Γιασεμί, όπως… αγάπη!

Μόλις είχε γυρίσει από φαντάρος ο Βλάσης και στο χωριό τίποτα δεν είχε αλλάξει. Στον Πλαταμώνα, όλοι γνωρίζονταν. Ανοιχτό βιβλίο η ζωή του καθενός. Το κουτσομπολιό αποτελούσε καθημερινότητα, είδος διασκέδασης για τις γυναίκες, κυρίως μιας κάποιας μεγαλύτερης ηλικίας. Τα πρωινά μετά το σκούπισμα των αυλών, των δρόμων, το μαγείρεμα, το πλύσιμο, μαζεύονταν για να πιούν το πρωινό τους καφεδάκι πότε στην αυλή της μιας, πότε στα καρεκλάκια έξω στον δρόμο, μπροστά στο σπίτι της άλλης, πότε στο κουζινάκι της τρίτης, με ανοιχτό το παράθυρο πάντα, για να έχουν την επίβλεψη του δρόμου, ποιος περνάει, πού πάει κλπ.

– Ναι καλέ σου λέω! Γι’ αυτό τον έβαλαν ελαφριά πράγματα να κάνει! Ούτε για τον στρατό δεν ήταν άξιος! Την Αγγέλα, την μάνα του, λυπάμαι. Πόση ντροπή!
– Τι να κάνει η καημένη; Από τα κορίτσια ευτυχώς είδε χαΐρι. Και τα τέσσερα καλογέννητα, όλα παντρεύτηκαν, από τις τρεις έχει και πόσα εγγόνια. Αχ, ο μόνος καημός, το Λενιώ της, ένα χρόνο παντρεμένη και να μην κάνει ακόμα παιδί…
– Η Αγγέλα, βασανισμένη! Τι μαντζούνια την βράζει την Λενιώ για να την βοηθήσουν, τι πρόσφορα στην εκκλησία, τι προσευχές. Μα η ψυχή της καίγεται για τον Βλάση…
– Από μωρό την τυραννάει ο άτιμος! Στον τάφο κόντεψε να την στείλει, στον άλλο κόσμο πάνω στην γέννα κι από τότε, μόνο πίκρες!
– Μωρή Χάιδω, αφού το παιδί δεν είναι καλά στα μυαλά του, Θεέ μου σχώρα με!
– Μμμμμ παιδί! Κοτζάμ γάιδαρος! Αχ Παναγίτσα μου, θυμάστε που συνέχεια τον έψαχνε ο δόλιος ο Γιώργης;
– Γιατί εμείς: Λίγες φορές βγήκαμε μες στη νύχτα να τον ψάχνουμε μαζί με τους γονείς του;
– Από μικρό, τον τραβάει το κακό πανάθεμά τον και η μούγκα, μούγκα. Αμίλητος. Μόνο σε κοιτάει με αυτά τα μεγάλα μάτια του.
– Ποιά να τον πάρει; Όλοι στο χωριό τον ξέρουν. Μ’ αυτουνού το μαράζι θα φύγει η Αγγέλα η καημένη.
– Καλέ, μάθατε που χάλασε το προξενιό της Μερόπης;
Το θέμα συζήτησης άλλαξε….

Μέσα σε μία ώρα που κρατούσε το μάζεμα, μέχρι να επιστρέψουν στα σπιτικά τους, όλα τα παλιά και νέα κουτσομπολιά που απασχολούσαν το χωριό, τα ανέλυαν, τα τραβούσαν από τα μαλλιά, τα εμπλούτιζαν. Κάθε φορά, πρόσθεταν αυθαίρετα κι ένα φανταστικό στοιχείο. Ίσως κάπου χανόταν ακόμα και η αλήθεια.

Ο Βλάσης παραλίγο να γεννηθεί πεθαμένος και κινδύνεψε και η μάνα του. Ήταν τυλιγμένος ο ομφάλιος λώρος στο λαιμό του, καθυστέρησε η κάθοδος του μωρού, εμποδίστηκε η κυκλοφορία του αίματος. Η κυρά Παρθένα, έμπειρη μαμή, τα κατάφερε. Παιδεύτηκε η ίδια, παίδεψε και την Αγγέλα, μα σήκωσε στα χέρια το μοναδικό αρσενικό της οικογένειας πολλές ώρες μετά. Δεν έκλαψε όμως αμέσως. Η μάνα, μες στην ταλαιπωρία της, προσπαθούσε να βγάλει φωνή, μα δεν της απόμειναν δυνάμεις. Στα μάτια της καθρεπτίζονταν όλη η αγωνία και η απόγνωση του κόσμου και το σηκωμένο χέρι προς την μαμή, με ανοιχτή την παλάμη, σα να ζητούσε να γίνει το θαύμα, σα να παρακαλούσε. Η κυρά Παρθένα τον τσίμπησε από ‘δώ, τον ταρακούνησε από ‘κεί, σα να του έκανε μαλάξεις, το μωρό πήρε ανάσες, έβγαλε κραυγούλες.

Τον πέταξε πάνω στην αγκαλιά της Αγγέλας σα να ήταν θυμωμένη μαζί του και είπε “κλάψε τώρα κερατά!”. Τους πρώτους μήνες της ζωής του δεν αντιδρούσε σε ήχους, αργότερα δεν ανταποκρινόταν στο κάλεσμα του ονόματός του, δεν φώναζε μαμά, μπαμπά. Ενώ περπάτησε πριν καλά καλά χρονίσει, με σταθερά, δυνατά βηματάκια, την φωνή του την άκουγαν μόνο όταν έκλαιγε. Ούτε το γέλιο του είχαν ακούσει. Η μάνα με τρία κορίτσια, τον κατάκοιτο πεθερό της που φρόντιζε και την κατά διαστήματα βοήθεια στα χωράφια με τα ελαιόδεντρα, δεν παρατηρούσε τις αδυναμίες του αγοριού της. Με τα κλισέ, τότε, λίγο πριν το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου “μωρό είναι ακόμα, τα αγόρια είναι βαριά”, άφηνε στον χρόνο την βελτίωση της κατάστασης του παιδιού. Ο καιρός περνούσε και ο Βλάσης έδειχνε όταν ήθελε να φάει, να πιει νερό, να κάνει οτιδήποτε και γρύλιζε. Η μάνα απέδιδε το κακό στον ομφάλιο λώρο, στο ότι άργησε να βγει, στο ότι δεν έκλαψε αμέσως του άφησε κουσούρι. Πολλές φορές, αμαρτία μεγάλη, μα έπιασε τον εαυτό της να εύχεται να είχε πεθάνει τότε, να μη το έσωζε η μαμή, βαρύ φορτίο για την οικογένεια το “κουσουρλίδικο” παιδί. Τις λέξεις που έμαθε, τις χρωστούσε στην μεγάλη του αδερφή, που του είχε μεγάλη αδυναμία και φρόντιζε τις ανάγκες του. Όταν δεν βοηθούσε τον πατέρα ή την μάνα, ως μεγαλύτερη, τον έπαιρνε στην αγκαλιά της και με υπομονή του έλεγε συνέχεια “πες μαμά, μα – μα, μα -μα”. Όταν κατακτήθηκε η πρώτη αυτή λέξη, ο Βλάσης ήταν σχεδόν δύο χρονών. Ακολούθησαν οι λέξεις ” μπαμπάς, παππούς”, με πολύ κόπο και από τους δύο.

Στο χωριό είχε ήδη την ταμπέλα του, “το μουγγό”, το “προβληματικό”. Οι γονείς του φτωχοί, αμόρφωτοι, πικραίνονταν. Αγόρι το στερνοπούλι τους και να βγει τέτοιο;! Δεν τον πήγαν πουθενά να ψάξουν, να δουν τι συμβαίνει. Η φτώχεια και η ντροπή, δεν τους άφησαν.

Το ξεχώριζαν πάντα από τα κορίτσια. Το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, έμενε στο σπίτι ώρες μόνο του, αφού οι δύο μεγάλες του αδερφές, πήγαιναν στα χωράφια και στα ζώα, να βοηθάνε τον μπαμπά τους και η τελευταία αδερφή, η τυχερή της οικογένειας, ήταν στο σχολείο. Για εκείνον ούτε λόγος για σχολείο. Να κάνει τι εκεί; Ο δάσκαλος σίγουρα θα τον έστελνε πίσω, αφού δε θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Από το να τον κουτσομπολεύουν, να τους πιάνουν όλους στο στόμα τους, καλύτερα στο σπίτι, αρκετά τους σχολίαζε το χωριό. Πήγαινε κοντά στην μάνα του να χαϊδευτεί, να παίξει κι εκείνη δεν του έδινε σημασία. Ή θα έβαζε μπουγάδα ή θα ζύμωνε ψωμιά για να χορτάσει τόσα στόματα ή θα μαγείρευε ή θα τάιζε και θα έπλενε τον παππού ή θα έλειπε. Την περισσότερη ώρα την περνούσε στην αυλή, είτε καλοκαίρι είτε χειμώνα. Σκάλιζε με τα χέρια του τρύπες στην άμμο, έθαβε κάλτσες των άλλων, κουτάλια που τα έπαιρνε κρυφά, και στο πρόσωπό του ζωγραφιζόταν η χαρά της σκανταλιάς. Τους έβλεπε να τρέχουν, να ψάχνουν, την μαμά του να χτυπάει το χέρι στα γόνατα, να ξεφυσάει και γελούσε πονηρά.

Περνούσαν τα χρόνια κι έμαθε να είναι μόνος. Δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν. Την γλώσσα του σώματος καταλάβαινε περισσότερο. Από τις κινήσεις, την ηρεμία ή την ένταση με την οποία γινόντουσαν, από τις συσπάσεις στο πρόσωπο, καταλάβαινε αν τον μαλώνουν ή του ζητάνε κάτι. Προτιμούσε να απομονώνεται στην πίσω αυλή, μακριά από τα βλέμματα των γειτόνων που τον έκαναν να αισθάνεται άσχημα. Το μόνο που άκουγε ήταν ο ήχος του τρένου όταν περνούσε από τις γραμμές κοντά στο σπίτι τους. Τίναζε προς τα πίσω το κεφαλάκι του, άνοιγε τα μάτια του διάπλατα και απολάμβανε την αίσθηση στα αυτιά, που δεν του ήταν συνήθης.

Μια μέρα, καθώς έπαιζε με τα χώματα του κήπου, από έξω πέρασε μια γάτα. Άνοιξε την πόρτα χαρούμενος να πάει να την πιάσει. Η γάτα άρχισε να τρέχει. Πίσω της έτρεχε κι εκείνος. Η μαμά του, που τον είδε να φεύγει τον φώναζε, μα εκείνος συνέχισε, πέρασε χωρίς να ελέγξει τις γραμμές του τρένου, συνέχισε όλο το δρόμο μέχρι που λαχανιασμένος έφτασε στα κάτω σπίτια του χωριού, κοντά στην θάλασσα, χάνοντας όμως την γάτα από τα μάτια του. Σταμάτησε απότομα, όταν μια μυρωδιά έντονη, του τρύπησε τα ρουθούνια, του προκάλεσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση, το ίδιο ευχάριστη σαν αυτή όταν περνούσε τρένο. Κοίταξε γύρω του κι έψαχνε από πού ερχόταν. Το θαλασσινό αεράκι έφερε πιο κοντά του και πιο δυνατή την οσμή που τον μάγεψε. Έκλεισε τα μάτια και ρουφούσε τον αέρα με μανία. Σούφρωνε την μυτούλα του και εισέπνεε βαθιά. Ο φράχτης ενός σπιτιού μπροστά του, είχε ένα αναρριχώμενο φυτό, με άσπρα μικρά ανθάκια που η μυρωδιά τους ήταν γλυκιά, διαπεραστική, εθιστική. Έκοψε ένα άσπρο ανθάκι και το κόλλησε στην μύτη του.

Στην επιστροφή για το σπίτι, περνούσε το τρένο. Κοντοστάθηκε. Ήταν τόσο χαρούμενος. Οι δύο αισθήσεις του σε διέγερση. Άκουγε και μύριζε και όλα για μια στιγμή ήταν τόσο όμορφα! Μέχρι που όταν απομακρύνθηκε πια το τρένο, είδε απέναντι την μάνα του, με τα χέρια στη μέση να τον κοιτάζει απειλητικά. Τι ξύλο έφαγε! Δεν πτοήθηκε. Είχε βρει έναν δικό του τρόπο να κάνει τη βουβή ζωή του πιο υποφερτή. Ξεπόρτιζε, έκοβε μια χούφτα άσπρα ανθάκια που το άρωμά τους γέμιζε τα πνευμόνια και την ψυχή του και πήγαινε στην σήραγγα, κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα. Είχε βρει το καταφύγιό του. Περπατούσε πάνω στις ράγες του τρένου, από το Γερμανικό φυλάκιο μέχρι το τούνελ κι εκεί καθόταν με τις ώρες. Αγνάντευε την θάλασσα, μύριζε την μαγική του ανακάλυψη στη χούφτα του και τα αυτιά του γλυκαίνονταν στη βοή του τρένου. Παράξενο, μα τότε ένιωθε ζωντανός. Έτσι κι αλλιώς μόνος του ένιωθε ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους. Αποκομμένος, βάρος για την οικογένεια. Πόσες φορές, οι γείτονες και η μάνα του τον έψαχναν, έτρωγε κι ένα χέρι ξύλο όταν τον έβρισκαν και τον έσερναν στο σπίτι.

Μεγάλωνε με το στίγμα του καθυστερημένου, του παιδιού που δεν μπορεί να συνεννοηθεί, να μιλήσει. Όταν παντρεύτηκε η μεγάλη του αδερφή μόλις ενηλικιώθηκε, εκείνος ήταν δώδεκα χρονών. Έχανε και το τελευταίο άτομο που είχε μια κάποια επαφή. Όλοι χαίρονταν κι εκείνος ένιωθε μια παγερή ερημιά να τον τυλίγει. Αργότερα, στο γλέντι, στον δρόμο έξω από το σπίτι τους, ήταν και η εγγονή της κυρά Χάιδως, της γειτόνισσας. Είχαν έρθει με τους γονείς και τα αδέρφια της για διακοπές, στη γιαγιά, στον Πλαταμώνα. Μια ηλικία με τον Βλάση, την θυμόταν από μικρή. Η Φαίδρα, ήταν ένα κορίτσι χαριτωμένο, με κόκκινα μαλλιά και φακίδες, πολύ ξεχωριστή φυσιογνωμία. Φορούσε γυαλιά, με χοντρούς φακούς, που έκαναν τα μάτια της να φαίνονται τεράστια, σα να τα βλέπεις με μεγεθυντικό φακό. Δεν σταμάτησε να χορεύει το κορίτσι, ανάμεσα στους μεγάλους. Στα αυτιά του Βλάση έφταναν οι ήχοι από το μπουζούκι κι αυτό έφερε μια ισορροπία στον φορτωμένο ψυχισμό του. Χάδι στα αυτιά του. Πήγε κοντά στον οργανοπαίχτη κι οι νότες τον συνεπήραν. Δεν άλλαξε θέση, μέχρι το χάραμα που έληξε το γλέντι. Σηκώθηκε μόνο όταν έβγαλε από την τσέπη του άσπρα ευωδιαστά ανθάκια και άφησε λίγα στο χέρι της Φαίδρας και τα υπόλοιπα στο χέρι της νύφης. Η αδερφή του τον αγκάλιασε σφιχτά, του είπε ότι τον αγαπάει κι ας μην το άκουσε. Το είδε στο βλέμμα της, το ένιωσε στο άγγιγμά της. Η μικρή κοκκινομάλλα του χαμογέλασε και πιάνοντας το φόρεμά της από τις άκρες, έκανε μια μικρή υπόκλιση, σαν ντροπαλή πριγκιπισσούλα και φύλαξε τα ανθάκια στην τσέπη της.

Λίγες μέρες μετά κι ενώ νόμιζε ότι ήταν μόνος, στο γνωστό του καταφύγιο, μπροστά του βρέθηκε το κορίτσι με τις φακίδες.
– Σε φώναζα!, του είπε χαμογελαστή.
Ο Βλάσης την κοιτούσε χωρίς να μιλάει.

Η γιαγιά Χάιδω της είχε πει ότι είναι μουγγός, ότι δεν καταλαβαίνει, ότι εξαφανίζεται στη σήραγγα. Η Φαίδρα έβαλε το χέρι της στην τσέπη, έβγαλε μια καραμέλα κι ένα μάτσο κομμένα ανθάκια, ίδια με εκείνα, τα δικά του.
Ο νεαρός γούρλωσε τα μάτια.

– Για σένα τα έφερα, κατάλαβα ότι σου αρέσουν. και έτεινε τα χέρια της προς το μέρος του.
Το αγόρι έβαλε στο στόμα την καραμέλα και βάλθηκε να μυρίζει τα λουλουδάκια.
Έκατσαν δίπλα δίπλα και η στιγμή ήταν γεμάτη συντροφιά, ησυχία, άρωμα…

Όταν ήρθε η ώρα να πάει στρατό, έφτασε και η ώρα να μάθουν την βαρηκοΐα εκ γενετής. Ο μπαμπάς του, αν και δεκαοχτώ χρόνια μετά, ανακουφίστηκε ότι δεν έχει ένα “χαζό” παιδί, βαρέως το έφερνε όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως για τα κουτσομπολιά του κόσμου και που δεν μπορούσε να παινευτεί κι αυτός για το αρσενικό της οικογένειας, ντρεπόταν. Η μάνα του, αν και δεκαοχτώ χρόνια μετά, ένιωσε τύψεις που δεν το έψαξε νωρίτερα, που παραμέλησε τον γιο της. Το χωριό και δεκαοχτώ χρόνια μετά, δεν άλλαξε ρότα. Κάποια πράγματα δυστυχώς δεν αλλάζουν, όσο δεν αλλάζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Ήταν και πάλι το μουγγό, το περίεργο, το ακοινώνητο. Η θητεία του ήταν σε πιο ελαφριές υπηρεσίες λόγω του θέματός του. Δεν τον πίεζαν. Οι φαντάροι τον άφηναν στην ησυχία του, αφού στις υποχρεώσεις του ήταν σωστός.

Όταν απολύθηκε, πήγαν σε γιατρό και φόρεσε ακουστικό βαρηκοΐας. Ήταν αισθητή η αλλαγή για ‘κείνον. Ήχους όπως γέλιο, κλάμα, παλαμάκια, ραδιόφωνο δεν τους γνώριζε. Το κυριότερο, οι φωνές των γονιών του. Πλησίαζαν στο αυτί με το ακουστικό και μιλώντας δυνατά, άκουγε τις φωνές τους. Άκουσε το γάβγισμα του σκύλου στο διπλανό σπίτι, όταν το πλησίασε κι αυτό από την χαρά του χοροπηδούσε, κουνούσε την ουρά και γάβγιζε δυνατά, χωμένο στην αγκαλιά του. Τόσα χρόνια, έβλεπε απλά να ανοιγοκλείνουν το στόμα. Μόνο όταν φώναζε δυνατά η μαμά του το όνομά του, όταν χανόταν μικρός, έφτανε κάπως στα αυτιά του. Τόσα χρόνια, είχε αναπτύξει την γλώσσα του σώματος για να αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του, τις προθέσεις των άλλων. Ένας καινούργιος κόσμος ανοίχτηκε για τον Βλάση. Σα να ξαναγεννήθηκε και να έπρεπε να μάθει, όσα δεν μπόρεσε όταν ήταν παιδί.

Καθόταν στις ράγες και προσπαθούσε να ακούσει τον ήχο της θάλασσας, όταν είδε από μακριά μια κοπέλα να έρχεται και να κουνάει το χέρι της, χαιρετώντας τον.
– Ήξερα πως θα σε βρω εδώ. Σήμερα ήρθαμε!, είπε η Φαίδρα και χαμογέλασε.
– Γ…γεια, είπε διστακτικά ο Βλάσης που δεν άκουσε τι του είπε, μα άκουγε βαθιά την φωνή του και ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει και να το συνηθίσει.
Της έδειξε το ακουστικό και έκανε νόημα να μιλάει πιο δυνατά.

– Μου είπε η γιαγιά Χάιδω για το ακουστικό. Βασικά, πρόλαβε να μου πει σε μια ώρα τα νέα όλου του χωριού!, του είπε δυνατά στο αυτί και γέλασαν και οι δύο.
– Θέλω να σου δείξω κάτι. Θυμάσαι;
Έβαλε το χέρι στην τσέπη της φούστας της κι έβγαλε μια χαρτοπετσέτα. Την άνοιξε και μέσα είχε αποξηραμένα τα άσπρα ανθάκια που της είχε δώσει στον γάμο της αδερφής του.
– Ναι… είπε μόνο ο Βλάσης και τα μάτια του βούρκωσαν.
– Το λένε γιασεμί!, του είπε δυνατά και καθαρά.
– Για-σε-μί; επανέλαβε συλλαβιστά μαγεμένος.

Ολόκληρο το καλοκαίρι, η Φαίδρα έμεινε στον Πλαταμώνα. Έπαιρνε μαζί της τετράδια και μολύβια και του έμαθε να γράφει και να διαβάζει. Ήταν εξαιρετικά εύστροφος. Κι εκείνη εκπληκτική δασκάλα. Η δασκάλα με τα κόκκινα μαλλιά. Όταν ο αέρας ανέμιζε τα μαλλιά της, φαινόταν το κάτασπρο δέρμα με τις φακίδες και δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε δει ποτέ στη ζωή του τίποτα πιο όμορφο από ‘κείνη. Με το ραδιοφωνάκι με τις μπαταρίες που κρατούσε στο αυτί του ακούγανε μουσική, κολυμπούσαν στα βαθιά στη θάλασσα, κάθονταν στη σήραγγα, έκαναν βόλτες, χόρταιναν ο ένας τον άλλον. Ένα βράδυ του Ιούλη με πανσέληνο, της ζήτησε να πάνε για νυχτερινό μπάνιο. Πριν βγάλει το ακουστικό, άπλωσε το χέρι του να της βγάλει τα γυαλιά. Απόρησε η Φαίδρα, έπιασε το χέρι του μαλακά. “Δεν θα βλέπω τίποτα, είναι και βράδυ!”, του είπε.
“Θα είσαι εσύ τα αυτιά μου κι εγώ τα μάτια σου!”, της απάντησε και το κορίτσι αφέθηκε πάνω του. Της έπιασε το χέρι και σιγά σιγά, μπήκαν στο νερό. Εκεί, η Φαίδρα χωρίς καλά καλά να τον βλέπει, ο Βλάσης χωρίς να την ακούει, έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Είπαν το πρώτο τους σ’ αγαπώ χωρίς λέξεις. Το σώμα βλέπει και ακούει με την καρδιά. Η πανσέληνος τους έλουζε, έδινε στο φιλί τους κάτι από την μαγεία της. Έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι, ακριβώς στην φωτεινή αντανάκλαση πάνω στο νερό και η σιωπή τους τα έλεγε όλα. Βγήκαν, άπλωσαν τις πετσέτες τους, ξάπλωσαν ανάσκελα πιασμένοι χέρι χέρι, κοιτούσαν τα άστρα κι έκαναν όνειρα.

Η γιαγιά Χάιδω δεν ήξερε πού να κρυφτεί, όταν έμαθε από την εγγονή της, με ποιόν “τραβιέται”.
– Καλύτερα να έβαζες μπουρλότο και να έκαιγες το σπίτι μου!
– Βρε γιαγιά, τι είναι αυτά που λες;
– Με το μουγγό βρε παιδάκι μου;
– Δεν είναι μουγγός γιαγιάκα μου, έχει βαρηκοΐα. Φοράει το ακουστικό του και μιλάει μια χαρά.
– Πανάθεμά σε! Τόσα αρσενικά, από αυτόν στραβώθηκες;
– Μη ξεχνάς, ότι έχω στραβομάρα!, της είπε γελώντας, της έδειξε τα γυαλιά της και την αγκάλιασε.

Στον γάμο τους, η Φαίδρα κρατούσε ανθοδέσμη από γιασεμιά και στο γλέντι τα τραπέζια, είχαν παντού γύρω από τα πιάτα, ανθάκια σκορπισμένα. Το πρώτο τους παιδί ήρθε πολύ γρήγορα, ο γιός τους, που τους ολοκλήρωσε την ευτυχία. Όταν μετά από τέσσερα χρόνια γεννήθηκε η κόρη τους, ήταν σα να βλέπουν τη Φαίδρα μικρή, με κόκκινα μαλλάκια και φακιδούλες. Τα μεγάλωναν με αγάπη. Μαζί στα εύκολα, στα δύσκολα, στις αρρώστιες, στις ευθύνες, στα γλέντια, στα γέλια, στα κλάματα.

Για τα τεσσαρακοστά γενέθλια της γυναίκας του, ο Βλάσης οργάνωσε μία έκπληξη μόνο για τους δυο τους. Στην παραλία, κάτω από το Κάστρο του Πλαταμώνα που έδωσαν το πρώτο τους φιλί, έβαλε δύο καρέκλες, τραπεζάκι, ένα κασετοφωνάκι, τούρτα, κρασί, συνοδευτικά, κεριά αναμμένα και γιασεμιά.
– Θυμάσαι; την ρώτησε και την φίλησε.
– Τα πάντα!, απάντησε εκείνη.

Πάτησε το κουμπί στο κασετόφωνο και έπαιζε μια μουσική που δεν αναγνώρισε η γυναίκα του.
– Δεν μπορώ να καταλάβω ποιο είναι.
– Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε. Άκου…

“Να σε πάρω δικιά μου με έναν έρωτα τρελό.
Φουρτουνιάζει κι απόψε το μυαλό.
Το φεγγάρι αλήτης σου χαϊδεύει το κορμί.
Κι η νύχτα μυρίζει γιασεμί.
Τώρα τι να σου πω.
Φταίω που σ’ αγαπώ
Τ’ άστρα χίλιοι καημοί
Κι η νύχτα μυρίζει γιασεμί”.

– Αγάπη μου, αυτό το τραγούδι είσαι εσύ!, του είπε και τον φίλησε γλυκά.
– Αυτό το τραγούδι είμαστε εμείς! Εσύ μου έμαθες την λέξη!, απάντησε και ανταπέδωσε ένα παθιασμένο φιλί.
– Εσύ μου έμαθες να τα αγαπώ. Έχω ακόμα φυλαγμένα, εκείνα στη χαρτοπετσέτα.

Την αγκάλιασε κι άρχισαν ξυπόλητοι πάνω στην άμμο να χορεύουν υπό τους ήχους του τραγουδιού. Όλα ομορφαίνουν με την απλότητα της αγάπης, όλα αλλάζουν. Οι ήχοι και τα αρώματα γίνονται μνήμες, ενώνουν τους ανθρώπους για πάντα. Όταν η νύχτα μυρίζει γιασεμί, για κάποιους μοσχοβολάει αγάπη.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading