Ξεκλείδωσε την πόρτα με βαριά χέρια. Το κλειδί γύρισε αργά, σαν να ήθελε να καθυστερήσει την είσοδό της στο άδειο διαμέρισμα. Ο ήχος από τα νύχια του Άρη, του σκύλου της, αντήχησε στο ξύλινο πάτωμα. Ήταν ο μόνος που την περίμενε.
Άφησε την τσάντα στον καναπέ και κάθισε χωρίς να ανάψει φως. Στο ημίφως, όλα έμοιαζαν στάσιμα. Οι ίδιες κούπες στο τραπέζι, οι ίδιες σκιές στους τοίχους. Το κινητό της αναβόσβηνε. Μια υπενθύμιση: «Σε ένα μήνα έχεις γενέθλια».
“43…” ψιθύρισε. Ήχος άδειος. Δεν της άρεσε η ζωή της. Οι μέρες της έμοιαζαν με λευκές σελίδες που δεν ήξερε πώς να γεμίσει. Δουλειά, σπίτι, ύπνος. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Άναψε ένα τσιγάρο και πήρε μια βαθιά τζούρα. Ο καπνός γέμισε το δωμάτιο, σαν να ήθελε να καλύψει το κενό μέσα της. Κοίταξε τον Άρη, που την παρακολουθούσε σιωπηλός.
«Τι κάνω;» αναρωτήθηκε δυνατά. Η απάντηση ήρθε σχεδόν αυτόματα. Δεν ήθελε απλώς μικρές αλλαγές. Ήθελε να τα γκρεμίσει όλα. Να φύγει από τη δουλειά που τη ρούφαγε, να κόψει δεσμούς που την κρατούσαν πίσω, να διώξει ό,τι την εγκλώβιζε.
«Αύριο παραιτούμαι», είπε ψιθυριστά, και η φωνή της ακούστηκε πιο δυνατή από ποτέ. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι με μια σιγουριά που δεν είχε ξανανιώσει.
«Φτάνει πια!»
Ο Άρης την κοίταξε, σαν να κατάλαβε.
«Θα τα αλλάξουμε όλα, Άρη. Θα τα γκρεμίσουμε και θα τα χτίσουμε από την αρχή.»
Άνοιξε το παράθυρο διάπλατα. Ο κρύος αέρας μπήκε μέσα, παρασύροντας τον καπνό και μαζί του ό,τι την βάραινε.
Ένας μήνας. Όχι για να γεμίσει απλώς τις σελίδες. Ένας μήνας για να ξαναγράψει το βιβλίο της ζωής της. «Θα τα αλλάξουμε όλα, Άρη. Θα τα γκρεμίσουμε και θα τα χτίσουμε από την αρχή.»
Η φωνή της αντήχησε στο άδειο διαμέρισμα, αλλά η ησυχία που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από πριν. Ο Άρης αναστέναξε και ξάπλωσε δίπλα της, κουλουριασμένος. Εκείνος ήταν πάντα εκεί. Οι άλλοι, όμως;
Έγειρε το κεφάλι της πίσω και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο ταβάνι. Μια φορά κι έναν καιρό, το κινητό της δε σταματούσε να χτυπάει. Κλήσεις, μηνύματα, καλέσματα. Τώρα έμενε σιωπηλό, εκτός από εκείνες τις τυπικές ευχές στα γενέθλια και τις γιορτές.
Έπιασε το κινητό της και κύλησε την οθόνη πάνω-κάτω. Τίποτα. Ούτε ένα μήνυμα που να μην είναι διαφήμιση. Σκέφτηκε να στείλει η ίδια, αλλά τι να πει; «Γεια, θέλετε να βγούμε;». Και να ακούσει πάλι τις ίδιες δικαιολογίες; «Δεν προλαβαίνω», «Έχω τα παιδιά», «Έχουμε τραπέζι στους γονείς»… Ήταν πιο εύκολο να μην το κάνει.
Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο.
«Δεν αντέχεται αυτή η σιωπή, Άρη.»
Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε με εκείνα τα βαθιά, καστανά μάτια. Σαν να της έλεγε ότι καταλάβαινε. Ίσως ήταν ο μόνος που την καταλάβαινε.
Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε ως την κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και κοίταξε τα ρούχα της. Ήταν όλα ίδια. Μαύρα, γκρι, ουδέτερα. Όπως κι εκείνη. Ούτε ίχνος χρώματος. Ήταν λες και είχε μάθει να κρύβεται μέσα στα ρούχα της, όπως κρυβόταν και στη ζωή της.
Έσυρε ένα παλιό κουτί από το κάτω ράφι. Το άνοιξε και βρήκε φωτογραφίες. Εκείνη, γελαστή, με την Ελένη σε ένα ταξίδι. Με τη Σοφία σε μια συναυλία. Με τη Δήμητρα σε μια παραλία. Στιγμές που έμοιαζαν ξένες. Άλλος άνθρωπος.
Έπιασε μία φωτογραφία και την κοίταξε προσεκτικά.
«Πού πήγε αυτή η κοπέλα;» μουρμούρισε.
Τότε θυμήθηκε τα λόγια που είχε πει: «Θα τα γκρεμίσουμε και θα τα χτίσουμε από την αρχή.»
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Όχι μικρές αλλαγές. Μεγάλες. Ριζικές. Να παραιτηθεί από τη δουλειά που τη ρούφαγε, να κόψει σχέσεις που της ρουφούσαν την ενέργεια, να διώξει ό,τι την κρατούσε πίσω. Να μην περιμένει άλλο μήνυμα από κανέναν.
Πήρε το κινητό και μπήκε σε μια εφαρμογή με αγγελίες. Έψαξε για μαθήματα φωτογραφίας. Κάτι που πάντα ήθελε να κάνει, αλλά ποτέ δεν έβρισκε χρόνο. Μετά, κοίταξε ταξιδιωτικά πακέτα. Ένα ταξίδι μόνη της. Ένα βήμα έξω από τη ζώνη ασφαλείας της.
Κοίταξε τον Άρη.
«Θα έρθεις κι εσύ μαζί μου. Δεν θα σε αφήσω πίσω.»
Άφησε το τσιγάρο να σβήσει μόνο του. Δεν της άρεσε η ζωή της, αλλά μπορούσε να την αλλάξει. Όχι αύριο, όχι αργότερα. Από τώρα.
Ένας μήνας.
Ένας μήνας για να ξαναβρεί εκείνη τη γυναίκα στις φωτογραφίες.
Για πρώτη φορά, δεν της φαινόταν αδύνατο.
………………………………………………………………………
Η Μαρία στάθηκε μπροστά στην τούρτα της, τα κεράκια έτρεμαν από τη φλόγα. Γύρω της, οι λίγοι που είχαν απομείνει γελούσαν και μιλούσαν ανέμελα. Ο Άρης κουλουριασμένος στα πόδια της, την κοίταζε με εκείνο το βλέμμα που έμοιαζε να καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.
Έκλεισε τα μάτια και φύσηξε. Τα κεράκια έσβησαν, αλλά μέσα της κάτι άναβε ακόμα πιο έντονα η φλόγα.
Το βλέμμα της καρφώθηκε σε μια γωνιά του σαλονιού. Άδεια καθίσματα. Τώρα δεν ήταν πια εδώ, Κανείς.
Ο προϊστάμενός της. Ο άνθρωπος που την ταπείνωνε καθημερινά, που της έκοβε τα φτερά. Δεν ήταν πια εδώ. Ένα βράδυ, ύστερα από μια «σύντομη κουβέντα» στο πάρκινγκ, τα φρένα του αυτοκινήτου του… απέτυχαν. Ένα απλό τροχαίο, είπαν όλοι.
Ο πρώην της. Εκείνος που την έλιωνε με λόγια, που της ρούφαγε τη ζωή. Ξαφνική ανακοπή καρδιάς, στα σαράντα πέντε του. Εξάλλου, το άγχος σκοτώνει, δεν λένε;
Και η παλιά της φίλη. Εκείνη που τόσο εύκολα έγλειψε τα σκαλοπάτια για να ανέβει ψηλά. Μέχρι που τα σκαλοπάτια της έγιναν γλιστερά. Πολύ γλιστερά. Μια πτώση… μια πτώση, ένας σπασμένος αυχένας. Ατύχημα, βιαστικά είπαν όλοι.
Η Μαρία αναστέναξε. Μικρά, αθόρυβα κομμάτια σε ένα παζλ που έφτιαξε μέσα σε έναν μήνα.
Ήταν όλα τόσο καθαρά. Τόσο τέλεια. Τόσο όμορφα σμιλεμένα με τη μοναδική της δύναμη.
Τα πράγματά της ήταν έτοιμα δίπλα στην πόρτα. Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Κανείς δεν μπορούσε να τη σταματήσει πια. Ούτε οι αναμνήσεις. Ούτε οι τύψεις.
Φόρεσε το παλτό της, έδεσε το φουλάρι της και χάιδεψε το κεφάλι του Άρη. «Ό,τι με έπνιξε, το έθαψα.»
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στη νύχτα. Πίσω τους, το σπίτι έμεινε άδειο. Σιωπηλό. Σαν τάφος. Ο αέρας ήταν κρύος, αλλά την αναζωογονούσε. Ένα αίσθημα ελευθερίας πλημμύρισε το σώμα της, σαν να άφηνε πίσω της όλη την καταπίεση, τη σιωπή, τη θλίψη. Ο κόσμος ήταν ανοιχτός μπροστά της, και ο φόβος της πλέον ανύπαρκτος.
Ο Άρης την ακολούθησε σιωπηλά.
Και πίσω τους, το σπίτι έμεινε άδειο. Σιωπηλό. Σαν τάφος. Σαν να μην είχε ποτέ υπάρξει εκεί. Ένα κελί που έσβησε μαζί με τις ελπίδες της για μια ζωή που δε την άξιζε.
Η Μαρία ήξερε πως το επόμενο κεφάλαιο δεν είχε να κάνει με την παλιά, περιορισμένη ζωή της. Πλέον, είχε το δικαίωμα να επιλέξει ποια ήθελε να είναι.
Και το μόνο που ήθελε ήταν να προχωρήσει μπροστά.
Το εισιτήριο της ζωής της ήταν στα χέρια της. Πρώτη φορά, ένιωθε πως μπορούσε να ελέγξει την πορεία της. Και αν το παρελθόν της την είχε διαμορφώσει, το μέλλον της ανήκε εξ ολοκλήρου.
Ο Άρης γρύλισε, κουνώντας την ουρά του, και την κοιτούσε με τα απίστευτα μάτια του, σαν να της έλεγε ότι ήταν έτοιμος να ακολουθήσει σε κάθε βήμα, σε κάθε νέα αρχή. Μαζί.
Το σπίτι τους πίσω, το βραδινό σκοτάδι μπροστά, και εκείνη η ανάσα της ελευθερίας να γεμίζει την καρδιά της.
Τώρα πια, δεν την ένοιαζε τίποτα. Ένας μήνας είχε περάσει και όλα είχαν αλλάξει.
Ένας μήνας και όλη η ζωή της, οι φόβοι, οι αμφιβολίες, όλα τα είχε γκρεμίσει για να τα ξαναχτίσει από την αρχή.
Αφροδίτη Αυγερινού
