Η άψυχη κούκλα

Όταν προορίζεσαι να γίνεις μια πλαστική κούκλα, αφού περνάς από διάφορους τομείς επεξεργασίας στο εργοστάσιο κατασκευής, κλείνεσαι σε ένα διάφανο κουτί και παίρνεις την θέση σου σε ένα ράφι μαγαζιού, δίπλα σε χιλιάδες άλλες κούκλες, αριστερά και δεξιά σου. Η αγωνία μεγάλη για το πώς φαίνεσαι, για το αν αρέσεις, για το αν σε διαλέξουν. Βλέπεις τον κόσμο να περνάει από μπροστά σου και εύχεσαι να είχες φωνή, να τους μιλήσεις, να τους πεις να σε πάρουν στο σπιτικό τους, στο παιδικό δωμάτιο ενός κοριτσιού. Καθημερινά στέκονται μπροστά σου, σε κοιτούν, μα προσπερνούν, επιλέγουν το διπλανό κουτί, την κούκλα με το νυφικό κι εσύ παραμένεις στην ίδια θέση. Κάποιοι σε παίρνουν στα χέρια, σε παρατηρούν και η πλαστική καρδούλα σου πάει να σπάσει από χαρά, σκέφτεσαι πως ήρθε η ώρα να φύγεις από το ράφι, μα σε αφήνουν πάλι πίσω. Πόση απογοήτευση μπορεί να χωρέσει σε μια ψεύτικη κούκλα, κανείς άνθρωπος δε θα καταλάβει ποτέ. Κι έρχεται εκείνο το κορίτσι, που κάπως σου μοιάζει και σε δείχνει με το μικρό δαχτυλάκι. Και ακούς την γλυκιά της φωνούλα να λέει, “αυτήν θέλω” και αυτές οι δύο λέξεις γίνονται βάλσαμο στα αυτιά και την ψυχή σου. Δεν την έπεισαν να βάλουν το κουτί σε σακούλα, ήθελε να το κρατάει στο χέρι, να βλέπει την κούκλα της, είχε τόση χαρά. Πού να ‘ξερε ότι η κούκλα στο χέρι της, είχε περισσότερο ενθουσιασμό από την ίδια.

Όταν έφτασαν στο σπίτι, η κούκλα είχε μια συγκλονιστική εμπειρία. Η μικρούλα που της έμοιαζε, την έβγαλε από το κουτί και την έκλεισε στην αγκαλιά της. Ανέπνευσε ανθρώπινο αέρα, στο πλαστικό της σώμα ένιωσε το ανθρώπινο δέρμα, το τρυφερό χάδι. Ήταν η πιο ευτυχισμένη κούκλα στον κόσμο. Οι εκπλήξεις από το άνοιγμα του κουτιού και μετά, δεν σταμάτησαν εκεί.
– Μαμά, μαμά, δεν είναι πολύ όμορφη η κούκλα μου;
– Ναι αγάπη μου, είναι η πιο όμορφη.
– Να την πούμε Έμα;
– Πολύ όμορφο όνομα, γειά σου Έμα.
“Τί;! Θα έχω όνομα; Και τόσο όμορφο!”, σκεφτόταν η κούκλα και πετούσε από χαρά.
– Μαμά, δεν μοιάζουμε με την Έμα;
– Ναι μωρό μου. Έχετε ξανθά ίσια μαλλιά μακριά, γαλανά μάτια και το ίδιο όμορφο χαμόγελο.
– Έχω την πιο ωραία κούκλα του κόσμου, σε αγαπώ Έμα!, είπε η μικρούλα και αφού της έδωσε ένα φιλί, την έσφιξε πάλι στην αγκαλιά της.

Η κούκλα, αν είχε φωνή, θα ούρλιαζε από χαρά, αν είχε κίνηση, θα χοροπηδούσε από ευτυχία και θα άνοιγε τα χέρια της να ανταποδώσει την ζεστή αγκαλιά. “Πόσο σπουδαίο να είσαι άνθρωπος! Με ένα φιλί, ένα άγγιγμα, ένα σ’ αγαπώ, μπορείς να χαρίσεις όλο τον κόσμο!”, σκεφτόταν η κούκλα και αν μπορούσε, ήθελε να πει στο ξανθό κορίτσι, “κι εγώ σ’ αγαπώ!”.

Στο δωμάτιο του κοριτσιού υπήρχαν τόσες ακόμα κούκλες. Άλλες πάνω στο κρεβάτι, άλλες στο πάτωμα, άλλες πάνω στο γραφείο κι άλλες, μέσα σε ένα μεγάλο κουτί αποθήκευσης. Η Έμα, ήταν συνέχεια στα χέρια της μικρούλας. Όταν έτρωγε την είχε δίπλα της, όταν έβλεπε παιδικά στην τηλεόραση, την είχε στην αγκαλιά της, όταν κοιμόταν την είχε δίπλα στο μαξιλάρι της. Όταν μαζεύονταν δύο τρία ακόμα κορίτσια, έπαιζαν όλα μαζί, έπλαθαν ιστορίες, με πρωταγωνίστριες τις κούκλες τους, τις άλλαζαν ρούχα, οι ρόλοι της εναλλάσσονταν. Η Έμα ήταν εκστασιασμένη.

Πότε ήταν νύφη και όλο το “σκηνικό” στο μυαλό των κοριτσιών ήταν η εκκλησία, ο γαμπρός, οι καλεσμένοι, ο χορός, η τούρτα.
Πότε ήταν δασκάλα κι μάθαινε λέξεις και αριθμούς στα παιδιά, τα μάλωνε, τα επαινούσε.
Πότε ήταν αστροναύτης στο διάστημα και εξερευνούσε έναν πλανήτη.
Πότε ήταν δήμαρχος και έπρεπε να δίνει εντολές για να γίνουν αλλαγές στους δρόμους, στις πλατείες, για να γίνει πιο όμορφη η πόλη.
Πότε ήταν αστυνομικός και κυνηγούσε τους κακούς, τους έβαζε φυλακή.
Πότε ήταν κομμώτρια ή αισθητικός και κούρευε τις γυναίκες ή τις έβαφε και τις έκανε όμορφες.
Περνούσε τόσο όμορφα, έπαιρνε τόση αγάπη, τόσες αγκαλιές, ένιωθε ότι είναι μέλος μιας οικογένειας.

Κάμποσο καιρό μετά, ένα απόγευμα, το κορίτσι πήγε με την μαμά της στον παιδίατρο και δεν πήρε μαζί της την κούκλα. Σαν σίφουνας άνοιξε ο αδερφός της την πόρτα του δωματίου της. Πήρε την κούκλα στα χέρια του κι άρχισε να της βγάζει τα ρούχα. Με έναν μαύρο μαρκαδόρο, έβαφε με μανία τα γαλάζια μάτια της, μέχρι που όλα σκοτείνιασαν. Το απόλυτο κενό. Την έπιανε άγαρμπα, την κουνούσε, προσπαθούσε να της βγάλει το χέρι, το πόδι, δεν τα κατάφερε. Ακουγόταν χρατς, χρατς, τελικά την άφησε ήσυχη. Η κούκλα ένιωσε μια παγωνιά και δεν ήταν από την έλλειψη των ρούχων. Όταν άκουσε την φωνή του κοριτσιού, όλα ξανά συναρμολογήθηκαν μέσα της. Η πόρτα άνοιξε πάλι, η γνώριμη ζεστή επαφή με το μικρό χεράκι, μα, όλα είχαν αλλάξει…
– Μαμάααααααα, μαμάαααααααα!, ανάμεσα σε κλάματα.
– Ρε Νίκο, γιατί κατέστρεψες την κούκλα της Μαίρης;
“Κατέστρεψες; Τι εννοεί;”, πανικοβλήθηκε η κούκλα.

Η μικρή να κλαίει, η μαμά να μαλώνει και να βάζει τιμωρία και η κούκλα να αγωνιά.
– Δεν την θέλω, να την πετάξεις!
– Θα καθαρίσω τα μάτια της, μωρό μου.
– Όχι! Δεν τη θέλω! Της έκοψε τα μαλλιά, είναι άσχημη. Να την πετάξεις.

Τα μαύρα από μαρκαδόρο μάτια της, μουτζούρωσαν την ψυχή της. Πώς είναι δυνατόν από τη μια στιγμή στην άλλη, να ξεαγάπησε την κούκλα που την είχε συνέχεια στην αγκαλιά της; Πώς είναι δυνατόν να ζήτησε να την πετάξουν; Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φέρεται τόσο άσχημα; Είναι το τέλεια φτιαγμένο ον του Θεού, με σκέψη, αισθήματα. Πώς είναι δυνατόν να επιλέγει να πληγώσει, να προκαλέσει κακό;

Βρέθηκε μαζί με άλλες κούκλες και αυτοκινητάκια, σε έναν χώρο αναμονής που είχε πολλά παιδιά. Αγόρια και κορίτσια που γκρίνιαζαν, έκλαιγαν, έβηχαν, που ήθελαν να φύγουν. Ήταν πικραμένη, απογοητευμένη, μα από το να την πετάξουν, το ιατρείο που μάζευε παιδιά, που τουλάχιστον θα της έδιναν σημασία, φάνταζε όαση.

Το πρώτο βράδυ ήταν απελπιστικό. Αφημένη μπρούμυτα, πάνω στο πρώτο σκαλί μιας πλαστικής τσουλήθρας, χωρίς την ζεστασιά της παιδικής, ανθρώπινης παρουσίας που είχε συνηθίσει, την ανάσα του κοριτσιού που ακουγόταν την νύχτα, το φωτάκι πασχαλίτσα που χρωμάτιζε το σκοτάδι. Ένιωθε παρατημένη, η εγκατάλειψη είχε τρυπώσει μέσα της. Το ίδιο χέρι που την είχε διαλέξει ανάμεσα σε τόσες άλλες κούκλες, την είχε απορρίψει τόσο εύκολα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η ευτυχία ήταν ένα όνειρο που έσβησε απότομα.

Με το φώς της ημέρας, όσο μπορούσε να δει από το ένα μόνο μάτι που είχε σβηστεί λίγο ο μαρκαδόρος που ήταν η αρχή του κακού, μια κυρία μπήκε και καθάριζε. Την πήρε στο χέρι της και είπε, “Παλιόπαιδα, έχετε χίλια παιχνίδια και δεν εκτιμάτε τίποτα! Κοίτα εδώ χάλι!”. Όλες οι κούκλες, τα αυτοκινητάκια, τα παζλ, τα κουζινικά, συμμαζεύτηκαν στα ράφια.
“Αυτήν είπε χάλι; Πόσο κρίμα που υπάρχουν παιδιά που δεν εκτιμούν…”, οι σκέψεις της διακόπηκαν από φωνές και φασαρία. Ένα αγοράκι έτρεξε προς με το μέρος της, άρπαξε το αυτοκινητάκι που ήταν δίπλα της και με την απότομη κίνηση, την έριξε κάτω. Όχι μόνο δεν την σήκωσε, πάτησε και πάνω της, τρέχοντας πέρα δώθε με το αυτοκινητάκι στο χέρι. Η Έμα, σάστισε. Δεν ήταν μαθημένη σε τέτοιες συμπεριφορές με εξαίρεση την βαρβαρότητα του Νίκου, που της στέρησε τα πάντα. Έμενε εκεί, στο πάτωμα και το αγοράκι συνέχισε να την ποδοπατάει. Η μαμά του, κοίταζε κάτι στο κινητό και δεν φρόντισε να του πει να προσέχει, να μη τρέχει μέσα στον χώρο αναμονής, να μαζέψει τα παιχνίδια που έριξε, να μη τα πατάει. Συνέχιζε ανενόχλητος. Ένιωθε ποδοπατημένη, ιδιαίτερα ταλαιπωρημένη, όταν ένα μικρό κοριτσάκι με πιπίλα στο στόμα, την σήκωσε από κάτω και αναθάρρησε. Εκείνο, τράβηξε την πιπίλα από το στόμα και στη θέση της έβαλε το κεφάλι της κούκλας. Τέσσερα κοφτερά δοντάκια, δύο πάνω και δύο κάτω τρυπούσαν το κεφάλι και το ζωγραφισμένο μάτι της. Η μαμά του πετάχτηκε, την πήρε από το στόμα και την πέταξε με δύναμη μακριά από το κοριτσάκι. Τελικά, έχουν δίκιο, όσοι λένε, ότι τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους κι αν θέλουμε να έχουμε σωστή νεολαία, οφείλουμε να την μεγαλώνουμε σωστά.

Για αρκετό καιρό, περισσότερη ώρα της μέρας ήταν στο πάτωμα και τις υπόλοιπες πήγαινε από χέρι σε χέρι κοριτσιών, που περίμεναν την σειρά τους να μπουν στον παιδίατρο για εξέταση ή εμβόλιο, απλά, για να ασχοληθούν με κάτι. Είχε ξεχάσει τι θα πει αγκαλιά, χάδι, παιχνίδι με χαρούμενα πρόσωπα. Είχε ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις όμορφη και πολύτιμη για κάποιον.

Δεν την προτιμούσαν τα κορίτσια. Άκουγε συχνά σχόλια όπως “πόσο άσχημη κούκλα”, “μαμά, ποιός της έκοψε τα μαλλιά;”, “μαμά, γιατί δεν φοράει ρούχα;” και την πετούσαν με αδιαφορία στη σωρό των παιχνιδιών ή απλά την προσπερνούσαν στην αναζήτηση ενός παιχνιδιού.

Μια μέρα, η κυρία που φρόντιζε το χώρο, κρατούσε μια μεγάλη μαύρη σακούλα και καθώς καθάριζε το ιατρείο, έριχνε εκεί μέσα διάφορα σκισμένα αρκουδάκια, σπασμένα αυτοκινητάκια, κούκλες χωρίς κεφάλι ή χέρι. Την πλησίασε, την έπιασε, μουρμούρισε “στα σκουπίδια κι εσύ”, έριξε από πάνω της ένα διαλυμένο εκπαιδευτικό παζλ, μια ξεφούσκωτη μπάλα κι έκλεισε την σακούλα. Η λέξη “σκουπίδια” την πόνεσε. Κανένα αντικείμενο που φτιάχτηκε για να διασκεδάζει παιδικές ψυχούλες, να τα κρατάει συντροφιά, δεν θα έπρεπε να καταλήγει εκεί. Η κυρία άφησε τη σακούλα ανοιχτή δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών. Δεν της πήγαινε η καρδιά να τον ανοίξει και να τα πετάξει απευθείας. Σα να ήθελε να τους δώσει μια ακόμα ευκαιρία. Σα να ήλπιζε ότι θα βρεθούν κάποια κατάλληλα χέρια που θα χτυπήσουν παλαμάκια από χαρά, ακόμα και με αυτά, τα “σκουπίδια”.

Λένε ότι όταν κάνεις κάτι με αγάπη, πάντα πετυχαίνει. Έτσι, η καλή νεράιδα αυτών των κατεστραμένων, για κάποιους, παιχνιδιών, επιλέγοντας να τα αφήσει εκεί, έβαλε το πρώτο λιθαράκι για να σωθούν. Ένας ηλικιωμένος άντρας που δεν του είχε μείνει κανένας πια στον κόσμο τα τελευταία χρόνια για να γεμίζει τα κενά της μοναξιάς του, τριγυρνούσε στα σκουπίδια, στις χωματερές, σε σημεία που οι άνθρωποι πετούσαν άχρηστα για ‘κείνους αντικείμενα και μάζευε όσα μπορούσε. Με δικά του υλικά, προσωπικό χρόνο, υπομονή, επιμονή και μπόλικη αγάπη, τους έδινε πίσω όση χρηστικότητα και ομορφιά γινόταν. Όταν ήρθε η σειρά της κούκλας, πρωτίστως την καθάρισε. Τα γαλανά της μάτια, φάνηκαν όπως όταν ήταν ανέγγιχτη κάποτε μέσα στο κουτί της. Με ένα κομμάτι κόκκινη φόδρα, της έραψε ένα βραδινό, γυαλιστερό φόρεμα, που όχι μόνο κάλυψε την γύμνια της αλλά της θύμισε κάτι από την αρχοντιά της. Το δύσκολο κομμάτι ήταν τα μαλλιά, που βίαια κόπηκαν με ψαλίδι, άνισα, και άσχημα. Δεν ήθελε να το θυμάται. Αναρωτιόταν τι λύση θα έβρισκε ο διάδοχος του γέρο Τζεπέτο. Διάλεξε τον δύσκολο δρόμο και για τον ίδιο και για την κούκλα. Με ένα ξυράφι, ξύρισε το κεφάλι. Η Έμα άρχισε να αμφιβάλλει για τις μεθόδους του γεράκου. Με μια μεγάλη, σκληρή βελόνα, που διαπερνούσε το πλαστικό κεφάλι, περνούσε ένα μοχέρ, καφέ, μαλλάκι, πλεξίματος, πολλές φορές, μέχρι που γέμισε και η κούκλα έγινε ξανά, μακρυμάλλα. Καστανή βέβαια, αλλά με πλούσια κόμη.

“Νομίζω είσαι έτοιμη να σου βρούμε ένα κοριτσάκι που θα σου φερθεί καλύτερα, που θα σε αγαπήσει” της είπε, της έκλεισε το μάτι και την άφησε πάνω στο γραφείο όπου μεταμόρφωνε ό,τι έπιανε στα χέρια του. Η Έμα, που μετά από ότι πέρασε ένιωθε εξαντλημένη, βλέποντας το νέο της εαυτό, θα ήθελε να μπορούσε να τον αγκαλιάσει, να του ζητήσει συγνώμη που έστω και για λίγο αμφέβαλλε, να του πει ευχαριστώ.

Την έβαλε μέσα σε μια χάρτινη σακούλα, τα χερούλια τα ένωσε με μια κόκκινη κορδέλα και βγήκαν από το σπίτι. Η Έμα καρδιοχτυπούσε. Πού θα την πήγαινε άραγε;
Δεν πέρασαν πολλά λεπτά, ο γεράκος, σταμάτησε.
– Τι κάνεις Ιωάννα;
– Δόξα Τω Θεώ κυρ Αλέκο μου, στην ρουτίνα μας, απάντησε η κατά λίγα χρόνια μικρότερη του γυναίκα.
-Θα μου βάλεις ένα λάχανο κι ένα κουνουπίδι σε παρακαλώ;
– Τα καλύτερα θα σου διαλέξω!, είπε η Ιωάννα και βάλθηκε να ψάχνει.

Ένιωθε τόσο υποχρεωμένη σε αυτόν τον άντρα. Άγνωστος, ούτε συγγενής, ούτε φίλος, από διπλανή γειτονιά, μα κάθε μέρα ψώνιζε κάτι από τον πάγκο της, παρότι ήταν ένας άντρας μόνος. Κατάλαβε ότι ήθελε να την βοηθάει χωρίς να την προσβάλλει, χωρίς να φαίνεται ελεημοσύνη. Μόνος, πικραμένος, είχε μάθει την ιστορία του. Έχασε την γυναίκα και το μονάκριβο παιδί τους σε τροχαίο πριν δέκα χρόνια κι έμεινε ολομόναχος. Σκορπούσε καλοσύνη απλόχερα, παντού, αθόρυβα και ταπεινά. Σπανίζουν τέτοιοι άντρες και τον είχε σε εκτίμηση.

Ένιωθε τόσο θαυμασμό γι’ αυτή τη γυναίκα. Μόνη, αφού πριν λίγα χρόνια πέθανε ο άντρας της και δεν είχαν κάνει παιδιά. Η μικρή σύνταξη του συζύγου, δεν έφτανε για να κάνει αυτά για τα οποία είχε γεννηθεί.

Στη γειτονιά, έμενε μια γυναίκα νέα, με τέσσερα παιδιά και άντρα από αυτούς που εύχεσαι να μη σου στείλει ο Θεός στο δρόμο σου. Κατάφερε, με μεγάλο αγώνα να απαλλαχτεί από την παρουσία του και ο αγώνας της ήταν πια, να μεγαλώσει τα παιδιά. Άξια μάνα, μα χωρίς βοήθεια. Θεριό ανήμερο ο άνθρωπος, μα η ζωή σκληρή. Έβλεπε η Ιωάννα που πάλευε ολομόναχη η κοπέλα και δήλωσε παρουσία. Στον κήπο της έβαζε εποχιακά ζαρζαβατικά και πρόσφερε στην οικογένεια να τρώνε. Αργότερα σκέφτηκε να βγάλει έναν πάγκο έξω από τον κήπο της. Από την παραγωγή στην κατανάλωση. Όσα λεφτά μάζευε, τα έδινε στην κοπέλα, για ενίσχυση. Οι γείτονες, μοιρασμένοι σε θετικούς και αρνητικούς με όλο αυτό, μα εκείνη ένιωθε καλά με τον εαυτό της. Διαφορετικοί οι άνθρωποι, ευτυχώς ή δυστυχώς. Σπανίζουν τέτοιες γυναίκες και την είχε σε εκτίμηση.

Ο κυρ Αλέκος, έσκυψε, και χαμογέλασε στο κοριτσάκι δίπλα στην Ιωάννα.
– Και το όμορφο κορίτσι μας εδώ, βοηθάει;
Ήταν το πιο μικρό από τα τέσσερα αδέρφια και η αδυναμία της Ιωάννας. Την είχε υπό την προστασία της από βρέφος, όταν αποτίναξε από πάνω της η νεαρή μαμά, το φορτίο του κηφήνα συζύγου. Η μικρούλα του χαμογέλασε και φάνηκε η έλλειψη των δύο μπροστινών δοντιών.
– Βοηθάω τη γιαγιά.
Αυτό το “γιαγιά” που χωρίς συγγένεια, χωρίς να το ζητήσει, ηχούσε στα αυτιά της τόσο μαγικά.
– Μπράβο κορίτσι μου, είσαι πολύ καλό παιδί κι έχω κάτι για σένα.
Έτεινε το χέρι του και της έδωσε την χάρτινη σακούλα δώρου. Η μικρή κουτσοδόντα, δεν σταμάτησε να χαμογελάει. Όταν είδε την κούκλα, σήκωσε το βλέμμα της, συνάντησε το δικό του, άνοιξε τα χέρια της και τον αγκάλιασε, επαναλαμβάνοντας συνέχεια “ευχαριστώ”.

– Είναι πολύ όμορφη! Κοίτα γιαγιά, φοράει κόκκινο φόρεμα!
– Είμαι σίγουρος ότι θα γίνετε πολύ καλές φίλες!, είπε ο ηλικιωμένος άντρας, πλήρωσε το χρέος του κι έφυγε.
– Γιαγιά, σε πειράζει αν μπω στην αυλή να παίξω;
– Όχι καρδιά μου, καθόλου. Να πας, να ευχαριστηθείς την κούκλα σου.

Το κοριτσάκι, έκατσε στο καρεκλάκι της, έβαλε σε καθιστή θέση την κούκλα στο παιδικό τραπεζάκι, της χάιδευε τα φτιαχτά από τον κυρ Αλέκο μαλλιά, και της χαμογελούσε.

Η κούκλα, μετά από πολύ καιρό, άκουσε πριν λίγο τη λέξη “όμορφη”. Ξέρει πως υπήρξε πολύ πιο όμορφη. Μα τι σημασία έχει; Ένα παιχνίδι, τελικά, δεν το κάνει πολύτιμο μόνο η ομορφιά του.
– Θα σε φωνάζω Αλέκα, αφού σε έφερε σε εμένα ο κυρ Αλέκος. Ελπίζω να σου αρέσει.
” Είχα όνομα, μα το ξέγραψαν κι αυτό κι εμένα. Προτιμώ το Αλέκα. Χάρη σε αυτόν τον άντρα είμαι εδώ, πολύ καλή η ιδέα σου” θα ήθελε να μπορεί να απαντήσει.

Το κορίτσι, έσφιξε στην αγκαλιά της την Αλέκα, της έδωσε ένα φιλί, την έβαλε πάλι σε καθιστή θέση κι άρχισε να της λέει, σα να μιλάνε δύο φίλες, πώς πέρασε χθες στην παιδική χαρά που πήγαν με την γιαγιά.

Η πρώην Έμα, αν είχε αίμα, τόσο καιρό θα ήταν παγωμένο και τώρα ήρθε η ώρα για επανεκκίνηση. Ήταν η Αλέκα τώρα και το κορίτσι που με τόσο γλαφυρό τρόπο της περιέγραφε την ζωή της, ήταν η φίλη που με μια κόκκινη φόδρα για φόρεμα και μοχέρ μαλλί πλεξίματος στο κεφάλι, την βρήκε όμορφη κι ας μην ήταν, την δέχτηκε ταλαιπωρημένη, πατημένη, τρυπημένη, ζωγραφισμένη και την αγκάλιασε, την φίλησε.

Λίγες ώρες μετά, γνώρισε τα αδέρφια της φίλης της. Ένα αγόρι μεγάλο κι άλλα δύο κορίτσια. Όλα, είχαν αδυναμία στην μικρότερη αδερφή τους και καλοδέχτηκαν την Αλέκα.

Περνούσε ο καιρός και η κούκλα κάθε μέρα επιβεβαιωνόταν ότι έφτασε πια στον προορισμό της. Βρήκε μια οικογένεια να ανήκει. Ανθρώπους που σέβονταν ο ένας τον άλλο, που επιδίωκαν να κάνουν ο ένας τον άλλο να χαμογελά, να νιώθει ασφαλής. Ανθρώπους που δεν είχαν δωμάτια γεμάτα με παιχνίδια, μα αυτά που είχαν, κι ας ήταν από δεύτερο χέρι τα πιο πολλά, τα εκτιμούσαν, τους συμπεριφέρονταν με αγάπη. Η κούκλα ένιωθε την ζεστασιά, την θαλπωρή της οικογένειας. Η μικρή της φίλη, ένα γλυκό, τρυφερό πλάσμα, την φρόντιζε, της έφτιαχνε ρουχάκια, την αγκάλιαζε. Κάθε μέρα την έπαιρνε στον πάγκο της γιαγιάς και την έδειχνε στον κυρ Αλέκο, εκείνος βούρκωνε από συγκίνηση και η συνονόματή του κούκλα, χαιρόταν κάθε φορά που έβλεπε τον σωτήρα της. Ένιωθε ευγνωμοσύνη για όλη την πορεία της. Όλα έγιναν, για να βρεθεί εδώ, σε αυτό το κορίτσι, σε αυτήν την οικογένεια.

Όταν είσαι κούκλα, μπορεί να έχεις μεγάλη διαδρομή μέχρι να φτάσεις εκεί που ανήκεις. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι το άψυχο υλικό σου δεν καταλαβαίνει, δεν αισθάνεται, δεν πονάει, δεν νιώθει, δεν χαίρεται.
Όταν είσαι κούκλα, θέλεις το παιδί που σε έχει να χαίρεται που είσαι κοντά του, για αυτό υπάρχεις, για να σκορπάς χαρά και συντροφιά.
Όταν είσαι κούκλα, θέλεις να σε κρατούν χέρια με αγάπη.
Όταν είσαι κούκλα, θέλεις όταν μεγαλώνει το παιδί που έπαιξε χρόνια μαζί σου, να σε έχει πάντα σε μια θέση στο δωμάτιό του και κυρίως στην καρδιά του, στις μνήμες του.
Όταν είσαι κούκλα, ένα αντικείμενο, τελικά, θέλεις ό,τι κι ένας άνθρωπος, αγάπη!

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading