Τους δικούς μου νεκρούς, ποιος θα τους θάψει;

Πέρασε βιαστικά το κραγιόν πάνω στα χείλη της, φόρεσε το παλτό που είχε επιλέξει από το προηγούμενο βράδυ και έκλεισε την πόρτα. Η περίσταση δεν ήταν ευχάριστη, μα ανυπομονούσε χρόνια να λάβει νέα, μια πληροφορία έστω και μικρή που θα την οδηγούσε πιο κοντά στον πατέρα της. Σε λίγη ώρα βρισκόταν στην πρεσβεία.

Οι γονείς της είχαν χωρίσει όταν εκείνη ήταν δώδεκα. Θυμάται ακόμα την ημέρα που ο πατέρας έφυγε, ενώ εκείνη στεκόταν στην πόρτα και έκλαιγε, σφίγγοντας στην αγκαλιά της, τον ‘Εντι, το μικρό καφέ αρκουδάκι της. Θαρρείς πως και εκείνο το άψυχο λούτρινο φιλαράκι, συμμετείχε στην θλίψη της καρδιάς τους, στο σιωπηρό αποχαιρετισμό πατέρα κόρης.

Δεν είχε ιδέα γιατί χώρισαν οι γονείς της, μα θεωρούσε μέχρι τότε πως οι πατεράδες με τις μαμάδες δεν χωρίζουν ποτέ! Ένιωθε προδομένη και από τους δυο, θεωρούσε χρόνια μετά, πως εκείνη ήταν η αιτία του χωρισμού τους, διότι πάντα ήταν το βασικό θέμα των καβγάδων τους.
«Η μικρή δεν έχει παπούτσια, τρύπησαν! Πότε θα σε πληρώσουν, δεν μπορώ να πάρω άλλη προκαταβολή από την δουλειά μου! Ντρέπομαι, έχω ζητήσει τόσες φορές χρήματα!» φώναζε η μητέρα και ο πατέρας έσκυβε το κεφάλι απελπισμένος.

Μουσικός και απένταρος τους περισσότερους μήνες του χρόνου, πλην των καλοκαιρινών. Τα καλοκαίρια ήταν πάντα καλά με τον πατέρα, έπαιζε μπουζούκι στα πανηγύρια, τον καλούσαν ακόμα και στα γειτονικά χωριά να παίξει και την έπαιρνε μαζί. Πέρναγε όμορφα με τους εξαιρετικούς μπουφέδες και τα κεράσματα που συναντούσε, μα κυρίως γιατί έβλεπε τον πατέρα να γελά, από τις λίγες στιγμές που τον θυμάται να γελά. Κάποιες φορές ερχόταν και η μητέρα μαζί, ήταν εκείνες οι στιγμές ευτυχίας που ένιωθε άτρωτη, μοναδική, αυθεντικά χαρούμενη!

Τα χρόνια που ακολούθησαν από τον χωρισμό των γονιών της, η μετανάστευση του πατέρα στο Μεξικό και η μετακόμιση με την μητέρα από το χωριό στην πόλη, ήταν ένας εφιάλτης συναισθηματικού κενού. Μια εσωτερική μάχη που πάντα έχανε, ποτισμένη με ανασφάλεια και απαξίωση ως προς τον εαυτό της. Έκανε δύσκολα σχέσεις, δεν μπορούσε να αφεθεί, ένιωθε συνεχώς εγκαταλειμμένη, αυτή την τόσο οδυνηρή μα και οικεία αίσθηση. Η πρόσβαση στον πατέρα της που υπεραγαπούσε έγινε δύσκολη, καθώς δεν υπήρχαν χρήματα για ταξίδι επανασύνδεσης και από τις δυο πλευρές, και στα δεκαπέντε της υπέστη το μεγάλο πλήγμα. Ο πατέρας περίμενε παιδί από την νέα σύντροφό του! Αποφάσισε να δημιουργήσει νέα οικογένεια, μακριά, στην αφιλόξενη εκείνη χώρα που της τον είχε στερήσει βασανιστικά! Υπέφερε, πόσο υπέφερε Θεέ μου! Την καλούσε ημέρες στον κινητό, εκείνη όμως πικραμένη από τα νέα που έμαθε από την μητέρα της, δεν απαντούσε. Ένα μήνυμά του όμως, τράβηξε την προσοχή της.
«Νάντια σε παρακαλώ, σήκωσε το τηλέφωνο, σου έχω βγάλει εισιτήριο να έρθεις. Μου λείπεις, θέλω να σε δω. Ο πατέρας σου»

Ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, εξελισσόταν μπρος τα μάτια της! Ήταν τόσο χαρούμενη, σε λίγες ώρες θα ήταν σε μια άλλη χώρα, για την οποία είχε διαβάσει τόσα πολλά και ο πατέρας της, ο δικός της πατέρας θα την περίμενε να περάσουν μαζί το καλοκαίρι. Μεξικό! Μια χώρα με τόσο διαφορετική κουλτούρα, με νέες γεύσεις και χρώματα, τόσο διαφορετική από την χώρα της, από την πόλη που ζούσε, στα μάτια της φάνταζε μια τεράστια περιπέτεια, που ανυπομονούσε να ζήσει.

Πέρασε ένα γεμάτο καλοκαίρι με τον πατέρα και την σύντροφό του, κάνοντας camping σε μια από τις πολλές εξωτικές παραλίες του Μεξικό. Τα καλοκαίρια στο Μεξικό, έμαθε πως ήταν αρκετά συνηθισμένο οι οικογένειες να κατασκηνώνουν στις παραλίες. Δεν ένιωσε στιγμή απομονωμένη, υπήρχαν παντού παρέες που απολάμβαναν την τεράστια παραλία, μια από τις πολλές της χώρας. Έμαθε πολλά για την ζωή εκεί, μα παρατήρησε πως ο πατέρας δεν την άφηνε στιγμή από τα μάτια του, όπως και την έγκυο σύντροφό του. Ακόμα και στο μίνι μάρκετ που ήταν κυριολεκτικά δυο βήματα μακριά από την σκηνή τους, δεν την άφηνε να πάει μόνη. Θεώρησε τον υπερπροστατευτισμό ένδειξη αγάπης και αναπλήρωση του χαμένου χρόνου.

Έφυγε με τις καλύτερες αναμνήσεις και την υπόσχεση από τον πατέρα πως θα στείλει οπωσδήποτε εισιτήριο να γιορτάσουν την ημέρα των νεκρών, μια εντυπωσιακή γιορτή που τιμούν τους νεκρούς τους, πλημμυρίζοντας τους δρόμους και τα νεκροταφεία με τις φωτογραφίες των χαμένων, προσφέροντας φρούτα στις ψυχές, τιμώντας κατά αυτό τον τρόπο τους αγαπημένους νεκρούς. Μια υπόσχεση που κράτησε, και ένα χρόνο μετά, βρέθηκε πάλι στο Μεξικό. Ο πατέρας είχε μια καλή ζωή πλέον, και αρκετά χρήματα να μπορεί να στηρίζει και τις δυο οικογένειες.

Ω μα ήταν μαγευτικά τα επόμενα χρόνια που πηγαινοερχόταν Μεξικό – Ελλάδα, ένιωθε τόσο όμορφα με τις δυο οικογένειές της! Χάρισε και τον Έντι, το καφέ αρκουδάκι που είχε μικρή, στην αδελφή της, που ήταν τόσο εξωτικά όμορφη!

Μα όσο μεγάλωνε και μαθαίνοντας ισπανικά, καταλάβαινε πως κάτι φρικτό συνέβαινε σε αυτή την χώρα, που κάλυπτε με σύννεφα ανησυχίας την προσωπική της χαρά, κάτι τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε να το προσπεράσει! Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων έδειχναν ομαδικούς τάφους και σώματα αποκεφαλισμένα, ο φόβος ήταν διάχυτος στην χώρα που ήταν σκεπασμένη από μια σιωπηλή θλίψη. Ο πατέρας, της εξήγησε πως υπήρχε ένας άτυπος πόλεμος μεταξύ κράτους και καρτέλ ναρκωτικών, οι οποίοι έχοντας την εξουσία του παρακράτους απήγαγαν ανθρώπους που εξαφανίζονταν διά παντός! Έτσι εξηγούνταν και η στάση του πατέρα, δεν ήταν υπερπροστατευτικός, γνώριζε την κατάσταση και γι’ αυτό ποτέ δεν έβγαιναν μόνοι, ήταν πάντα μαζί ακόμα και στα πιο απλά, όπως εκείνη την ημέρα που ήθελε να του κάνει έκπληξη για τα γενέθλιά του, πηγαίνοντας μόνη στο ζαχαροπλαστείο της διπλανής γειτονιάς, να αγοράσει τούρτα. Γύρισε τρέχοντας στο σπίτι, ζώντας τον τρόμο από τα αντικρουόμενα πυρά των καρτέλ και πέφτοντας στην αγκαλιά των δικών της με κλάματα, αγωνιώντας για την ζωή της, μη γνωρίζοντας πως είχε βρεθεί άθελά της σε μια πολύ επικίνδυνη περιοχή.

Ήταν καλοκαίρι του 2008. Η Ντίντα, η σύντροφος του πατέρα, της είπε στο τηλέφωνο πως τυχαία στην παραλία που έκαναν camping περπατώντας σε μια από τις βόλτες που συνήθιζαν να κάνουν, είδαν μια τεράστια τρύπα και έκαναν το λάθος να κοιτάξουν. Εμφανίστηκαν κάποιοι τύποι που τους κοίταζαν από μακριά, κρατώντας μαχαίρια. Έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, μάζεψαν και έφυγαν γρήγορα. Δεν μίλησαν σε κανένα για την φρίκη που είδαν. Η τρύπα είχε ανθρώπινα κόκκαλα, μάλλον ακόμα ένας ομαδικός τάφος αθώων. Τους παρακάλεσε να έρθουν να μείνουν στην Ελλάδα, ο πατέρας της υποσχέθηκε πως θα έπαιζε σε μια τελευταία εκδήλωση, μπουζούκι, οι Μεξικανοί το αγαπούσαν πολύ, και θα ξεκινούσε διαδικασίες επιστροφής στην Ελλάδα μαζί με την Ντίντα και την μικρή της αδελφή. Έκτοτε δεν είχε καμία επικοινωνία από κανέναν!

Μέχρι σήμερα που την ειδοποιήσαν από την πρεσβεία πως βρέθηκαν σε έναν ομαδικό τάφο κάποια έγγραφα με το όνομα του πατέρα. Έστειλαν φωτογραφίες, είχαν φωτογραφίσει και κάποια προσωπικά αντικείμενα. Πέρασαν γρήγορα στα χέρια της, τις ξεφύλλιζε καρέ καρέ μαζί με τις στιγμές που έζησε με τους αγαπημένους, σταματώντας σε αυτή που έδειχνε τον ‘Εντι, το αρκουδάκι που είχε χαρίσει στην μικρή αδελφή της.

Ο χρόνος πάγωσε και λυγμοί κατέκλυσαν την ύπαρξή της. Οι άνθρωποί της ήταν βέβαιο πως δεν ζούσαν πια, θύματα ενός άλλου κόσμου, φρικτού, βίαιου χωρίς λόγο, χωρίς προσχήματα, ωμού χιλιόμετρα μακριά από την ασφάλεια του δικού μας κόσμου.

Ελένη Ρέγγα

Πηγές

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading