Στη Σκιά της Σμύρνης – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Πάτρα
Κλειώ
Η Κλειώ είχε χάσει εντελώς την όρασή της από το ένα μάτι. Για καλή της τύχη σώθηκε το άλλο.

Ως μεγαλύτερη δούλεψε πολύ. Καθάριζε σπίτια και έπλενε στη σκάφη τα ρούχα από εύπορα σπίτια. Ένα όνειρο είχε πάντα η Κλειώ. Να ασχοληθεί με τη μουσική. Με τα λίγα χρήματα που εξοικονομούσε, αποφάσισε να ξεκινήσει και πάλι τα μαθήματα πιάνου. Γράφτηκε στο δημοτικό ωδείο της πόλης και γρήγορα ενθουσίασε τους δασκάλους της. Μέσα στο ωδείο γνώρισε την αποδοχή. Οι άνθρωποι των τεχνών δεν την έβλεπαν υποτιμητικά. Εστίαζαν στο ταλέντο της.

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές της, ασχολήθηκε πλέον επαγγελματικά με τη μουσική και άφησε το σφουγγαρόπανο και τη σκάφη. Έπαιξε μουσική σε θεατρικές παραστάσεις, σε συναυλίες, αλλά την κέρδισε η αγάπη της διδασκαλίας της μουσικής στα παιδιά. Πλέον δούλεψε ως δασκάλα σε ωδεία.

Αυτό που είχε ξεχάσει εντελώς ήταν ο έρωτας. Το πρόβλημα με το μάτι της την είχε οδηγήσει στην αντίληψη ότι οι έρωτες δεν είναι γι’ αυτή. Ήταν όμως μια όμορφη ψηλή κοπέλα με καστανά πλούσια μαλλιά και μάτια μελιά. Το πρόσωπό της κοσμούσε ένα όμορφο πλατύ χαμόγελο. Ποτέ της δεν είχε παρατηρήσει ότι έλκυε το αντρικό ενδιαφέρον. Τα χρόνια πέρασαν και η Κλειώ πλησίαζε τα σαράντα και οι πρώτες ρυτίδες έκαναν την εμφάνισή τους. Η Όλγα ήθελε να τη δει με έναν άντρα στο πλευρό της, αλλά ποτέ δεν της έλεγε κάτι. Στα προξενιά που της πήγαιναν, πάντα η Κλειώ έλεγε όχι χωρίς συζήτηση. Ώσπου μια μέρα στο ωδείο πήγε ένας ευκατάστατος κύριος, που ήθελε να πάρει πληροφορίες για την κόρη του. Ήταν χήρος και είχε δύο παιδιά. Η Κλειώ συμμετείχε στην ενημέρωσή του. Από την αρχή του έκανε εντύπωση η γλυκύτητα, η αρχοντική εμφάνιση και η ευγένειά της. Έγραψε την κόρη του στο ωδείο και συναντούσε την Κλειώ είτε γιατί συνόδευε την κόρη του, είτε γιατί πήγαινε για ενημέρωση της προόδου της. Μετά από λίγο καιρό περίμενε την Κλειώ έξω από το ωδείο και προσπαθούσε να της πιάσει συζήτηση. Εκείνη πάντα ευγενής μα απόμακρη. Κάποια στιγμή όμως ενέδωσε στην επιμονή του να την κεράσει μια πάστα σε ένα κοντινό ζαχαροπλαστείο. Εκείνη την ημέρα η Κλειώ πρόσεξε ότι ήταν ένας όμορφος άντρας. Της άρεσε. Γρήγορα όμως έδιωξε τη σκέψη, γιατί θεωρούσε ότι δεν του άξιζε μια τυφλή.

Η πρώτη αυτή συνάντηση οδήγησε και σε άλλες. Πάνω στους τρεις μήνες της είπε ότι την ήθελε για γυναίκα του. Η Κλειώ απόρησε και του είπε: “Τι να με κάνεις εμένα; Είμαι μισότυφλη και μεγάλη. Μπορείς να βρεις μια πολύ καλύτερη και νεότερη”. Εκείνος της είπε όμως ότι αυτή ερωτεύτηκε και ότι η καρδιά δεν μπαίνει σε καλούπια.

Η Κλειώ τις επόμενες μέρες σκέφτηκε πολύ. Ο Γιώργος της άρεσε, μάλλον τον είχε ερωτευτεί. Το θέμα του ματιού της δεν τον απασχολούσε και αυτό το εκτίμησε πολύ. Επίσης είχε ήδη παιδιά, οπότε δε θα είχε ανάγκη να γίνει πατέρας, γιατί η ίδια ήταν πλέον μεγάλη. Αυτά σκέφτηκε η Κλειώ και είπε το ναι. Το πόση χαρά πήρε η Όλγα δε λέγεται.

Ο γάμος έγινε λίγο καιρό μετά. Ο Γιώργος ήταν έμπορος υφασμάτων και είχε ένα από τα καλύτερα μαγαζιά στην Πάτρα. Το σπίτι που έζησαν βρισκόταν στο κέντρο και από τα παράθυρα έβλεπαν τη θάλασσα, πράγμα που λάτρευε η Κλειώ. Για τα παιδιά του έγινε δεύτερη μάνα. Μετά από καμιά διετία και ενώ όλα ήταν καλά, η Κλειώ αρρώστησε. Ζαλιζόταν πολύ, είχε συχνούς εμετούς και δεν είχε περίοδο. Του Γιώργου δεν του είπε κάτι, για να μην τον στενοχωρήσει. Τα είπε όμως στη μάνα της, η οποία της πήγε αμέσως γιατρό στο σπίτι. Η αρρώστια της ήταν… εγκυμοσύνη. Η Κλειώ για πρώτη φορά στη ζωή της μετά το 1922, ένιωσε τέτοια χαρά.

Σε λίγους μήνες κρατούσε στην αγκαλιά της το πρώτο της κοριτσάκι, τη μικρή Όλγα και σε δύο χρόνια το δεύτερο παιδί της, ένα αγοράκι με μαύρα μαλλιά και τεράστια πράσινα μάτια.

Αργυρή
Η Αργυρή ήταν από μικρή αντιδραστικό παιδί. Στην Πάτρα έτρεχε στις αλάνες και έπαιζε με σφεντόνες και πέτρες με τα αγόρια. Φώναζε η Όλγα ότι τα κορίτσια παίζουν με κούκλες και κεντάνε. Αν της έλεγε να μη βγει έξω, η Αργυρή έβγαινε χτυπώντας την πόρτα δυνατά.

Έξυπνο παιδί και ικανό. Κατάφερε και πέρασε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Ονειρευόταν να γίνει δασκάλα. Στην ακαδημία γνώρισε έναν ωραίο άντρα, συμφοιτητή της. Η Αργυρή δεν υπέκυπτε σε κοινωνικές συμβάσεις και δε δίστασε να παραδοθεί στον έρωτά του. Πλησίαζε ο καιρός να τελειώσει τη σχολή και εκείνος της είπε ότι θα την παντρευτεί. Εκείνος είχε ήδη τελειώσει τη σχολή και της είπε ότι θα τη γνώριζε στους γονείς του. Χάρηκε η Αργυρή, τον αγαπούσε και μήνυσε το νέο στη μάνα της.

Η ημερομηνία που θα τη ζητούσε, ορίστηκε. Θα πήγαινε στην Πάτρα με τους γονείς του να τη ζητήσουν. Η Όλγα και τι δεν ετοίμασε με τη βοήθεια της Κλειώς! Έραψε όμορφα φορέματα για όλες τους και παρήγγειλε κουστούμι για τον Γιάννη. Έβαλε όλη την τέχνη της και μαγείρεψε εξαίσια φαγητά και γλυκά. Η Κλειώ ήταν τόσο χαρούμενη για τη μικρή της αδερφή! Τότε ούτε καν της πέρναγε από το μυαλό ότι και η ίδια θα παντρευόταν κάποια στιγμή.

Η ώρα περνούσε και περνούσε και ο γαμπρός δε φαινόταν. Έφτασε το βράδυ και ο χαρουμενος στολισμός έμοιαζε θλιβερός. Η Αργυρή κλείστηκε στο δωμάτιό της και δε βγήκε επί τρεις μέρες. Δεν έτρωγε και νερό έπινε με το ζόρι. Μόνο έκλαιγε. Μόνο αυτό. Ατελείωτα δάκρυα και ένα αναπάντητο γιατί.

Την τέταρτη μέρα, η Όλγα της ανακοίνωσε ότι θα πάνε Αθήνα να βρουν τον λεγάμενο. Έτσι και έγινε. Η Κλειώ πήγε στην κάμαρη που τον συναντούσε. Χτύπησε, ξαναχτύπησε, μα κανείς δεν άνοιξε. Μια γειτόνισσα είδε τις δυο γυναίκες και τους είπε ότι η κάμαρη ξενοικιάστηκε. Δε γνώριζε πού πήγε ο ενοικιαστής. Η Αργυρή κατέρρευσε. Με κλάματα πήρε την Όλγα και πήγαν στο σπίτι ενός συμφοιτητή της, που έκανε παρέα με τον άθλιο προδότη. Όταν την είδε ο άνθρωπος, ξαφνιάστηκε. Είδε τα πρησμένα της μάτια και τη λυπημένη μάνα της. “Βρε Αργυρή, μου έχει πει πως χωρίσατε” είπε. Όταν του εξήγησαν, αυτός πάγωσε. “Μα αυτός έχει δώσει λόγο σε άλλη!” της είπε. Η Αργυρή λιποθύμησε και η Όλγα με το ζόρι κρατιόταν. “Θα μου το πληρώσει!” είπε μόλις συνήλθε.

Σακατεμένη ψυχολογικά επέστρεψε στην Πάτρα. Ο καιρός περνούσε και ήρθε ο Σεπτέμβρης και η Αργυρή άρχισε να δουλεύει σε ένα δημοτικό. Όμως την έτρωγε το σαράκι της εκδίκησης. Έψαχνε να μάθει πού βρισκόταν αυτός, για να τον εκδικηθεί. Ξαφνικά πήρε την πληροφορία από μια παλιά της συμφοιτήτρια. Αυτός δούλευε σε ένα σχολείο σε ένα χωριό έξω από την Πάτρα. Η Αργυρή κατέστρωσε το σχέδιό της.

Άνοιξη είχε φτάσει όταν πήγε στο χωριό που δούλευε ο ακατανόμαστος. Αυτός όταν την είδε, πάγωσε. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντάς της ότι οι γονείς του δεν την ήθελαν γιατί ήταν προσφυγοπούλα και ότι δεν ήξερε πώς να της το πει. Η Αργυρή χαμογελουσε και του είπε ότι τον είχε συγχωρήσει. Είδε στα μάτια του τον ποθο του για κείνη και τότε κατάλαβε ότι είχε αγαπήσει έναν παλιοτόμαρο. Της είπε ότι είχε παντρευτεί μια ήρεμη γυναίκα, που όμως του ήταν αδιάφορη. Την είχε παντρευτεί γιατί την ήθελαν οι δικοί του, γιατί είχε καλή προίκα, τέτοια της έλεγε. “Αργυρή μου, θέλω να σε ξαναγκαλιάσω και να μεθύσω πάλι από έρωτα μαζί σου!” της είπε. Η Αργυρή δεν έχασε ευκαιρία. Ήξερε ότι αυτός στο χωριό πρόσεχε. Τον κάλεσε λοιπόν στην Πάτρα. Τον προηγούμενο καιρό, η Αργυρή είχε καταφέρει να προμηθευτεί ένα καινούργιο ναρκωτικό. Είχε μάθει ότι αυτό το ναρκωτικό έθιζε και κατέστρεφε όποιον το γευόταν. Στην Πάτρα του έκλεισε ραντεβού σε ένα μέρος λίγο πιο έξω από την πόλη. Εκεί είχε εξοχικό σπίτι μια φίλη της και συχνά πήγαιναν εκεί να ηρεμήσουν, να διαβάσουν και να απολαύσουν τα μπάνια τους. Η Αργυρή της ζήτησε τα κλειδιά με τη δικαιολογία ότι ήθελε λίγο να ηρεμήσει. Η κοπέλα ασυζητητί της έδωσε τα κλειδιά. Ήξερε πόσο είχε πονέσει η Αργυρή και πόσο ανάγκη είχε την ηρεμία. Εκεί πήγε τον λεγάμενο. Πάνω στην έξαψη των παθιασμένων φιλιών, η Αργυρή του πρόσφερε το ναρκωτικό. Αυτός ξαφνιάστηκε, μα εκείνη του ‘πε ότι αν το πιει, ο έρωτάς τους θα τον απογειώσει. Μάλιστα προσποιήθηκε ότι πήρε και εκείνη και σα μεθυσμένη από χαρά άρχισε να χορεύει λάγνα. Τελικά αυτός πείστηκε και ήπιε το “κακό”. Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές, μέχρι που αυτός δεν μπορούσε να ζήσει αν δεν έπαιρνε τη δόση του. Τη δουλειά του την έχασε και έγινε σκιά του εαυτού του. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και λίγα χρόνια μετά θα ξεψυχούσε στη μέση του δρόμου λίγα μέτρα από το πατρικό του.

Αυτή η προδοσία στιγμάτισε την κοπέλα. Στο διάβα της κορόιδεψε ανθρώπους που την εκτίμησαν. Έκανε σχέσεις μόνο για να ικανοποιεί τους σαρκικούς της πόθους. Προτιμούσε τη μοναξιά της και σιχάθηκε τους άντρες. Η μεγάλη χαρά της ήταν τα ανίψια της, στα οποία και αφοσιώθηκε. Έγινε για όλα τα ανίψια της στήριγμα. Πάντα με το νεανικό στυλ που διατήρησε ήταν η μοντέρνα θεία, που της έλεγαν τα μυστικά τους και εκείνη τα συμβούλευε και τα αγκάλιαζε σε κάθε δυσκολία. Στις ανιψιές πάντα έλεγε, “να προσέχετε ποιον θα αγαπήσετε, γιατί οι άνθρωποι συχνά είναι σκοτεινοί”.

Στο διάβα των χρόνων, η Αργυρή μετάνιωσε για το δηλητήριο της εκδίκησης που άφησε να της διαποτίσει την ψυχή. “Έπρεπε να τον περιφρονήσω”, σκεφτόταν, “να μη δηλητηριάσω την ψυχή και να μη μισήσω όλους τους άντρες”. Συχνά ζητούσε προσευχόταν και ζητούσε συγχώρεση. Και πάντα στην εκκλησία άναβε και ένα κερί για εκείνον που την πρόδωσε. Το βάρος της εκδίκησης τη βάραινε μέχρι το τέλος της ζωής της και πάντα συμβούλευε τα ανίψια της να έχουν μεγάλη καρδιά και να συγχωρούν, γιατί με τη συγχώρεση “ο άνθρωπος ανθιζει”. “Για κανέναν λόγο να μη μαυρίσετε ποτέ την ψυχή σας. Κανένας δεν πρέπει να γίνει άξιος να πάρετε πάνω σας τέτοιο βάρος”.

Γιάννης
Ο Γιάννης, το ορφανό του Στέργιου και της Σοφούλας, στην Όλγα βρήκε μια μάνα και στην Αργυρή και την Κλειώ τις αδερφές. Ήταν η οικογένειά του και τις λάτρευε. Με την Αργυρή τριγυρνούσαν στις αλάνες και μεγαλώνοντας έκαναν μεγάλες βόλτες στη θάλασσα. Τους άρεσε η θάλασσα, οι γλάροι και τα ταξιδιάρικα καράβια. Πολλές φορές χάζευαν με τις ώρες το φόρτωμα τον καραβιών, τον κόσμο να χαιρετάει στην προβλήτα και το φουγάρο να δίνει το σύνθημα του απόπλου.

Ο Γιάννης είχε καταφέρει και είχε περάσει στη νομική. Για να τελειώσει τη σχολή έκανε διάφορες δουλειές, από λούστρος μέχρι χαμάλης. Βέβαια τον βοηθούσαν η Όλγα και η Κλειώ. Όμως τα οικονομικά στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου ήταν πολύ δύσκολα.

Κάπου στη δεκαετία του ’30 ήταν που ασχολήθηκε με τον κομμουνισμό. Παράνομη τότε η αριστερά. Τρομοκράτες τους έλεγαν. Όμως πολλοί πρόσφυγες, κυρίως μετά τις συμφωνίες Βενιζέλου-Ινονού, στράφηκαν στον κομμουνισμό επιζητώντας κοινωνική δικαιοσύνη. Η κομματική του ταυτότητα τον στιγμάτισε και για χρόνια τον ταλαιπώρησε. Ήταν καλός άνθρωπος και έχαιρε την εκτίμηση όλων όσων τον γνώριζαν. Στερήθηκε τη δυνατότητα διορισμού στην περιφέρεια λόγω πολιτικών φρονημάτων. Στη μαύρη αυτή σελίδα της ελληνικής ιστορίας, μετά από αυτόν τον αδελφοκτόνο εμφύλιο, βρέθηκε στο πλευρό των ηττημένων. Κατέληξε σε φυλακές και εξορίες, χωρίς ποτέ να έχει βλάψει κάποιον. Πλήρωνε την ιδεολογία του.

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’50, γνώρισε την Ελένη και την παντρεύτηκε. Δασκάλα και αυτή στο επάγγελμα με πατέρα στις εξορίες. Απέκτησαν δύο γιους. Μα η ζωή τους ήταν πολύ δύσκολη λόγω των πολιτικών διώξεων. Μεγάλη φτώχεια πέρασαν και πολύ πόνο. Υπήρξαν εποχές που δεν είχαν τα ταΐσουν τα παιδιά τους, ευτυχώς όμως οι τρεις αγαπημένες γυναίκες της οικογένειάς του ήταν πάντα εκεί. Άγρυπνοι φρουροί.

Κάποια στιγμή όλο αυτό σταμάτησε και ο Γιάννης ασχολήθηκε με το επάγγελμά του και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Βέβαια μέχρι το τέλος της ζωής του δεν άλλαξε πολιτική ταυτότητα, ούτε συγχώρεσε το ελληνικό κράτος για τη στάση του προς τους πρόσφυγες, για τους οποίους ποτέ δε νοιάστηκε ουσιαστικά. Τι και αν τα παιδιά του πρόκοψαν πιο πολύ από αυτόν, ποτέ του δε “χώνεψε” τον ξεριζωμό και πάντα τους έλεγε, “εγώ Σμυρνιός γεννήθηκα, Σμυρνιός θε να πεθάνω”.

Όλγα
Η Όλγα δούλεψε σε μοδιστράδικα στην Πάτρα και γρήγορα έγινε γνωστή και σιγά σιγά έκανε τη δική της επιχείρηση. Αν και της είχε δοθεί σπίτι προσφυγικό, κατάφερε και αγόρασε ένα μικρό δίπατο σπίτι, που έβλεπε σε μια ανθοστόλιστη πλατεία και στον μικρό του κήπο είχε μια μπουκαμβίλια, που σκαρφάλωνε στο υπνοδωμάτιό της. Αυτό της θύμιζε πάντα το σπίτι που άφησε πίσω στη Σμύρνη, τον Θόδωρο της και την αγάπη τους.

Την Πάτρα η Όλγα την έβρισκε όμορφη πόλη, αλλά κάποιες μέρες αυτό το μέρος εξέπεμπε μια μελαγχολία. Όταν συνέβαινε αυτό, η Όλγα κινούσε για το κάστρο και από εκεί έβλεπε τη θάλασσα και όλη την πόλη να απλώνεται στα πόδια της.

Η Όλγα απολάμβανε την περίοδο του καρναβαλιού. Χαιρόταν με τη χαρά που επικρατούσε. Της άρεσαν οι “μπούλες”, οι μασκαρεμένοι, οι χοροί που διοργανώνονταν και αργότερα λάτρεψε τα άνθινα άρματα που παρήλαυναν στο κέντρο της πόλης. Βέβαια για χρόνια δεν είχε πάει σε κανέναν χορό και ας την καλούσαν. Την περίοδο αυτή έραβε στολές και σιγοτραγουδούσε, “πάρε το ντόμινο και πάμε στο χορό…”. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο αυτής της γιορτής καθόταν στο παραθύρι της και χάζευε τα νέα παιδιά να γελούν και να χορεύουν μέσα στον δρόμο. Πολύ αργότερα άρχισε να πηγαίνει κάποιες φορές σε χορούς και εκδηλώσεις του καρναβαλιού.

Τα χρόνια πέρασαν και η Όλγα μεγάλωσε. Είχε για περίπου δύο χρόνια μπει στη διαδικασία να ξεχνάει ολοένα και περισσότερο πρόσωπα και καταστάσεις. Στο τέλος δε θυμόταν σχεδόν τίποτα και το κενό βλέμμα απορίας είχε πλέον εγκατασταθεί για τα καλά. Τα παιδιά και τα εγγόνια της την έβλεπαν ώρες να μιλάει με τον Θόδωρο και τη Δάφνη της. Πολλές φορές γελούσε και τραγουδούσε, “ίβαλα ίβαλα ω…”.

Λίγο καιρό πριν το τέλος, στις βόλτες που την πήγαιναν τα παιδιά και τα εγγόνια της, ζητούσε να πηγαίνει βόλτα στο κάστρο. Περίεργο, αλλά το θυμόταν. Από εκεί πάνω κοίταζε τα καράβια να ξεφορτώνουν και μονολογούσε ότι σε λίγο κάποιο καράβι θα της φέρει τον Θόδωρο και τη Δάφνη της. Την τελευταία μέρα της ζωής της, με καρφωμένο το βλέμμα στο ταβάνι, τη μια στιγμή τραγουδούσε, “ ίβαλα ίβαλα ω…” και αμέσως μετά, “πάρε το ντόμινο και πάμε στο χορό”. “Βγήκε ο τελάλης, άνοιξε το Τριώδιο” έλεγε και γελούσε.

Με χαμόγελο έφυγε η Όλγα, αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο κενό στους δικούς της. Μια γυναίκα μαχήτρια, μια γυναίκα που μόνη της κατάφερε να επιβιώσει και να συντηρήσει την οικογένειά της παρόλους τους καημούς και τα βάσανά της. Η Σμύρνη πάντα της έκαιγε τα σωθικά, αλλά δεν είχε χρόνο ποτέ να κλάψει τη χαμένη της ζωή.

Χίος 2016
Η Όλγα, δισέγγονη της παλιάς Όλγας βρίσκεται για διακοπές στη Χίο, στο όμορφο αυτό νησί του Αιγαίου. Στέκεται και κοιτάζει στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου και λέει στους φίλους της, “Εκεί στο βάθος κάποτε η γιαγιά μου άφησε την ανέμελη ζωή και μέσα από τις φλόγες σώθηκε χάρη στη μάνα της”. Εκείνο τον καιρό, ένα ναυάγιο προσφύγων ήρθε στην επικαιρότητα. Πολλά πνιγμένα παιδιά. Η Όλγα σοκαρίστηκε από το γεγονός. Εκείνη τη μέρα αγόρασε λευκά τριαντάφυλλα και κατέβηκε στο λιμάνι της Χίου. Δακρύζοντας έριξε τα λουλούδια στη θάλασσα και προσευχήθηκε για τις πνιγμένες ψυχές, προσευχήθηκε να μην υπάρξει ποτέ ξανά κανένας πρόσφυγας, κανένας βίαια ξεριζωμένος… όμως οι προσευχές δυστυχώς δεν πιάνουν πάντα.

Νικολοπούλου Φωτεινή

Τέλος…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading