Μία βόλτα ακόμα…

Έβγαλε βιαστικά το παλτό της, άνοιξε την πόρτα του σκούρου κόκκινου αυτοκινήτου της, πέταξε την τσάντα της στο κάθισμα του συνοδηγού και έβαλε το θερμός της στην ποτηροθήκη του αυτοκινήτου της. Με αυτό ήταν ιδιαίτερα προσεκτική, γιατί το τσάι που είχε μέσα ήταν καυτό και δεν ήθελε να χυθεί. Είπαμε, είχε νεύρα, αλλά όχι και να χαλάσει τα καθίσματα του αγαπημένου της αυτοκινήτου! Έβαλε μπρος και άνοιξε το ραδιόφωνο στον γνωστό σταθμό. Χρειαζόταν αυτή την βόλτα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.

Πάντα το ένιωθε σαν σπίτι της το αυτοκίνητό της. Είχε μέσα όσα χρειαζόταν. Από την πρώτη μέρα που το πήρε, αποφάσισε να το εξοπλίσει κατάλληλα. Είχε μέσα μαντηλάκια σε περίπτωση που θα λερωνόταν, το ποτήρι με το θερμός της, ένα μπουκαλάκι με νερό και ένα μικρό σνακ, είτε μπισκότα είτε κρακεράκια σε περίπτωση πείνας. Χαμογέλασε γλυκά στην σκέψη όσων έχει περάσει μέσα στο αμαξάκι της.

Είχα πιάσει να σουρουπώνει και η κίνηση στους δρόμους του νησιού ήταν μειωμένη. «Ευτυχώς!» είπε από μέσα της. Δεν ήθελε ούτε να συνάντησε κανέναν, ούτε και να μιλήσει πουθενά. Έπιασε να βγει στην εθνική. Πάτησε το γκάζι και το αμάξι βόγκηξε. Ίσως δεν έπρεπε να το πιέσει τόσο πολύ. Κατέβασε ταχύτητα και κράτησε μια σταθερή πορεία. Ένα τραγούδι καινούριο ακούστηκε από τα ηχεία του αυτοκινήτου της. Μιλούσε στην καρδιά της. «Δεν μου αρκεί… να σε ονειρεύομαι και άλλη να σε ζει…».

Την έπιασαν οι αναμνήσεις… Πόσες βόλτες με αυτό το αμάξι. Βόλτες χαράς, χαλάρωσης, ξεσπάσματος… Όλη την ενήλικη ζωή της θυμάται σε αυτό το αμάξι. Πόσες φορές μπήκε μόνη της για να πάει στην δουλειά της ή σε κάποιο καφέ. Άλλες τόσες μπήκε με τις φίλες της. Ήταν η πρώτη της παρέας βλέπεις που είχε αμάξι. Έτσι συχνά έκανε το «ταξί» στις άλλες. Άπειρες ήταν οι φορές που της είχαν πει «Να βάλουμε ρε Αμαλάκι όλες μαζί την βενζίνη να πάμε στον διπλανό νομό για βόλτα;» και αυτή άλλο που δεν ήθελε. Απολάμβανε την οδήγηση όσο τίποτα άλλο. Σε βουνά, κοντά σε θάλασσα, γύρω από λίμνες, αλλά και μες την πόλη. Το βράδυ ιδιαίτερα… Οι αγαπημένες της βόλτες ήταν ειδικά τις μικρές ώρες, όταν η πόλη κοιμόταν, αλλά και λίγο πριν ξυπνήσουν όλοι. Συχνά έκανε μόνη της βόλτες λίγο πριν τα ξημερώματα.

Της άρεσε η μοναξιά της αλλά και την παρέα απολάμβανε. Ιδιαίτερα την αντρική παρέα. Ιδιαίτερα την δική του… Εκείνες ήταν οι φορές που το αμάξι μετατρεπόταν σε δωμάτιο. Καθισμένοι στις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου, έτρωγαν, συζητούσαν για την μέρα τους. Και άλλες στιγμές μεταφέρονταν στα πίσω καθίσματα όπου τα πράγματα γίνονταν πιο καυτά. Και τα στόματα πλέον δεν μιλούσαν, μόνο φιλούσαν. Αυτές τις στιγμές τις ήξερε μόνο αυτός, εκείνη και το αμαξάκι της.
«Δεν αρκεί… που εγώ σε θέλω από εκείνη πιο πολύ…» συνέχιζε το τραγούδι. Πόσο της ταίριαζε αυτή την στιγμή… Νευριασμένα σκούπισε ένα δάκρυ που έτρεξε από το μάγουλό της. Το κινητό της χτύπησε αλλά δεν έριξε ούτε ματιά. Δεν ήθελε να δει τι της έλεγε. Άλλωστε τι άλλο είχε μείνει για να ειπωθεί; Η αναγγελία του γάμου του τα έλεγε όλα. Την είχε διαβάσει εκείνο το πρωί στην δουλειά, αλλά περίμενε να σχολάσει για να ξεσπάσει όλα όσα ένιωθε. Να τα ξεσπάσει με αυτή την βόλτα.

Το κινητό της τώρα χτυπούσε σε κλήση. Σταμάτησε δεξιά με αλάρμ και κοίταξε την οθόνη. Αυτός ήταν.
«Θέλω να μιλήσουμε!»
«Πρέπει να σου εξηγήσω…»
«Σε παρακαλώ άφησέ με να σου πω τι έχει γίνει!!!»
Τα μηνύματα που χτυπούσαν πριν λίγο. Σε κανένα δεν ήθελε να απαντήσει. Τίποτα δεν ήθελε να ακούσει. Απλά την είχε προδώσει. Είχε διαλέξει μια άλλη. Και όχι απλά είχε διαλέξει, την παντρευόταν τώρα πίσω από την πλάτη της. Το ήξερε πως ήταν το τρίτο πρόσωπο. Ήξερε πως πάντα σπίτι του θα ήταν η άλλη. Ήξερε πως οι στιγμές τους περιορίζονταν μέσα στο αμάξι της, κρυφά απ’ όλους, μυστικά. Και όλα αυτά τα είχε δεχτεί εξ αρχής γιατί τον ερωτεύτηκε, γιατί της υποσχέθηκε πως με την άλλη κοπέλα είχε σχεδόν τελειώσει, πως μόνο το σπίτι τους ένωνε και πως απλά περίμενε να μαζέψει λεφτά για να νοικιάσει κάπου μόνος του. Και για πολλούς άλλους λόγους που τώρα ακούγονταν τόσο γελοίοι στα αυτιά της αλλά πριν λίγες μέρες τους πίστευε. Ή απλά ήθελε να τους πιστέψει.

«Μια βόλτα ακόμα. Μόνο αυτό σου ζητώ!»
Το τελευταίο μήνυμα του την χτύπησε σαν κεραυνός.
«Σε πέντε στην γωνία έξω από το σπίτι σου» του απάντησε.
Και πήγε προς τα εκεί. Σε πολύ λίγο χρόνο είχε φτάσει. Την περίμενε εκεί. Με βλέμμα θλιμμένο και ώμους γερτούς. Σε τίποτα δεν έμοιαζε με εκείνον. Αυτόν που ερωτεύτηκε, αγάπησε και πόθησε τόσο πολύ. Μα αυτός ο άντρας που είχε μπροστά της δεν ήταν εκείνος! Ήταν ένα ανδρείκελο, ένα κακέκτυπο του αγαπημένου της. Εκείνος που ερωτεύτηκε απλά δεν υπήρχε πια.

Μα και εκείνη δεν ήταν η ίδια. Δεν ήταν το γλυκό ερωτευμένο κορίτσι που είχε γνωρίσει. Ήταν μια πολύ εκνευρισμένη, πληγωμένη γυναίκα. Δεν πήγαινε για να τον συναντήσει για να πάνε μια βόλτα. Αλλά για να δώσει ένα τέλος, όπως το ήθελε εκείνη.

Κατέβηκε από το αμάξι και βρόντηξε την πόρτα. Τον πρόλαβε πριν καν ανοίξει το στόμα του.
«Καμία βόλτα! Ποτέ ξανά! Το εμείς δεν υπάρχει. Το σκότωσες. Όπως και ό,τι όμορφο είχαμε. Και εμένα με σκότωσες. Και από αύριο δεν θα υπάρχω, ούτε για εσένα ούτε και για κανέναν άλλο. Παραιτήθηκα σήμερα και αύριο φεύγω από το νησί!».
Αυτές τις τελευταίες λέξεις τις πέταξε σαν μαχαίρια. Τις πέταξε και έφυγε.

Το αμάξι της θα ξέπλενε τα δάκρυα, την στενοχώρια και την πίκρα της. Την προδοσία του όμως δεν μπορούσε να την μαλακώσει καμία βόλτα…

Άρτεμις Γ.Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading