι», δίστασε. «Ελάτε μαζί μας! Είναι αργά. Αρχίζει και να ψιχαλίζει. Είναι το λιγότερο. Ένα μικρό ευχαριστώ. Σας παρακαλώ, ελάτε μαζί μας».
«Δεν θέλω να ενοχλώ, δεν θέλω να γίνομαι βάρος», μουρμούρισε σαν κασέτα.

Η Ναταλία επέμενε πάρα πολύ. Πήραν εξιτήριο και γύρισαν σπίτι. Η προϋπόθεση που έθεσε όμως ο Νικ ήταν ότι θα μείνει στην αποθήκη στην αυλή και όχι μέσα στο σπίτι, και ας ήταν άδειο με πολλά δωμάτια. Ο άντρας της την εγκατέλειψε όταν γεννήθηκε ο μικρός και ο πατέρας της πέθανε όταν ο Μάρκος ήταν έξι μηνών. Με την μαμά της δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις, έμαθε να ζει χωρίς να τη θυμάται. Δεν είχε κανέναν να στηριχτεί μα ταυτόχρονα είχε όλον τον κόσμο, το παιδί της.

Έφτιαξε στα γρήγορα μια ζεστή σούπα με κολοκύθα, μια συνταγή που της έκανε συχνά το φθινόπωρο ο πατέρας της και οι μυρωδιές από το δεντρολίβανο και το βούτυρο στο φρυγανισμένο ψωμί της έφερναν πάντα νοσταλγία. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκαν όλοι ήσυχοι μετά από πολύ πολύ καιρό.

Ο Νικ έμεινε μαζί τους έναν χρόνο. Ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ο μικρός τον φώναζε παππού και η Ναταλία χαμογελούσε. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο έμαθε στον μικρό να κολυμπάει, να κάνει ποδήλατο χωρίς τις βοηθητικές ρόδες, να καθαρίζει τον κήπο από αγριόχορτα, να αλείφει βούτυρο και μαρμελάδα στην φρυγανιά για να κάνει πρωινό στην μαμά του στα γενέθλιά της. Του έμαθε να κάνει μπάνιο τον σκύλο και να μαζεύει τα σκουπίδια από το δωμάτιό του, κάτι που δεν άρεσε ποτέ στον μικρό. Να φτιάχνει παζλ με πενήντα κομμάτια, να ποτίζει τα λουλούδια όταν το χώμα τους ξεραίνεται, να κάνει την προσευχή του και στο φαγητό και όχι μόνο πριν τον ύπνο, να χτενίζει τα μαλλιά του σαν σωστό αγόρι και όχι σαν αυτά που θύμιζαν θάμνο που επιτέθηκε ελάφι. Του έμαθε να λέει απ’ έξω το τηλέφωνο της μαμάς του, το τηλέφωνο του νοσοκομείου και της αστυνομίας. Του έμαθε και να τα καλεί από το σταθερό τηλέφωνο. Τέλος, του έμαθε να λέει πάντα ευχαριστώ στην μαμά του για όσα του δίνει και κάνει για αυτόν.

Έμενε ακόμα στην αποθήκη γιατί δεν ήθελε να ενοχλεί, δεν ήθελε να είναι βάρος. Είχε όμως κάνει ένα ανεκτίμητο δώρο σε εκείνο το παιδί. Του είχε χαρίσει πολύτιμες αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια που θα τον συντρόφευαν όλη του τη ζωή. Έφυγε ένα βράδυ, ειρηνικά και ήρεμα, χωρίς πόνο, με χαμόγελο γιατί πήγε και βρήκε ξανά την παλιά του οικογένεια. Η ευλογία του ήταν ότι έφυγε και ήταν παππούς ακόμα ενός μικρού παιδιού, του Μάρκου.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading